...
Popular Now
«Η Ελλάδα χρειάζεται αλήθεια, κάθαρση, λογοδοσία»

«Η Ελλάδα χρειάζεται αλήθεια, κάθαρση, λογοδοσία»

Αχαΐα: Πολτικό στίγμα Ανδρέα Κατσανιώτη ενόψει εκλογών - «Να μετατρέψουμε τη σταθερότητα σε προοπτική»

Αχαΐα: Πολτικό στίγμα Ανδρέα Κατσανιώτη ενόψει εκλογών – «Να μετατρέψουμε τη σταθερότητα σε προοπτική»

Έπεσε πυροσβεστικό ελικόπτερο στο Μέτσοβο

Έπεσε πυροσβεστικό ελικόπτερο στο Μέτσοβο

«Η Ελλάδα χρειάζεται αλήθεια, κάθαρση, λογοδοσία»

«Η Ελλάδα χρειάζεται αλήθεια, κάθαρση, λογοδοσία»

Νίκος Ι. Νικολόπουλος – Υπάρχουν κυβερνήσεις που πέφτουν από ένα μεγάλο σκάνδαλο. Υπάρχουν όμως και κυβερνήσεις που, πριν πέσουν πολιτικά, έχουν ήδη καταρρεύσει ηθικά κάτω από το βάρος πολλών σκανδάλων μαζί. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.

Δεν έχουμε μπροστά μας μια μεμονωμένη αστοχία. Δεν έχουμε ένα ατύχημα της εξουσίας. Δεν έχουμε μια «κακή στιγμή» ενός κατά τα άλλα υγιούς συστήματος. Έχουμε μια ολόκληρη μέθοδο διακυβέρνησης. Μια μέθοδο που συγκεντρώνει εξουσία, μοιράζει δημόσιο χρήμα, ελέγχει την πληροφόρηση, πιέζει τους θεσμούς, υποτιμά τη Δικαιοσύνη, περιφρονεί τη Βουλή και όταν αποκαλύπτεται, καταφεύγει πάντα στο ίδιο τετράπτυχο: διάψευση, υποβάθμιση, μετάθεση ευθυνών, συγκάλυψη.

Κάποτε η λέξη «Watergate» ήταν αρκετή για να συγκλονίσει μια ολόκληρη χώρα. Στην Ελλάδα του 2026, η λέξη «Gate» έγινε σχεδόν καθημερινό λεξιλόγιο. PredatorGate. EmailGate. ΟΠΕΚΕΠΕGate. ΤέμπηGate. ΠάτσηςGate. ΠολεοδομίαGate. Λίστα Πέτσα. Απευθείας αναθέσεις. Funds. Servicers. Ταμείο Ανάκαμψης. Υποκλοπές. Ευρωπαϊκές έρευνες. Παραιτήσεις υπουργών, υφυπουργών, γενικών γραμματέων, διοικητών, κομματικών στελεχών.

Αν ήταν μία υπόθεση, θα μιλούσαμε για σκάνδαλο.

Αν ήταν πέντε υποθέσεις, θα μιλούσαμε για πολιτική κρίση.

Όταν όμως η δημόσια ζωή κατακλύζεται επί επτά χρόνια από διαδοχικές υποθέσεις, τότε δεν μιλάμε πια για σκάνδαλα. Μιλάμε για καθεστώς.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι υπάρχουν πολλές υποθέσεις. Το πρόβλημα είναι ότι όλες δείχνουν προς την ίδια κατεύθυνση: προς ένα κράτος που χρησιμοποιείται όχι ως ουδέτερος θεσμός, αλλά ως εργαλείο εξουσίας. Προς μια κυβέρνηση που δεν διαχειρίζεται απλώς την εξουσία, αλλά επιχειρεί να ελέγξει κάθε μηχανισμό λογοδοσίας.

Το «επιτελικό κράτος» παρουσιάστηκε ως μεγάλη διοικητική τομή. Στην πράξη αποδείχθηκε μηχανισμός υπερσυγκέντρωσης. Η ΕΥΠ υπήχθη στο πρωθυπουργικό κέντρο. Οι κρίσιμες αποφάσεις πέρασαν από κλειστούς κύκλους. Οι ανεξάρτητες αρχές αντιμετωπίστηκαν συχνά ως ενοχλητικοί θεσμοί. Η ενημέρωση υποτάχθηκε σε συστήματα κρατικής διανομής πόρων. Η Βουλή μετατράπηκε πολλές φορές σε χώρο τυπικής επικύρωσης προειλημμένων αποφάσεων.

Αυτό φάνηκε πρώτα στις υποκλοπές.

Το PredatorGate δεν ήταν απλώς ένα θέμα τεχνολογίας. Ήταν θέμα δημοκρατικού πυρήνα. Όταν πολιτικός αρχηγός, δημοσιογράφοι, κρατικοί αξιωματούχοι, στρατιωτικοί και άλλα πρόσωπα δημόσιου ενδιαφέροντος βρίσκονται στο σκοτάδι παρακολουθήσεων, τότε δεν μιλάμε για μια υπηρεσιακή παρεκτροπή. Μιλάμε για πληγή στο κράτος δικαίου. Και όταν η απάντηση της εξουσίας είναι το απόρρητο, οι παραιτήσεις χωρίς πλήρη εξήγηση, οι υπεκφυγές και η θεσμική ομίχλη, τότε η πληγή γίνεται βαθύτερη.

Στις υποκλοπές είδαμε την πρώτη μεγάλη ρωγμή του αφηγήματος. Το «επιτελικό κράτος» αποδείχθηκε επιτελικό κέντρο αδιαφάνειας.

Ύστερα ήρθαν τα Τέμπη.

Εκεί η πολιτική ρητορεία σωπαίνει μπροστά στους νεκρούς. Πενήντα επτά άνθρωποι χάθηκαν. Η χώρα πάγωσε. Οι οικογένειες ζήτησαν αλήθεια. Η κοινωνία ζήτησε Δικαιοσύνη. Και αντί η Πολιτεία να σταθεί με απόλυτη ταπεινότητα απέναντι στην τραγωδία, άρχισε η γνωστή τεχνική της διάχυσης ευθυνών: φταίνε όλοι, άρα δεν φταίει κανείς. Φταίει το «ανθρώπινο λάθος». Φταίνε οι διαχρονικές παθογένειες. Φταίει το παρελθόν. Φταίνε οι υπηρεσίες. Φταίει η κακιά στιγμή.

Όμως η τραγωδία των Τεμπών δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Ήταν το αποτέλεσμα ενός κράτους που δεν ολοκλήρωσε κρίσιμες συμβάσεις, που δεν εξασφάλισε εγκαίρως συστήματα ασφάλειας, που δεν άκουσε προειδοποιήσεις, που μετά το δυστύχημα προκάλεσε νέα ερωτήματα για τον χειρισμό του τόπου της τραγωδίας.

Στα Τέμπη δεν κρίθηκε μόνο μια κυβέρνηση. Κρίθηκε η αλήθεια της μεταπολίτευσης. Κρίθηκε αν σε αυτή τη χώρα η ανθρώπινη ζωή προηγείται της πολιτικής προστασίας των υπευθύνων.

Και ύστερα ήρθε ο ΟΠΕΚΕΠΕ.

Εδώ δεν έχουμε μόνο ηθικό σκάνδαλο. Έχουμε ευρωπαϊκό χρήμα. Αγροτικές επιδοτήσεις. Καταγγελίες για εικονικά βοσκοτόπια, πλασματικά δικαιώματα, δίκτυα μεσολάβησης, πολιτικές διασυνδέσεις, πελατειακή οικονομία. Το σκάνδαλο ΟΠΕΚΕΠΕ είναι αποκαλυπτικό γιατί δείχνει πώς λειτουργεί η βαθιά κομματική πελατεία στην ελληνική ύπαιθρο. Δεν είναι απλώς θέμα διοικητικής ανεπάρκειας. Είναι ζήτημα πολιτικής ηθικής.

Η παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και η σύγκρουση γύρω από τη θητεία των Ελλήνων ευρωπαίων εισαγγελέων φωτίζουν ακόμη περισσότερο το πρόβλημα. Όταν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ζητά πενταετή θητεία και η ελληνική πλευρά επιμένει στη διετή, όταν η υπόθεση φτάνει στον Άρειο Πάγο και η προσφυγή απορρίπτεται με μεγάλη πλειοψηφία, το ερώτημα δεν είναι μόνο νομικό. Είναι πολιτικό. Πώς μπορεί να πείσει η κυβέρνηση ότι θέλει πλήρη διερεύνηση, όταν κάθε κρίσιμος έλεγχος μοιάζει να συναντά διαδικαστικά τείχη;

Δεν ισχυρίζομαι ότι η Δικαιοσύνη δεν έχει τον τελευταίο λόγο. Προφανώς τον έχει. Αλλά η πολιτική ευθύνη δεν εξαντλείται στη δικαστική κρίση. Η πολιτική ευθύνη κρίνεται στο φως της κοινωνίας, στη Βουλή, στον Τύπο, στην ευρωπαϊκή εποπτεία, στην ίδια τη συνείδηση των πολιτών.

Και η συνείδηση των πολιτών σήμερα είναι βαριά.

Διότι ο Έλληνας πολίτης βλέπει την ίδια ώρα να του ζητούν θυσίες. Να του λένε ότι δεν υπάρχουν λεφτά για την ακρίβεια. Ότι δεν υπάρχουν λεφτά για την υγεία. Ότι δεν υπάρχουν λεφτά για την παιδεία. Ότι δεν υπάρχουν λεφτά για την οικογένεια, για τους νέους, για τους αγρότες, για τους συνταξιούχους. Και την ίδια στιγμή διαβάζει για εκατοντάδες εκατομμύρια σε συμβουλευτικές συμβάσεις, για δισεκατομμύρια του Ταμείου Ανάκαμψης που κατευθύνονται σε λίγους ισχυρούς, για τεράστιες αποζημιώσεις σε έργα που καθυστερούν, για αναθέσεις, παρατάσεις, τροποποιήσεις, συμπληρωματικές συμβάσεις.

Εδώ βρίσκεται το οικονομικό βάθος της διαφθοράς.

Η διαφθορά δεν είναι αφηρημένη ηθική έννοια. Έχει κόστος. Κοστίζει στον λαό. Κοστίζει στον φορολογούμενο. Κοστίζει στον μικρομεσαίο που δεν έχει πρόσβαση στα κέντρα αποφάσεων. Κοστίζει στον νέο επιστήμονα που φεύγει στο εξωτερικό. Κοστίζει στον αγρότη που βλέπει άλλους να παίρνουν ενισχύσεις από «χαρτιά» και όχι από πραγματική παραγωγή. Κοστίζει στην οικογένεια που πληρώνει ρεύμα, τρόφιμα, δάνεια, ενοίκια, καύσιμα, φόρους.

Η διαφθορά κοστολογείται.

Και η επταετία Μητσοτάκη πρέπει να κοστολογηθεί.

Να κοστολογηθούν οι απευθείας αναθέσεις.

Να κοστολογηθούν οι συμβουλευτικές δαπάνες.

Να κοστολογηθούν τα έργα που καθυστερούν και πληρώνονται ακριβότερα.

Να κοστολογηθούν οι αποζημιώσεις προς αναδόχους λόγω καθυστερήσεων του Δημοσίου.

Να κοστολογηθεί η ενεργειακή πολιτική που γονάτισε νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Να κοστολογηθεί η απολιγνιτοποίηση χωρίς σχέδιο, που αποδυνάμωσε την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας.

Να κοστολογηθεί η ακρίβεια που παρουσιάστηκε ως διεθνές φαινόμενο, ενώ στην ελληνική αγορά άνθισαν καρτέλ, αισχροκέρδεια και κρατική ανοχή.

Να κοστολογηθούν οι τράπεζες και οι servicers που έγδυσαν τον μεροκαματιάρη, ενώ το κράτος έκανε τον τροχονόμο των ισχυρών.

Γιατί η μεγάλη απάτη του σημερινού συστήματος είναι ότι παρουσιάζει τη διαφθορά ως σκάνδαλο των εφημερίδων. Όχι. Η διαφθορά είναι ο λογαριασμός που πληρώνει κάθε μήνα ο πολίτης.

Όταν οι τράπεζες επιβάλλουν χρεώσεις και ο πολίτης αισθάνεται ανυπεράσπιστος, αυτό είναι πολιτική επιλογή.

Όταν οι servicers κυνηγούν σπίτια και περιουσίες, ενώ η Πολιτεία εμφανίζεται περισσότερο ευαίσθητη απέναντι στα funds παρά απέναντι στις οικογένειες, αυτό είναι πολιτική επιλογή.

Όταν το δημόσιο χρήμα ρέει προς λίγους και ισχυρούς, ενώ οι πολλοί ζουν με επιδόματα και pass, αυτό είναι πολιτική επιλογή.

Όταν το δημογραφικό καταρρέει, παρά τη δημιουργία υπουργείων, δομών, προϋπολογισμών και επικοινωνιακών εξαγγελιών, αυτό είναι πολιτική αποτυχία. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται υπουργείο βιτρίνας για την οικογένεια. Χρειάζεται πολιτική που να επιτρέπει σε ένα νέο ζευγάρι να κάνει παιδί χωρίς να αισθάνεται ότι αυτοκτονεί οικονομικά.

Και εδώ ακριβώς συνδέονται τα σκάνδαλα με την καθημερινότητα.

Δεν είναι άλλο πράγμα το PredatorGate και άλλο η ακρίβεια.

Δεν είναι άλλο πράγμα ο ΟΠΕΚΕΠΕ και άλλο η εγκατάλειψη της παραγωγής.

Δεν είναι άλλο πράγμα η Λίστα Πέτσα και άλλο η τηλεοπτική σιωπή για τα μεγάλα θέματα.

Δεν είναι άλλο πράγμα οι απευθείας αναθέσεις και άλλο η φτώχεια του Δημοσίου.

Δεν είναι άλλο πράγμα τα funds και άλλο η απελπισία των οικογενειών που χάνουν τα σπίτια τους.

Όλα συνδέονται. Όλα ανήκουν στο ίδιο μοντέλο.

Στο μοντέλο μιας εξουσίας που ιδιωτικοποιεί τα οφέλη και κοινωνικοποιεί τις ζημίες.

Στο μοντέλο όπου οι ισχυροί παίρνουν συμβάσεις, δάνεια, έργα, προστασία και πρόσβαση, ενώ οι αδύναμοι παίρνουν λογαριασμούς.

Στο μοντέλο όπου η κυβέρνηση μιλά για «μεταρρυθμίσεις» και η κοινωνία βιώνει λεηλασία.

Ακόμη και οι παραιτήσεις, που σε μια ώριμη δημοκρατία θα ήταν πράξεις λογοδοσίας, εδώ έγιναν μέρος του μηχανισμού αποσυμπίεσης. Παραιτείται ένας. Αποπέμπεται ένας δεύτερος. Διαγράφεται ένας τρίτος. Αλλά το σύστημα μένει άθικτο. Η πολιτική ευθύνη δεν ανεβαίνει ποτέ στην κορυφή. Μένει πάντα λίγο πιο κάτω. Σε έναν υφυπουργό. Σε έναν γενικό γραμματέα. Σε έναν διοικητή. Σε έναν «άτυχο» βουλευτή.

Το Μαξίμου κυβερνά τα πάντα, αλλά δεν φταίει για τίποτα.

Αυτό είναι το παράδοξο της εποχής Μητσοτάκη.

Ο πρωθυπουργός εμφανίζεται ως απόλυτος συντονιστής όταν πρόκειται για επιτυχίες και ως μακρινός θεατής όταν πρόκειται για σκάνδαλα.

Στις επιτυχίες, όλα περνούν από το «επιτελικό κράτος».

Στα σκάνδαλα, όλοι είναι μόνοι τους.

Αυτό δεν είναι ηγεσία. Είναι μηχανισμός αποποίησης ευθύνης.

Και εδώ πρέπει να ειπωθεί κάτι καθαρά: ο δημόσιος βίος δεν μπορεί να ζει άλλο με τη φράση «θα τα κρίνει η Δικαιοσύνη» ως άλλοθι πολιτικής αδράνειας. Βεβαίως θα τα κρίνει η Δικαιοσύνη. Αλλά η Βουλή οφείλει να ελέγχει. Ο Τύπος οφείλει να ερευνά. Οι πολίτες οφείλουν να απαιτούν απαντήσεις. Και οι πολιτικοί οφείλουν να αναλαμβάνουν ευθύνες πριν τους τις επιβάλει ένα δικαστήριο.

Η Δημοκρατία δεν είναι μόνο ποινικός κώδικας.

Είναι και πολιτική τιμή.

Είναι και δημόσια αιδώς.

Είναι και θεσμική ευπρέπεια.

Αν χαθούν αυτά, τότε η χώρα μπορεί να έχει εκλογές, αλλά χάνει την ουσία της δημοκρατικής λειτουργίας.

Η υπόθεση Αβραμόπουλου, όπως εξελίσσεται στο Βέλγιο στο πλαίσιο του Qatargate, υπενθυμίζει κάτι ακόμη βαθύτερο: ότι η ελληνική πολιτική τάξη έχει συνηθίσει επί δεκαετίες να λειτουργεί μέσα σε ένα καθεστώς ασυλίας. Δεν αναφέρομαι σε ποινική ενοχή πριν αποφανθεί η Δικαιοσύνη. Αναφέρομαι στην πολιτική νοοτροπία. Στην αίσθηση ότι κάποιοι δεν λογοδοτούν ποτέ. Ότι κάποιοι μπορούν να περνούν από υπουργεία, ευρωπαϊκές θέσεις, ισχυρά γραφεία, διεθνείς οργανισμούς και όταν ελέγχονται, να μιλούν σαν να προσβάλλεται η προσωπική τους αριστοκρατία.

Αυτή η αλαζονεία είναι η κοινή γλώσσα του παλαιού και του νέου συστήματος.

Και είναι ακριβώς αυτή η αλαζονεία που η κοινωνία δεν αντέχει πια.

Ο πολίτης που πληρώνει ΕΝΦΙΑ, ΦΠΑ, ρεύμα, καύσιμα, δάνειο, τρόφιμα, φροντιστήρια, φάρμακα, δεν αντέχει να βλέπει τους ισχυρούς να ζητούν και συγγνώμη από πάνω επειδή τους ελέγχουν.

Δεν αντέχει να ακούει ότι όλα είναι «νόμιμα», όταν η νομιμότητα έχει μετατραπεί σε τέχνη διαφυγής.

Δεν αντέχει να του λένε ότι η χώρα προοδεύει, όταν ο ίδιος ζει χειρότερα.

Δεν αντέχει να του λένε ότι η Δικαιοσύνη λειτουργεί, όταν οι υποθέσεις που αφορούν ισχυρούς θάβονται στη χρονική άμμο.

Δεν αντέχει να του λένε ότι η ενημέρωση είναι ελεύθερη, όταν τα μεγάλα μέσα κρύβουν ή υποβαθμίζουν όσα δεν συμφέρουν την εξουσία.

Το κεντρικό πρόβλημα της επταετίας Μητσοτάκη δεν είναι ότι υπήρξαν σκάνδαλα. Όλες οι κυβερνήσεις μπορεί να βρεθούν αντιμέτωπες με σκάνδαλα. Το κεντρικό πρόβλημα είναι ότι τα σκάνδαλα έγιναν κανονικότητα. Και όταν το σκάνδαλο γίνεται κανονικότητα, η Δημοκρατία αρρωσταίνει.

Αρρωσταίνει όταν ο πολίτης λέει «όλοι ίδιοι είναι».

Αρρωσταίνει όταν ο νέος λέει «φεύγω».

Αρρωσταίνει όταν ο μικρομεσαίος λέει «δεν έχω καμία τύχη».

Αρρωσταίνει όταν ο αγρότης λέει «αν δεν έχεις άκρη, δεν παίρνεις τίποτα».

Αρρωσταίνει όταν ο δημοσιογράφος φοβάται.

Αρρωσταίνει όταν ο δικαστής πιέζεται.

Αρρωσταίνει όταν η Βουλή γίνεται θέατρο επικοινωνίας.

Αρρωσταίνει όταν η κυβέρνηση συγχέει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία με την ιδιοκτησία της χώρας.

Γι’ αυτό το ζήτημα σήμερα δεν είναι κομματικό. Είναι εθνικό. Είναι θεσμικό. Είναι ηθικό.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλη διαχείριση συγκάλυψης. Χρειάζεται κάθαρση.

Χρειάζεται πλήρη διαφάνεια στις συμβάσεις.

Χρειάζεται δημόσια λογοδοσία για το Ταμείο Ανάκαμψης.

Χρειάζεται πραγματικό έλεγχο στις απευθείας αναθέσεις.

Χρειάζεται προστασία των πολιτών από τράπεζες, funds και servicers.

Χρειάζεται ανεξάρτητη Δικαιοσύνη που δεν θα υπολογίζει πολιτικό κόστος.

Χρειάζεται ενημέρωση που δεν θα εξαρτάται από κρατικό χρήμα.

Χρειάζεται Βουλή που δεν θα λειτουργεί ως πλυντήριο.

Χρειάζεται πολιτικούς που θα φοβούνται όχι τα σκάνδαλα που αποκαλύπτονται, αλλά την ντροπή που προκαλούν.

Και πάνω απ’ όλα χρειάζεται ένας λαός που δεν θα συνηθίσει.

Γιατί αυτό είναι το πιο επικίνδυνο σημείο: να συνηθίσουμε.

Να συνηθίσουμε τις υποκλοπές.

Να συνηθίσουμε τα Τέμπη.

Να συνηθίσουμε τον ΟΠΕΚΕΠΕ.

Να συνηθίσουμε τη Λίστα Πέτσα.

Να συνηθίσουμε τα funds.

Να συνηθίσουμε την ακρίβεια.

Να συνηθίσουμε την ατιμωρησία.

Να συνηθίσουμε την προσβολή.

Όχι. Δεν πρέπει να συνηθίσουμε.

Η Δημοκρατία δεν πεθαίνει μόνο με πραξικοπήματα. Πεθαίνει και με την καθημερινή ανοχή στο ψέμα. Πεθαίνει όταν ο πολίτης κουράζεται να ζητά αλήθεια. Πεθαίνει όταν η εξουσία πιστεύει ότι μπορεί να κάνει τα πάντα και μετά να αγοράζει σιωπή με λίγη επικοινωνία. Πεθαίνει όταν η κοινωνία εγκαταλείπει την απαίτηση για δικαιοσύνη.

Η επταετία Μητσοτάκη θα μείνει στην πολιτική ιστορία όχι μόνο για τις υποσχέσεις της, αλλά κυρίως για τις αντιφάσεις της.

Υποσχέθηκε αριστεία και έφερε ημέτερους.

Υποσχέθηκε επιτελικότητα και έφερε συγκεντρωτισμό.

Υποσχέθηκε διαφάνεια και έφερε σκιές.

Υποσχέθηκε ασφάλεια και είδαμε Τέμπη, φωτιές, πλημμύρες, κατάρρευση υποδομών.

Υποσχέθηκε ευρωπαϊκή κανονικότητα και η χώρα βρέθηκε ξανά στο μικροσκόπιο ευρωπαϊκών θεσμών.

Υποσχέθηκε ανάπτυξη για όλους και μοίρασε ευκαιρίες στους λίγους.

Αυτός είναι ο απολογισμός.

Και ο απολογισμός δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από τηλεοπτικά πάνελ, πληρωμένη προπαγάνδα, επιδοτούμενη σιωπή και θριαμβολογίες.

Η χώρα δεν αντέχει άλλο κράτος της συγκάλυψης.

Δεν αντέχει άλλη ατιμωρησία.

Δεν αντέχει άλλη κανονικοποίηση του σκανδάλου.

Από το Watergate μέχρι σήμερα, η πολιτική ιστορία διδάσκει κάτι απλό: κανένα σύστημα δεν είναι ανίκητο όταν η αλήθεια αρχίζει να το διαπερνά.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι πόσα ακόμη «Gate» θα αποκαλυφθούν.

Το ερώτημα είναι αν η ελληνική κοινωνία θα επιτρέψει να μετατραπεί ολόκληρη η χώρα σε ένα απέραντο «Μητσοτάκης Gate».

Και η απάντηση πρέπει να είναι καθαρή:

Όχι άλλη συγκάλυψη.

Όχι άλλη ατιμωρησία.

Όχι άλλη Δημοκρατία των ισχυρών.

Η Ελλάδα χρειάζεται αλήθεια, κάθαρση, λογοδοσία.

Και αυτή τη φορά, η λογοδοσία πρέπει να φτάσει μέχρι την κορυφή.

 

Νίκος Ι. Νικολόπουλος
Προέδρου Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος Ελλάδος
Πρώην Υφυπουργού και πρώην Βουλευτή

Ακολουθήστε μας στις προτιμώμενες πηγές της Google:

Follow us on Google