Φίλες και φίλοι,
απόψε θέλω να μιλήσω για ένα θέμα για το οποίο θα μπορούσα πολύ εύκολα να πω:
«Σας τα έλεγα».
Δεν θα το κάνω.
Δεν επιχαίρω.
Δεν πανηγυρίζω.
Δεν αισθάνομαι καμία δικαίωση βλέποντας ένα πολιτικό εγχείρημα, το οποίο γεννήθηκε μέσα από ένα τεράστιο κοινωνικό αίτημα για Δικαιοσύνη, να δοκιμάζεται σήμερα από αποχωρήσεις, αλληλοκατηγορίες, καταγγελίες για συγκεντρωτισμό και εσωτερικούς πολέμους.
Γιατί εδώ δεν συζητάμε απλώς για τη Μαρία Καρυστιανού.
Ούτε για τον Θανάση Αυγερινό.
Ούτε για τον Βασίλη Κοκοτσάκη.
Ούτε για τους 22 που αποχώρησαν.
Συζητάμε για κάτι πολύ μεγαλύτερο:
Πώς ένα παλλαϊκό αίτημα κινδυνεύει να μικρύνει τόσο, ώστε να χωρέσει τελικά μέσα στα όρια ενός προσωπικού κόμματος.
Και αυτό, για μένα, είναι το πραγματικό πολιτικό ζήτημα.
ΕΙΧΑ ΜΙΛΗΣΕΙ ΠΡΙΝ ΥΠΑΡΞΕΙ ΤΟ ΚΟΜΜΑ
Θέλω όμως να θυμίσω κάτι.
Και το θυμίζω όχι για να διεκδικήσω παράσημα πολιτικής διορατικότητας.
Πολύ πριν ανακοινωθεί επίσημα αυτό το κόμμα, περίπου έναν χρόνο πριν, είχα κληθεί να συζητήσω, να ανταλλάξω σκέψεις και να συμβάλω στην προσπάθεια οργάνωσης ενός ευρύτερου κινήματος πολιτών.
Και είχα πει από τότε κάτι πολύ απλό:
Προσέξτε.
Άλλο πράγμα η κοινωνική κατακραυγή.
Άλλο η ηθική δύναμη ενός προσώπου.
Άλλο ένα κίνημα διαμαρτυρίας.
Και εντελώς άλλο πράγμα η συγκρότηση πολιτικού φορέα που ζητά από τον ελληνικό λαό να του εμπιστευθεί τη διακυβέρνηση της χώρας.
Η πολιτική δεν είναι τηλεοπτικό πλατό.
Δεν είναι μία καλή ομιλία.
Δεν είναι μία συγκινητική συγκέντρωση.
Δεν είναι ένα χειροκρότημα.
Δεν είναι παρουσίαση σε επιστημονικό συνέδριο.
Και ασφαλώς δεν είναι μία παρέα καλών ανθρώπων που αποφασίζει ότι, επειδή έχει δίκιο σε ένα μεγάλο ζήτημα, αυτομάτως γνωρίζει και πώς κυβερνάται μία χώρα.
Η πολιτική είναι θεσμοί.
Είναι ιδέες.
Είναι πρόγραμμα.
Είναι οργάνωση.
Είναι διαδικασίες.
Είναι λογοδοσία.
Είναι συλλογικότητα.
Είναι η ικανότητα να ακούς εκείνον που διαφωνεί μαζί σου.
Και κυρίως:
είναι η τέχνη να συνθέτεις ανθρώπους που δεν σου μοιάζουν.
Γι’ αυτό και έλεγα:
Μαρία, πρόσεξε.
Η πολιτική έχει κανόνες.
Ή τους μαθαίνεις, τους σέβεσαι και δημιουργείς γύρω σου θεσμούς ισχυρότερους από τα πρόσωπα…
ή κάποια στιγμή το ίδιο το εγχείρημα σε ξεπερνά και σε καταπίνει.
ΔΕΝ ΑΡΚΕΙ ΝΑ ΛΕΓΕΣΑΙ «ΚΙΝΗΜΑ ΠΟΛΙΤΩΝ»
Και φτάσαμε σήμερα εδώ.
Είκοσι δύο πρώην στελέχη εμφανίζονται δημοσίως και μιλούν για συγκεντρωτισμό, έλλειψη διαφάνειας, απουσία δημοκρατικών διαδικασιών, κλειστούς κύκλους και «αυλές».
Προσοχή.
Εγώ δεν είμαι δικαστής των εσωτερικών τους διαφορών.
Δεν γνωρίζω ποιος έχει δίκιο σε κάθε προσωπική σύγκρουση.
Και δεν πρόκειται να υιοθετήσω ως αποδεδειγμένο γεγονός κάθε καταγγελία επειδή απλώς δημοσιεύθηκε.
Αλλά όταν οι καταγγελίες πολλαπλασιάζονται…
όταν άνθρωποι διαφορετικών διαδρομών αποχωρούν…
όταν στελέχη που εμφανίστηκαν δίπλα στην ηγεσία απομακρύνονται μέσα σε λίγες εβδομάδες…
τότε υπάρχει πολιτικό ζήτημα.
Και δεν αντιμετωπίζεται με την απάντηση:
«Όποιος μας κρατά πίσω, καλύτερα να φεύγει».
Γιατί ένα πραγματικό κίνημα πολιτών δεν αποδεικνύει τη δύναμή του όταν διώχνει τους δύσκολους.
Την αποδεικνύει όταν μπορεί να συνυπάρχει μαζί τους.
Όταν αντέχει την κριτική.
Όταν έχει κανόνες.
Όταν κανείς — ούτε καν ο αρχηγός — δεν βρίσκεται πάνω από αυτούς.
ΚΙΝΗΜΑ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ Ή «ΚΟΜΜΑ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ»;
Και εδώ βρίσκεται το μεγάλο ερώτημα.
Αυτό που δημιουργήθηκε ήταν πράγματι ένα κίνημα πολιτών;
Ή μετατράπηκε πολύ γρήγορα σε ένα προσωποκεντρικό πολιτικό εγχείρημα;
Γιατί ένα κίνημα δεν είναι κίνημα επειδή το γράφει η ταμπέλα του.
Κίνημα είναι όταν οι πολίτες αποφασίζουν.
Όταν εκλέγουν όργανα.
Όταν γνωρίζουν ποιος αποφασίζει και γιατί.
Όταν υπάρχει καταστατικό.
Όταν υπάρχει εσωτερικός έλεγχος.
Όταν υπάρχουν διαδικασίες επιλογής στελεχών.
Όταν υπάρχουν πολιτικές θέσεις που δεν αλλάζουν ανάλογα με το ποιος πήρε τελευταίος τηλέφωνο την ηγεσία.
Και επιτρέψτε μου μια σκληρή κουβέντα:
Δεν φτιάχνεις δημοκρατία δημιουργώντας αυλή.
Δεν αντικαθιστάς το παλιό πολιτικό σύστημα δημιουργώντας ένα μικρότερο αντίγραφό του.
Δεν μπορείς να λες:
«Εμείς είμαστε οι πολίτες απέναντι στους μηχανισμούς»
και ταυτόχρονα στο εσωτερικό σου να κατηγορείσαι από πρώην συνεργάτες σου ότι δημιουργείς δικό σου μηχανισμό.
Εάν οι καταγγελίες είναι ψευδείς, η ηγεσία οφείλει να τις απαντήσει μία προς μία.
Με στοιχεία.
Όχι με χαρακτηρισμούς.
Εάν όμως υπάρχει έστω ένας πυρήνας αλήθειας, τότε χρειάζεται άμεση πολιτική αυτοκριτική.
ΚΑΙ ΟΙ ΑΠΟΧΩΡΗΣΑΝΤΕΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΝΕΥΘΥΝΟΙ
Θέλω όμως να είμαι δίκαιος.
Δεν πρόκειται να αγιοποιήσω ούτε εκείνους που αποχωρούν.
Γιατί υπάρχει ένα ερώτημα και προς αυτούς:
Τώρα τα είδατε;
Τώρα αντιληφθήκατε τον συγκεντρωτισμό;
Τώρα ανακαλύψατε την «αυλή»;
Τώρα είδατε την έλλειψη διαδικασιών;
Και όσοι είχαν δημόσια αξιώματα, όσοι εκπροσωπούσαν το κόμμα στις τηλεοράσεις, όσοι κάθονταν δίπλα στην ηγεσία, όσοι συμμετείχαν στις αποφάσεις, έχουν μεγαλύτερη υποχρέωση να απαντήσουν.
Γιατί η δημοκρατία δεν γίνεται σημαντική μόνο όταν χάνουμε τη θέση μας.
Η διαφάνεια δεν γίνεται απαραίτητη μόνο όταν βρισκόμαστε έξω από την πόρτα.
Και η συλλογικότητα δεν μπορεί να μας ενδιαφέρει μόνο όταν σταματήσαμε να συμμετέχουμε στον στενό κύκλο.
Άρα:
Ναι, να ακούσουμε τους 22.
Ναι, να ακούσουμε τον Κοκοτσάκη.
Ναι, να ακούσουμε τον Αυγερινό.
Ναι, να ακούσουμε όλους όσοι αποχώρησαν.
Αλλά να ακούσουμε και την άλλη πλευρά.
Και μετά να θέσουμε σε όλους την ίδια ερώτηση:
Πού ήσασταν όταν εμφανίστηκαν τα πρώτα συμπτώματα;
ΤΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΛΑΘΟΣ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΚΑΡΥΣΤΙΑΝΟΥ
Κατά τη γνώμη μου, όμως, το μεγαλύτερο λάθος της Μαρίας Καρυστιανού είναι βαθύτερο.
Φοβάμαι ότι μπέρδεψε την τεράστια κοινωνική αποδοχή του αιτήματος για Δικαιοσύνη στα Τέμπη με προσωπική πολιτική εξουσιοδότηση.
Και αυτά τα δύο δεν είναι το ίδιο.
Τα εκατομμύρια των Ελλήνων που συγκλονίστηκαν για τα Τέμπη δεν υπέγραψαν λευκή πολιτική επιταγή σε κανέναν.
Οι άνθρωποι που βγήκαν στις πλατείες δεν είπαν:
«Κυβέρνησέ μας».
Είπαν:
«Θέλουμε Δικαιοσύνη».
Δεν είπαν:
«Συμφωνούμε μαζί σου για την οικονομία, την εξωτερική πολιτική, την παιδεία, την υγεία, το δημογραφικό, τη φορολογία, την Ευρώπη, την άμυνα».
Είπαν:
«Δεν ανεχόμαστε συγκάλυψη. Θέλουμε αλήθεια».
Αυτή η διάκριση είναι θεμελιώδης.
Γιατί άλλο πράγμα η ηθική νομιμοποίηση ενός αγώνα και άλλο η πολιτική εντολή διακυβέρνησης.
Και όποιος τα συγχέει κινδυνεύει να αδικήσει τελικά και τον ίδιο τον αγώνα από τον οποίο ξεκίνησε.
Η ΧΩΡΑ ΔΕΝ ΚΥΒΕΡΝΙΕΤΑΙ ΜΕ ΕΥΧΟΛΟΓΙΑ
Και υπάρχει και δεύτερο πρόβλημα.
Πού είναι το συγκεκριμένο πρόγραμμα;
Δεν αρκεί να λες «Δικαιοσύνη».
Πώς θα αντιμετωπίσεις τα κόκκινα δάνεια;
Τι θα κάνεις για τους πλειστηριασμούς;
Ποιο είναι το φορολογικό σου σχέδιο;
Τι θα κάνεις για τη μικρομεσαία επιχείρηση;
Πώς θα αντιμετωπίσεις το δημογραφικό;
Ποια είναι η θέση σου για την Τουρκία;
Για το ΝΑΤΟ;
Για την Ευρωπαϊκή Ένωση;
Για την ενέργεια;
Για την πρωτογενή παραγωγή;
Για την οικογένεια;
Για τη δημόσια υγεία;
Για την παιδεία;
Για την ασφάλεια;
Δεν ζητάς την ψήφο ενός λαού μόνο με το επιχείρημα:
«Οι προηγούμενοι απέτυχαν».
Πρέπει να του πεις:
«Εγώ θα κάνω αυτά. Με αυτούς τους ανθρώπους. Με αυτό το κόστος. Σε αυτό το χρονοδιάγραμμα. Και αν αποτύχω, θα λογοδοτήσω».
Αυτό είναι πολιτική.
Τα υπόλοιπα είναι επικοινωνία.
ΠΟΙΟΣ ΧΑΜΟΓΕΛΑ ΣΗΜΕΡΑ;
Και ξέρετε ποιος παρακολουθεί όλα αυτά και χαμογελά;
Το Μαξίμου.
Και εδώ πραγματικά θυμώνω.
Γιατί η κυβέρνηση δεν χρειάζεται να κάνει τίποτε.
Κάθεται και παρακολουθεί.
Παρακολουθεί έναν χώρο που θα μπορούσε να μετατρέψει την κοινωνική δυσαρέσκεια σε σοβαρή πολιτική απαίτηση να αυτοϋπονομεύεται.
Ο ένας κατηγορεί τον άλλον.
Οι πρώην καταγγέλλουν τους νυν.
Οι νυν απαξιώνουν τους πρώην.
Οι παρέες γίνονται στρατόπεδα.
Και το σύστημα που όλοι υποτίθεται ότι ήθελαν να αμφισβητήσουν…
τρίβει τα χέρια του.
Μπράβο μας!
Αυτό ακριβώς χρειαζόταν το Μαξίμου.
Μία αντιπολίτευση κατακερματισμένη.
Προσωπικές στρατηγικές.
Νέα κόμματα χωρίς οργανωτική ωριμότητα.
Αρχηγούς χωρίς θεσμούς.
Και ανθρώπους που αντί να κοιτούν τον πραγματικό πολιτικό αντίπαλο, κοιτούν ποιος θα καθίσει στην πρώτη καρέκλα της επόμενης συγκέντρωσης.
«ΤΕΧΝΗ ΤΕΧΝΗΣ ΥΠΕΡΤΕΡΑ»
Κάποτε είπα μια φράση που σήμερα επαναλαμβάνω:
Η πολιτική είναι τέχνη τέχνης υπερτέρα.
Δεν μαθαίνεται σε μία νύχτα.
Και δεν είναι ντροπή να μην τη γνωρίζεις.
Ντροπή είναι να πιστεύεις ότι δεν χρειάζεται να τη μάθεις.
Να θεωρείς την εμπειρία άχρηστη.
Να αντιμετωπίζεις κάθε συμβουλή ως απειλή.
Να πιστεύεις ότι όποιος διαφωνεί μαζί σου είναι εχθρός.
Γιατί τότε γεννιέται το χειρότερο πολιτικό ελάττωμα:
η αλαζονεία της βεβαιότητας.
Και από εκεί αρχίζει η πτώση.
ΔΕΝ ΕΠΙΧΑΙΡΩ — ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΩ ΞΑΝΑ
Μαρία Καρυστιανού,
θα το πω απόψε όπως το έλεγα και τότε.
Χωρίς προσωπική εμπάθεια.
Χωρίς χαιρεκακία.
Χωρίς διάθεση να σε προσβάλω.
Άκου.
Άκου ακόμη και εκείνους που σε ενοχλούν.
Κυρίως αυτούς.
Γιατί οι άνθρωποι που σου λένε καθημερινά πόσο σπουδαία είσαι δεν είναι πάντοτε οι καλύτεροι φίλοι σου.
Ο πραγματικός φίλος είναι εκείνος που θα σου πει:
«Εδώ κάνεις λάθος».
«Εδώ κινδυνεύεις».
«Εδώ πρέπει να αλλάξεις».
Και εάν εξακολουθήσεις να αντιμετωπίζεις κάθε αποχώρηση ως απόδειξη ότι «ξεκαθαρίζει το τοπίο», φοβάμαι ότι κάποια στιγμή θα έχει ξεκαθαρίσει τόσο πολύ…
ώστε να μην έχει απομείνει κανείς.
Η ΕΛΠΙΔΑ ΕΙΝΑΙ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΑΠΟ ΕΝΑ ΚΟΜΜΑ
Και θέλω να κλείσω με κάτι που θεωρώ πολύ σημαντικό.
Δεν πρέπει να πεθάνει η ελπίδα επειδή αποτυγχάνει ένα κόμμα που ονομάστηκε «Ελπίδα».
Δεν ανήκει η ελπίδα σε κανέναν αρχηγό.
Δεν ανήκει στη Μαρία Καρυστιανού.
Δεν ανήκει στους 22.
Δεν ανήκει στον Νικολόπουλο.
Δεν ανήκει σε κανένα κόμμα.
Ανήκει στους Έλληνες.
Ανήκει στον πολίτη που ζητά Δικαιοσύνη.
Στον νέο που θέλει να μείνει στην Ελλάδα.
Στην οικογένεια που δεν βγάζει τον μήνα.
Στον μικρομεσαίο που πνίγεται.
Στον αγρότη που εγκαταλείπει τη γη του.
Στον άνθρωπο που κουράστηκε να ακούει μεγάλα λόγια και ζητά συγκεκριμένες απαντήσεις.
Γι’ αυτό και όσοι αποχώρησαν και το έκαναν επειδή πραγματικά δεν μπορούσαν να συμβιβαστούν με πρακτικές που θεωρούσαν αντιδημοκρατικές, αξίζουν να ακουστούν.
Όχι όμως για να δημιουργήσουμε αύριο μία ακόμη προσωπική αυλή.
Αλλά για να αναρωτηθούμε:
Μπορούμε επιτέλους να δημιουργήσουμε κάτι μεγαλύτερο από τους εαυτούς μας;
Κάτι με κανόνες;
Με ιδέες;
Με δημοκρατία;
Με ανθρώπους διαφορετικούς;
Με συγκεκριμένο πρόγραμμα;
Με δεσμεύσεις;
Με λογοδοσία;
Εγώ εξακολουθώ να πιστεύω ότι μπορούμε.
Και γι’ αυτό περιμένω με ενδιαφέρον τι έχουν να πουν και οι 22.
Εάν το κάλεσμά τους είναι κάλεσμα αυτοκριτικής, δημοκρατίας, συλλογικότητας και πραγματικής πολιτικής πρότασης, πρέπει να το ακούσουμε.
Και προσωπικά δηλώνω:
Σε κάθε σοβαρή προσπάθεια που υπηρετεί πραγματικά τη Δημοκρατία, τη Δικαιοσύνη και την εθνική ανάταση, χωρίς αυλές, χωρίς προσωπικά βασίλεια και χωρίς προαποφασισμένες καρέκλες, εγώ θα είμαι πρόθυμος να βοηθήσω όσο μπορώ.
Όχι για μία θέση.
Έχω περάσει πολλά χρόνια από τη ζωή μου στα έδρανα της Βουλής.
Δεν μου λείπει καμία καρέκλα.
Μου λείπει κάτι άλλο:
Μου λείπει μία Ελλάδα που να μπορεί ξανά να ελπίζει.
Και γι’ αυτό λέω σήμερα προς όλες τις πλευρές:
Μην κάνετε την ελπίδα ιδιοκτησία σας.
Μην κάνετε τον πόνο πολιτικό κεφάλαιο.
Μην κάνετε τη Δικαιοσύνη κομματικό λάβαρο.
Μην κάνετε ένα παλλαϊκό αίτημα προσωπικό όχημα.
Γιατί οι πολίτες μπορεί να συγχωρήσουν την απειρία.
Μπορεί να συγχωρήσουν ένα λάθος.
Μπορεί ακόμη να συγχωρήσουν μια αποτυχία.
Δεν συγχωρούν όμως εύκολα εκείνον που τους έκανε να ελπίσουν και ύστερα τους απογοήτευσε.
Και φοβάμαι ότι εκεί βρίσκεται σήμερα η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία».
Σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι.
Ή θα αλλάξει βαθιά…
ή θα συνεχίσει να μικραίνει.
Και εάν συνεχίσει έτσι, φοβάμαι ότι η πολιτική της φθορά θα έχει αρχίσει πολύ πριν φτάσει στην κάλπη.
Γιατί, όπως λέει ο λαός μας,
η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.
Ναι.
Αλλά, δυστυχώς,
και η ελπίδα πεθαίνει.
Και θα είναι κρίμα να την έχουν σκοτώσει εκείνοι που υποσχέθηκαν ότι θα την ξαναγεννήσουν.













