Η στέγη δεν είναι προνόμιο. Είναι κοινωνικό δικαίωμα. Και όταν περισσότεροι από ένας στους δύο νέους δεν μπορούν να αποκτήσουν το δικό τους σπίτι, τότε δεν αποτυγχάνει μια γενιά. Αποτυγχάνει το κράτος.
Υπάρχουν στιγμές που ένας αριθμός λέει περισσότερα από εκατοντάδες σελίδες αναλύσεων. Το 56,3% των νέων ηλικίας 25 έως 34 ετών στην Ελλάδα εξακολουθεί να ζει με τους γονείς του.
Δεν πρόκειται για φοιτητές.
Δεν πρόκειται για ανθρώπους που ξεκινούν τώρα τη ζωή τους.
Πρόκειται για νέους που έχουν ολοκληρώσει τις σπουδές τους, εργάζονται ή αναζητούν εργασία, πληρώνουν φόρους, ασφαλιστικές εισφορές και συμμετέχουν στην παραγωγική διαδικασία της χώρας. Είναι η γενιά που θα έπρεπε να σχεδιάζει την πρώτη της κατοικία, να δημιουργεί οικογένεια, να αποκτά παιδιά και να επενδύει στο μέλλον της.
Αντί γι’ αυτό, περισσότεροι από τους μισούς εξακολουθούν να εξαρτώνται στεγαστικά από τους γονείς τους.
Αυτό δεν είναι προσωπική επιλογή.
Δεν είναι χαρακτηριστικό της ελληνικής οικογένειας.
Είναι το πιο ηχηρό αποτύπωμα μιας πολιτείας που, επί σειρά ετών, απέτυχε να αντιμετωπίσει το στεγαστικό ζήτημα ως κορυφαία κοινωνική προτεραιότητα.
Η Ελλάδα βρίσκεται στη δεύτερη χειρότερη θέση στην Ευρώπη
Τα στοιχεία της Eurostat είναι αδιάψευστα.
Νέοι 25-34 ετών που διαμένουν με τους γονείς τους
Κροατία: 62,3%
Ελλάδα: 56,3%
Μέσος όρος Ε.Ε.: 30,1%
Η Ελλάδα απέχει περισσότερο από 26 ποσοστιαίες μονάδες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι γιατί οι νέοι μένουν στο πατρικό.
Το πραγματικό ερώτημα είναι γιατί η Πολιτεία επιτρέπει να συμβαίνει αυτό.
Δεν αποτυγχάνουν οι νέοι. Αποτυγχάνει η στεγαστική πολιτική.
Για χρόνια ακούσαμε ότι οι νέοι δεν φεύγουν από το σπίτι επειδή «οι Έλληνες είναι δεμένοι με την οικογένεια».
Είναι μια εύκολη εξήγηση.
Και, δυστυχώς, βολεύει.
Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σκληρή.
Όταν ένας νέος εργαζόμενος χρειάζεται πάνω από το μισό του εισόδημα μόνο για να πληρώσει ενοίκιο, όταν η αγορά πρώτης κατοικίας γίνεται ολοένα πιο απρόσιτη και όταν η προσφορά προσιτών κατοικιών μειώνεται συνεχώς, τότε η παραμονή στο πατρικό δεν αποτελεί επιλογή.
Αποτελεί οικονομική αναγκαιότητα.
Οι αριθμοί αποτυπώνουν κοινωνική ανισότητα
Ο συγκεκριμένος δείκτης δεν μετρά απλώς πόσοι νέοι ζουν με τους γονείς τους.
Μετρά κάτι πολύ βαθύτερο.
Μετρά:
τη δυνατότητα οικονομικής αυτονόμησης,
την πρόσβαση στην κατοικία,
την πραγματική αγοραστική δύναμη των νέων,
την αποτελεσματικότητα των δημόσιων πολιτικών,
τη λειτουργία της αγοράς κατοικίας.
Κάθε ποσοστιαία μονάδα στον συγκεκριμένο δείκτη αντιστοιχεί σε χιλιάδες ανθρώπους που δεν μπορούν να κάνουν το επόμενο βήμα στη ζωή τους.
Ευρώπη δείχνει ότι υπάρχει άλλος δρόμος
Οι χώρες της Βόρειας Ευρώπης αποδεικνύουν ότι η κατάσταση δεν είναι αναπόφευκτη.
Νέοι 25-34 ετών που διαμένουν με τους γονείς τους
Δανία: 3,9%
Φινλανδία: 4,0%
Νορβηγία: 7,3%
Σουηδία: 7,5%
Δεν πρόκειται για κοινωνίες με φθηνότερα σπίτια.
Σε πολλές περιπτώσεις οι τιμές κατοικίας είναι υψηλότερες από τις ελληνικές.
Η διαφορά είναι αλλού.
Εκεί υπάρχει ολοκληρωμένη στεγαστική πολιτική.
Υπάρχει κοινωνική κατοικία.
Υπάρχει οργανωμένη αγορά ενοικίασης.
Υπάρχουν επιδόματα στέγασης.
Υπάρχει πραγματική προστασία των νέων νοικοκυριών.
Κυρίως, υπάρχει πολιτική επιλογή.
Η στεγαστική κρίση δεν αναβάλλει μόνο τη ζωή των νέων. Αναβάλλει το μέλλον της χώρας.
Όταν ένας νέος δεν μπορεί να αποκτήσει το δικό του σπίτι, δεν αναβάλλεται μόνο η μετακόμισή του.
Αναβάλλεται:
η δημιουργία οικογένειας,
η απόκτηση παιδιών,
η αγορά πρώτης κατοικίας,
η επαγγελματική κινητικότητα,
η οικονομική ανεξαρτησία.
Και τελικά αναβάλλεται η ίδια η ανανέωση της ελληνικής κοινωνίας.
Η στεγαστική κρίση μετατρέπεται σε δημογραφική κρίση.
Και η δημογραφική κρίση μετατρέπεται σε αναπτυξιακή κρίση.
Η στεγαστική κρίση τροφοδοτεί το δημογραφικό πρόβλημα
Η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με μία από τις μεγαλύτερες δημογραφικές προκλήσεις των τελευταίων δεκαετιών. Όταν ένας νέος αδυνατεί να αποκτήσει οικονομικά προσιτή κατοικία, δεν αναβάλλει μόνο την ανεξαρτητοποίησή του. Αναβάλλει τη δημιουργία οικογένειας και την απόκτηση παιδιών.
Η αντιμετώπιση του δημογραφικού δεν μπορεί να περιορίζεται σε οικονομικά επιδόματα μετά τη γέννηση ενός παιδιού. Ξεκινά πολύ νωρίτερα, από τη δυνατότητα ενός νέου ανθρώπου να αποκτήσει το δικό του σπίτι. Χωρίς ολοκληρωμένη στεγαστική πολιτική, καμία δημογραφική πολιτική δεν μπορεί να αποδώσει ουσιαστικά.
Η μεγαλύτερη κοινωνική ανισότητα της νέας γενιάς
Σήμερα ένας νέος δεν ξεκινά από την ίδια αφετηρία με έναν συνομήλικό του.
Ξεκινά από το σπίτι των γονιών του.
Αν οι γονείς διαθέτουν κατοικία, μπορούν να τον στηρίξουν οικονομικά ή να του παραχωρήσουν ένα ακίνητο, οι πιθανότητες να δημιουργήσει ανεξάρτητο νοικοκυριό αυξάνονται σημαντικά.
Αν δεν διαθέτουν αυτή τη δυνατότητα, ο δρόμος προς την αυτονόμηση γίνεται πολύ πιο δύσκολος.
Με άλλα λόγια, η πρόσβαση στη στέγη αρχίζει να εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από την περιουσία των γονέων και ολοένα λιγότερο από την προσπάθεια του ίδιου του νέου.
Αυτό δεν συνιστά μόνο στεγαστική ανισότητα.
Συνιστά κρίση κοινωνικής δικαιοσύνης.
Η Ελλάδα χρειάζεται εθνική στεγαστική πολιτική και όχι αποσπασματικά μέτρα
Η χώρα δεν χρειάζεται ακόμη ένα πρόγραμμα με ημερομηνία λήξης.
Χρειάζεται μια μόνιμη εθνική στρατηγική για την κατοικία.
Χρειάζεται:
αξιοποίηση των χιλιάδων κλειστών κατοικιών,
ανάπτυξη προσιτής και κοινωνικής κατοικίας,
φορολογικά κίνητρα για μακροχρόνιες μισθώσεις,
ουσιαστική ενίσχυση των νέων νοικοκυριών,
ένα Εθνικό Παρατηρητήριο Κατοικίας που θα σχεδιάζει πολιτικές βάσει πραγματικών δεδομένων και όχι συγκυριακών παρεμβάσεων.
Η κατοικία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως αποκλειστικά ιδιωτική υπόθεση.
Αποτελεί βασικό πυλώνα κοινωνικής πολιτικής και εθνικής ανάπτυξης.
Δεν έχουμε δικαίωμα να συνηθίσουμε αυτή την εικόνα
Το 56,3% δεν είναι ένας αριθμός.
Είναι χιλιάδες νέοι που καθυστερούν να δημιουργήσουν το δικό τους σπίτι.
Είναι ζευγάρια που αναβάλλουν τη δημιουργία οικογένειας.
Είναι παιδιά που δεν γεννιούνται.
Είναι άνθρωποι που αρνούνται μια θέση εργασίας επειδή δεν μπορούν να πληρώσουν ενοίκιο σε άλλη πόλη.
Είναι γονείς που συνεχίζουν να στηρίζουν οικονομικά τα παιδιά τους πολύ μετά την ενηλικίωσή τους.
Και τελικά, είναι μια χώρα που κινδυνεύει να συνηθίσει το απαράδεκτο ως φυσιολογικό.
Η πραγματική ευθύνη μιας Πολιτείας δεν είναι να διαπιστώνει τα προβλήματα όταν τα αναδεικνύουν οι στατιστικές. Είναι να δημιουργεί τις συνθήκες ώστε κάθε νέος άνθρωπος να μπορεί, με την εργασία και την προσπάθειά του, να αποκτήσει το αυτονόητο: ένα σπίτι, μια οικογένεια και την προοπτική να σχεδιάσει τη ζωή του με αξιοπρέπεια και αυτονομία
Θέμης Μπάκας
πολιτευτής Αχαΐας













