Popular Now
Πυροσβεστικό όχημα σε ορεινό δρόμο με θέα τη θάλασσα, εν μέσω επιφυ…

Πάτρα: Σε επιφυλακή με απαγόρευση κυκλοφορίας τέθηκε ο Δήμος υπό τον φόβο πυρκαγιάς

Ο Τραμπ κρατάει μια πινακίδα AMERICA μπροστά από την πινακίδα WELCOME TO NEW …

Ο Τραμπ «μετονομάζει» το Νέο Μεξικό σε «Νέα Αμερική»

Ο βουλευτής Σπυρίδων Τσιρώνης και έγγραφο της Βουλής για τις ευθύν…

«Το Υπουργείο μεταφέρει στους εκπαιδευτικούς ευθύνες που ανήκουν σε μηχανικούς και ελεγκτικές αρχές»

ΔΕΘ 2026 και στραγαστικό: τίτλος άρθρου σε λευκό φόντο

«ΔΕΘ 2026 και στεγαστικό: Πόσες ακόμη εξαγγελίες χρειάζονται για να παραδεχτούμε ότι η πολιτική απέτυχε ;»

Θεμιστοκλής Μπάκας – Μέτρα επί μέτρων, προγράμματα επί προγραμμάτων και επαναλαμβανόμενες ανακοινώσεις – την ώρα που το σπίτι γίνεται όλο και πιο απρόσιτο για την κοινωνία

Υπάρχει κάποια στιγμή στην πολιτική που οι εξαγγελίες παύουν να αποτελούν απάντηση.

Και αρχίζουν να αποτελούν ερώτημα.

Για το στεγαστικό, θεωρώ ότι αυτή η στιγμή έχει ήδη έρθει.

Τα τελευταία χρόνια η κυβέρνηση έχει ανακοινώσει δεκάδες παρεμβάσεις. «Σπίτι μου 1», «Σπίτι μου 2» (εξαγγελία στη ΔΕΘ, 7/9/2024), τώρα «Σπίτι μου 3» (ΔΕΘ 2026, 5/9/2026). Επιστροφή ενοικίου. Φοροαπαλλαγές για κλειστά σπίτια. «Ανακαινίζω – Νοικιάζω». Κοινωνική αντιπαροχή. Φοιτητικές εστίες. Περιορισμούς στις βραχυχρόνιες μισθώσεις. Στεγαστικά προγράμματα για τις Ένοπλες Δυνάμεις. Ενισχύσεις για εκπαιδευτικούς, γιατρούς και νοσηλευτές.

Μέτρα. Νέα μέτρα. Επεκτάσεις μέτρων. Παρατάσεις μέτρων. Και κάθε χρόνο νέες ανακοινώσεις.

Μόνο που ο πολίτης δεν κατοικεί μέσα σε ένα δελτίο Τύπου.

Κατοικεί – αν μπορεί – σε ένα σπίτι που πρέπει να πληρώσει.

Και εκεί ακριβώς βρίσκεται η αποτυχία της κυβερνητικής στεγαστικής πολιτικής.

Δεν είναι ότι δεν υπήρξαν παρεμβάσεις.

Είναι ότι, παρά τις παρεμβάσεις, το κόστος στέγασης δεν αναχαιτίστηκε.

  • Ο νέος εξακολουθεί να δυσκολεύεται να φύγει από το παιδικό του δωμάτιο.
  • Το ζευγάρι εξακολουθεί να υπολογίζει αν αντέχει οικονομικά ένα δεύτερο παιδί με βάση το κόστος ενός μεγαλύτερου σπιτιού.
  • Ο φοιτητής και η οικογένειά του εξακολουθούν να αναζητούν κατοικία με μισθώματα που πολλές φορές μοιάζουν δυσανάλογα με τα οικογενειακά εισοδήματα.
  • Ο εργαζόμενος εξακολουθεί να βλέπει ένα όλο και μεγαλύτερο μέρος του μισθού του να κατευθύνεται απλώς και μόνο στο δικαίωμα να έχει μια στέγη πάνω από το κεφάλι του.

Και όταν ύστερα από τόσα μέτρα το βασικό κοινωνικό πρόβλημα παραμένει – και σε αρκετές περιπτώσεις οξύνεται – τότε δεν αρκεί να μας παρουσιάζεται άλλη μία λίστα εξαγγελιών.

Χρειάζεται απολογισμός.

Πόσο νέο ήταν τελικά το «νέο» πακέτο της ΔΕΘ;

Εδώ τα στοιχεία είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικά. Οι 8.500 νέες φοιτητικές κλίνες δεν εμφανίστηκαν για πρώτη φορά το 2026. Στη ΔΕΘ του 2022, στις 10/9/2022, είχαν ήδη ανακοινωθεί 8.150 θέσεις μέσω ΣΔΙΤ και στις 6/7/2023, κατά τις Προγραμματικές Δηλώσεις, ο στόχος είχε ήδη μετατραπεί σε 8.500 κλίνες.

Άρα, τέσσερα χρόνια μετά, το ζήτημα δεν είναι να ξανακούσουμε τον αριθμό.

Το ερώτημα είναι: Πού είναι οι κλίνες; Πόσες παραδόθηκαν; Πόσοι φοιτητές στεγάστηκαν;

Γιατί για την οικογένεια που πληρώνει σήμερα 500 ή 600 ευρώ ενοίκιο, η επανάληψη της ίδιας εξαγγελίας δεν αποτελεί κοινωνική πολιτική.

Αποτελεί υπενθύμιση μιας καθυστέρησης.

Το ίδιο συμβαίνει με την κοινωνική αντιπαροχή.

Η πρώτη σαφής εξαγγελία έγινε ήδη στη ΔΕΘ του 2022, στις 10/9/2022. Στις 6/7/2023 τέθηκε αρχικός στόχος περίπου 2.500 κατοικιών. Και σήμερα, τέσσερα χρόνια αργότερα, συζητάμε για τα πρώτα οκτώ ακίνητα της ΔΥΠΑ, περίπου 400 διαμερίσματα και τουλάχιστον 130 κοινωνικές κατοικίες.

Δεν αμφισβητώ ότι οι μεγάλες παρεμβάσεις χρειάζονται χρόνο.

Αλλά κάποια στιγμή η πολιτική πρέπει να πάψει να μετράει πόσες φορές ανακοίνωσε ένα πρόγραμμα και να αρχίσει να μετράει πόσα σπίτια παρέδωσε.

Η τριετής φοροαπαλλαγή για κλειστά ακίνητα είχε ανακοινωθεί ήδη στη ΔΕΘ του 2024, στις 7/9/2024. Το 2026 έχουμε παράταση του ίδιου μέτρου.

Οι περιορισμοί στις βραχυχρόνιες μισθώσεις επίσης ξεκίνησαν από τη ΔΕΘ του 2024, στις 7/9/2024, με την απαγόρευση νέων εγγραφών στο 1ο, 2ο και 3ο Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου Αθηναίων. Για τη Θεσσαλονίκη ακολούθησε κυβερνητική απόφαση το φθινόπωρο του 2025, με εφαρμογή του περιορισμού τον Ιούλιο του 2026.

Το στεγαστικό πρόγραμμα των Ενόπλων Δυνάμεων είχε παρουσιαστεί ήδη στο Υπουργικό Συμβούλιο στις 23/12/2024 και ακολούθησε περαιτέρω εξειδίκευση και διεύρυνσή του μέσα στο 2025.

Η ετήσια επιστροφή ενός ενοικίου είχε παρουσιαστεί ήδη μέσα στο 2025 και είχε θεσμοθετηθεί πριν από τη ΔΕΘ 2026. Στο αρχείο καταγράφεται ως ήδη εξαγγελμένο μέτρο της ΔΕΘ 2025, ενώ η σχετική κυβερνητική παρέμβαση είχε ήδη παρουσιαστεί δημόσια από την άνοιξη του 2025.

Τα δύο ενοίκια για εκπαιδευτικούς, γιατρούς και νοσηλευτές της περιφέρειας είχαν ανακοινωθεί ήδη από τον Πρωθυπουργό στη συζήτηση του Προϋπολογισμού, στις 16/12/2025.

Το πρόγραμμα ανακαίνισης των 400 εκατ. ευρώ, με επιδότηση έως 90% και έως 36.000 ευρώ ανά κατοικία (έως 300 €/τ.μ.), επίσης είχε ανακοινωθεί στις 16/12/2025, δηλαδή σχεδόν εννέα μήνες πριν από τη ΔΕΘ 2026.

Όμως, πέρα από το γεγονός ότι δεν πρόκειται για νέα εξαγγελία, υπάρχει και ένα ουσιαστικό ερώτημα: ποιο είναι το κοινωνικό αντάλλαγμα μιας τόσο υψηλής δημόσιας χρηματοδότησης; Στην Κύπρο, για παράδειγμα, η επιχορήγηση για την ανακαίνιση κλειστών κατοικιών συνδέεται με την υποχρέωση διάθεσής τους για τέσσερα χρόνια με προσιτό μίσθωμα, περίπου 30% χαμηλότερο από το αγοραίο. Αντίστοιχη κοινωνική ανταποδοτικότητα θα έπρεπε να προβλέπεται και στην Ελλάδα. Γιατί άλλο είναι να επιδοτεί το Δημόσιο την ανακαίνιση μιας ιδιωτικής περιουσίας και άλλο να χρηματοδοτεί την επιστροφή ενός κλειστού σπιτιού στην αγορά με πραγματικά προσιτό ενοίκιο.

Και η φορολογική έκπτωση έως 16.000 ευρώ για ανακαινίσεις δεν είναι νέο εργαλείο. Προϋπήρχε ήδη από το 2020, ενισχύθηκε νομοθετικά στα τέλη του 2023, ενώ ο Πρωθυπουργός είχε αναφερθεί ρητά στην έκπτωση έως 16.000 ευρώ στις 9/2/2024.

Άρα πρέπει επιτέλους να μιλήσουμε καθαρά.

Το μεγαλύτερο μέρος όσων παρουσιάζονται ως στεγαστικό πακέτο του 2026 είναι συνέχεια, επέκταση ή επανάληψη πολιτικών που είχαν ήδη εξαγγελθεί.

Και αυτό δεν θα ήταν απαραίτητα πρόβλημα, εάν στο μεταξύ είχαμε δει τα αποτελέσματα.

Εκεί όμως βρίσκεται ακριβώς η δυσκολία.

Τι είναι πραγματικά νέο

Το «Σπίτι μου 3» αποτελεί πράγματι νέα εξαγγελία της ΔΕΘ 2026, στις 5/9/2026, με προϋπολογισμό 2 δισ. ευρώ μέσω της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας.

Αλλά ακόμη και εδώ χρειάζεται προσοχή στην επικοινωνία των αριθμών.

Ο στόχος των περίπου 40.000 περιπτώσεων απόκτησης κατοικίας αφορά συνολικά τα «Σπίτι μου 1», «Σπίτι μου 2» και «Σπίτι μου 3». Περίπου 25.000 είχαν ήδη ωφεληθεί μέχρι το καλοκαίρι του 2026. Με βάση τα στοιχεία που έχουμε, επομένως, μιλάμε για περίπου 15.000 επιπλέον περιπτώσεις και όχι για 40.000 νέους δικαιούχους του τρίτου προγράμματος.

Νέο είναι επίσης το μέτρο αύξησης του φόρου μεταβίβασης από 3% σε 15% για αγορές κατοικιών από πολίτες τρίτων χωρών, το οποίο ανακοινώθηκε στη ΔΕΘ 2026, στις 5/9/2026.

Στον ΕΝΦΙΑ, όμως, νέο είναι ουσιαστικά το διευρυμένο πληθυσμιακό όριο και όχι το ίδιο το μέτρο απαλλαγής. Η νέα διεύρυνση ανακοινώθηκε επίσης στις 5/9/2026, με εφαρμογή από το 2027: από 1.500 σε 2.000 κατοίκους και στη Δυτική Μακεδονία από 1.700 σε 2.200.

Άρα το πολιτικό συμπέρασμα είναι σαφές: Η ΔΕΘ του 2026 είχε πολύ περισσότερες στεγαστικές αναφορές από ό,τι πραγματικά νέες στεγαστικές πολιτικές.

«Σπίτι μου 3»: θα επιδοτήσουμε ξανά τη ζήτηση και μετά θα αναρωτιόμαστε γιατί ανεβαίνουν οι τιμές;

Εδώ χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή.

Ενδεχομένως το «Σπίτι μου 3» (εξαγγελία 5/9/2026) να αφορά και πάλι κυρίως όσους διαθέτουν ίδια κεφάλαια ή αποταμιεύσεις και πληρούν τα τραπεζικά κριτήρια δανεισμού, εφόσον διατηρηθεί η ίδια βασική χρηματοδοτική φιλοσοφία.

Δηλαδή το κράτος μπορεί να σε θεωρεί δικαιούχο, αλλά η τράπεζα να μη σε θεωρεί δανειοδοτήσιμο.

  • Και ο νέος που δεν διαθέτει δεκάδες χιλιάδες ευρώ στην άκρη;
  • Ο νέος εργαζόμενος με επισφαλή εισοδήματα;
  • Το ζευγάρι που πληρώνει ήδη υψηλό ενοίκιο και δεν μπορεί ταυτόχρονα να αποταμιεύει για την ίδια συμμετοχή;

Αυτοί σε ποιο «Σπίτι μου» χωρούν;

Ακόμη σημαντικότερο όμως είναι το μάθημα του «Σπίτι μου 2», το οποίο είχε εξαγγελθεί από το βήμα της 88ης ΔΕΘ στις 7/9/2024 και εξειδικεύθηκε στις 13/9/2024.

Η εμπειρία έδειξε τις αδυναμίες μιας πολιτικής που ενισχύει κυρίως τη ζήτηση: περισσότερη αγοραστική δυνατότητα σε μια αγορά όπου η προσφορά κατάλληλων ακινήτων παραμένει περιορισμένη, ανοδικές πιέσεις στις τιμές και χρηματοδότηση κυρίως παλαιότερων κατοικιών χωρίς δημιουργία νέου οικιστικού αποθέματος.

Το κράτος δηλαδή δίνει χρήματα στον αγοραστή.

Αλλά δεν δημιουργεί καινούργιο σπίτι.

Και μετά περισσότεροι αγοραστές ανταγωνίζονται για τα ίδια ακίνητα.

Αυτό δεν είναι μόνο κοινωνικά προβληματικό. Είναι και οικονομικά προβλέψιμο.

ECOFIN 2025: η Ευρώπη ήδη προειδοποιεί

Και αυτή δεν είναι μόνο μια ελληνική παρατήρηση.

Στην ευρωπαϊκή συζήτηση για τη στεγαστική κρίση έχει αναδειχθεί ότι πολιτικές που στηρίζονται κυρίως στην ενίσχυση της ζήτησης – όπως επιδοτήσεις ενοικίου ή ευνοϊκά στεγαστικά δάνεια – χωρίς αντίστοιχη αύξηση της προσφοράς, μπορούν να ενισχύσουν περαιτέρω τις πιέσεις στις τιμές.

Αντίθετα, η ευρωπαϊκή κατεύθυνση στρέφεται όλο και περισσότερο σε δομικές παρεμβάσεις:

  • παραγωγή νέων κατοικιών,
  • κοινωνικό και προσιτό οικιστικό απόθεμα,
  • ενεργοποίηση πραγματικά ανενεργών ακινήτων,
  • ταχύτερη αδειοδότηση,
  • αύξηση της κατασκευαστικής παραγωγής,
  • θεσμικές μεταρρυθμίσεις που επιτρέπουν στην προσφορά να ανταποκριθεί στη ζήτηση.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το κενό της ελληνικής πολιτικής. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο περισσότερα δάνεια. Είναι περισσότερα νέα και προσιτά σπίτια.

Τράπεζες, funds, servicers και κόκκινα στεγαστικά: το μεγάλο στεγαστικό ζήτημα που έμεινε εκτός ΔΕΘ

Μιλάμε για το «Σπίτι μου 3» και διαθέτουμε δισεκατομμύρια για να αποκτήσουν πολίτες πρώτη κατοικία. Από το ίδιο βήμα, όμως, δεν παρουσιάστηκε αντίστοιχη νέα συνολική παρέμβαση για όσους κινδυνεύουν να χάσουν την κατοικία που ήδη απέκτησαν.

Τι γίνεται με τα κόκκινα στεγαστικά, τα δάνεια σε funds και servicers και την ουσιαστική προστασία της κύριας κατοικίας πριν από τον πλειστηριασμό;

Δεν χρειάζεται οριζόντια προστασία όλων. Χρειάζεται ένα σύστημα που να ξεχωρίζει τον στρατηγικό κακοπληρωτή από την οικογένεια που θέλει να πληρώσει αλλά πραγματικά αδυνατεί.

Δεν μπορεί η στεγαστική πολιτική να σε βοηθά όταν αγοράζεις το σπίτι και να απουσιάζει όταν κινδυνεύεις να το χάσεις.

Επιστροφή ενοικίου: η επιδότηση της ακρίβειας δεν είναι μείωση της ακρίβειας

Το «ένα ενοίκιο πίσω» (μέτρο που είχε ήδη εξαγγελθεί και θεσμοθετηθεί μέσα στο 2025, πριν από τη ΔΕΘ 2026) είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της φιλοσοφίας που κυριάρχησε.

Ο ενοικιαστής δυσκολεύεται να πληρώσει ένα υψηλό ενοίκιο.

Τι κάνουμε;

Του επιστρέφουμε ένα μέρος του.

Ανακουφίζεται;

Βεβαίως.

Μειώθηκε όμως το ενοίκιο;

Όχι.

Δημιουργήθηκε καινούργιο σπίτι;

Όχι.

Αυξήθηκε η προσφορά;

Όχι.

Δημιουργήθηκε κοινωνική κατοικία;

Όχι.

Και εάν η αγορά αυξήσει το ενοίκιο κατά 50 ή 100 ευρώ τον μήνα, πολύ γρήγορα η κρατική ενίσχυση εξαφανίζεται μέσα στην ίδια την αύξηση.

Αυτό είναι το πρόβλημα της επιδοματικής στεγαστικής πολιτικής.

Το κράτος καταλήγει να χρηματοδοτεί την ικανότητα του πολίτη να πληρώνει την ακρίβεια, αντί να μειώνει την ίδια την ακρίβεια.

Δεν αρκεί να επιστρέφουμε ένα ενοίκιο όταν τα υπόλοιπα έντεκα γίνονται ακριβότερα.

Κλειστά σπίτια: δύο χρόνια μετά, πού είναι ο απολογισμός;

Η φοροαπαλλαγή για τα κλειστά ακίνητα ανακοινώθηκε στη ΔΕΘ στις 7/9/2024.

Τώρα, στη ΔΕΘ 2026, παρατείνεται. Ωραία.

Πριν την παρατείνουμε όμως, δεν θα έπρεπε η κοινωνία να γνωρίζει τι πέτυχε;

  • Πόσα σπίτια επέστρεψαν πραγματικά στη μακροχρόνια μίσθωση;
  • Σε ποιες περιοχές;
  • Πόσο μειώθηκε η έλλειψη κατοικιών;
  • Πόσο διατηρήθηκαν τα μισθώματα;
  • Πόσο κόστισε το φορολογικό κίνητρο στο Δημόσιο;
  • Ποιο ήταν το κοινωνικό του αποτέλεσμα;

Αν δεν έχουμε αυτές τις απαντήσεις, τότε δεν αξιολογούμε πολιτικές. Ανανεώνουμε εξαγγελίες.

Φοιτητική στέγη: πόσες φορές θα ανακοινωθούν οι ίδιες κλίνες;

Στις 10/9/2022 ακούσαμε 8.150 κλίνες.

Στις 6/7/2023 έγιναν 8.500.

Το 2026 συζητάμε ξανά για τις ίδιες 8.500.

Αλλά η οικογένεια δεν πληρώνει το ενοίκιο με τις ανακοινώσεις της ΔΕΘ.

Το πληρώνει με τον μισθό της.

Και για τον γονέα που δίνει κάθε μήνα εκατοντάδες ευρώ για να μπορέσει το παιδί του να σπουδάσει, τέσσερα χρόνια αναμονής δεν είναι μια απλή διοικητική καθυστέρηση. Είναι ολόκληρη η διάρκεια ενός προπτυχιακού κύκλου.

Η δωρεάν Παιδεία δεν μπορεί να σταματά στην πόρτα του πανεπιστημίου επειδή η οικογένεια δεν αντέχει το ενοίκιο.

Η πραγματική αποτυχία

Η εύκολη αντιπολίτευση θα έλεγε: «Δεν κάνατε τίποτα».

Δεν είναι αυτή η δική μου κριτική.

Η κυβέρνηση έκανε πολλά.

Και αυτό ακριβώς κάνει το αποτέλεσμα ακόμη πιο προβληματικό.

Έκανε πολλά, αλλά δεν πέτυχε τον βασικό στόχο.

Γιατί αν μετά από τόσα προγράμματα, τόσες φοροαπαλλαγές, τόσες επιδοτήσεις και τόσες εξαγγελίες το σπίτι εξακολουθεί να απομακρύνεται από τις οικονομικές δυνατότητες του μέσου πολίτη, τότε κάτι στη φιλοσοφία της πολιτικής είναι λάθος.

Δεν αρκεί λοιπόν να παρουσιάζεται ως επιτυχία το πόσα δισεκατομμύρια «μπήκαν» στο στεγαστικό.

Το ερώτημα είναι: Τι βγήκε από αυτά;

  • Πόσα νέα σπίτια;
  • Πόσες κοινωνικές κατοικίες;
  • Πόσα κλειστά σπίτια ενεργοποιήθηκαν;
  • Πόσο αυξήθηκε η προσφορά;
  • Πόσο μειώθηκε το ποσοστό του εισοδήματος που δαπανά μια οικογένεια για στέγη;

Γιατί σε μια κοινωνική πολιτική, ο τελικός δείκτης δεν είναι η δαπάνη. Είναι το κοινωνικό αποτέλεσμα.

Η κυβέρνηση αντιμετωπίζει το σύμπτωμα, όχι την αιτία

Αυτό θεωρώ ότι είναι το βασικό πρόβλημα της στεγαστικής πολιτικής των τελευταίων ετών.

Επιδότηση της ζήτησης αντί παραγωγής προσφοράς.

  • Επιδοτούμε το δάνειο.
  • Επιστρέφουμε το ενοίκιο.
  • Χρηματοδοτούμε την ανακαίνιση.
  • Δίνουμε φοροαπαλλαγές.

Αλλά κινούμαστε πολύ πιο αργά εκεί όπου βρίσκεται η πραγματική λύση:

  • στην παραγωγή νέας κατοικίας,
  • στη δημιουργία μεγάλου κοινωνικού αποθέματος,
  • στην αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας με ταχύτητα και κοινωνική ανταπόδοση,
  • στην ενεργοποίηση των πραγματικά κλειστών κατοικιών,
  • στην ταχεία αδειοδότηση,
  • στη δημιουργία χιλιάδων φοιτητικών κλινών,
  • στην ανάπτυξη μόνιμης αγοράς προσιτής μίσθωσης.

Και αυτό έχει μια πολύ απλή συνέπεια: το κράτος πληρώνει όλο και περισσότερα για να βοηθήσει τον πολίτη να αντέξει μια αγορά που παραμένει ακριβή.

Αυτό δεν είναι βιώσιμο μοντέλο. Ούτε κοινωνικά. Ούτε δημοσιονομικά.

Πόσες ακόμη ΔΕΘ;

Ίσως, τελικά, το σημαντικότερο ερώτημα μετά τη ΔΕΘ 2026 να μην είναι «ποια νέα μέτρα ανακοινώθηκαν;», αλλά ένα πολύ πιο απλό:

Πόσες ακόμη ΔΕΘ θα χρειαστούν μέχρι να αρχίσουμε να βλέπουμε πραγματικά αποτελέσματα;

Πόσες φορές θα ανακοινώσουμε φοιτητικές εστίες μέχρι να παραδοθούν; Πόσες φορές θα μιλήσουμε για κοινωνική αντιπαροχή μέχρι να δημιουργηθεί ουσιαστικό κοινωνικό απόθεμα κατοικιών; Πόσες επιδοτήσεις αγοράς θα χρειαστούν μέχρι να αντιληφθούμε ότι δεν μπορούμε να ενισχύουμε διαρκώς τη ζήτηση χωρίς να αυξάνουμε την προσφορά; Πόσες παρατάσεις κινήτρων θα δοθούν για τα κλειστά σπίτια πριν μάθουμε πόσα πραγματικά επέστρεψαν στην αγορά;

Και κυρίως: πώς είναι δυνατόν, μετά από 43 μέτρα και 6,3 δισ. ευρώ για τη στεγαστική πολιτική, η εικόνα να μην έχει αλλάξει ουσιαστικά; Αντίθετα, οι βασικοί δείκτες εξακολουθούν να δείχνουν ότι η στέγη γίνεται ολοένα και πιο δυσπρόσιτη.

Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο. Το πρόβλημα δεν είναι πλέον πόσα μέτρα ανακοινώνονται ή πόσα χρήματα διατίθενται. Είναι τι αποτέλεσμα παράγουν.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται ακόμη έναν κατάλογο στεγαστικών μέτρων. Χρειάζεται στεγαστική πολιτική αποτελέσματος: με σαφή χρονοδιαγράμματα, μετρήσιμους στόχους και δημόσιο απολογισμό για το πόσες νέες κατοικίες προσιτού κόστους δημιουργήθηκαν, πόσες κοινωνικές κατοικίες παραδόθηκαν, πόσα κλειστά σπίτια επέστρεψαν στην αγορά και, κυρίως, αν μειώθηκε το κόστος στέγασης σε σχέση με το εισόδημα.

Γιατί η κοινωνία δεν μπορεί να ζει διαρκώς με την υπόσχεση της επόμενης εξαγγελίας. Ύστερα από τόσα χρόνια μέτρων, δικαιούται να ζητά μετρήσιμο αποτέλεσμα.

Δεν χρειαζόμαστε περισσότερες εξαγγελίες για τη στεγαστική κρίση. Χρειαζόμαστε λιγότερη στεγαστική κρίση.

Όσο ο πολίτης διαθέτει ολοένα μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός του για ένα σπίτι, όσο ο νέος δυσκολεύεται να αυτονομηθεί και όσο μια οικογένεια συνυπολογίζει το κόστος στέγασης ακόμη και στην απόφαση να αποκτήσει ένα δεύτερο παιδί, ο αριθμός των μέτρων από μόνος του δεν μπορεί να αποτελεί απόδειξη επιτυχίας.

Γιατί, στο τέλος, η στεγαστική πολιτική κρίνεται από κάτι πολύ απλό: αν έκανε τη στέγη περισσότερο ή λιγότερο προσιτή για τον άνθρωπο που τη χρειάζεται.

Και αυτή είναι, μέχρι σήμερα, η απάντηση που η κυβέρνηση εξακολουθεί να οφείλει στην κοινωνία.

 Θέμης Μπάκας

πολιτευτής Αχαΐας

Ακολουθήστε μας στις προτιμώμενες πηγές της Google:

Follow us on Google

Add a comment
Ζωντανά Σχόλια Πάρτε μέρος στη συζήτηση — το σχόλιό σας ελέγχεται άμεσα από AI (Ελληνικά & Αγγλικά).
Προστασία AI

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *