Τις τελευταίες εβδομάδες έχει ανοίξει ξανά η συζήτηση για την επαναφορά της 13ης σύνταξης. Η δημόσια αντιπαράθεση περιστρέφεται γύρω από ένα βασικό ερώτημα: «Αντέχει η οικονομία;»
Τα ίδια τα στοιχεία δίνουν μια αρκετά καθαρή εικόνα.
Σύμφωνα με το πληροφοριακό σύστημα «Ήλιος» για τον Ιούνιο του 2026, οι συνταξιούχοι της χώρας ανέρχονται σε 2.537.769, ενώ η συνολική μηνιαία συνταξιοδοτική δαπάνη διαμορφώνεται στα 2,806 δισ. ευρώ. Αυτό είναι περίπου το μεικτό κόστος που θααπαιτούσε η καταβολή μιας επιπλέον μηνιαίας σύνταξης σε όλους τους δικαιούχους. Στην πραγματικότητα, όμως, το καθαρό δημοσιονομικό αποτέλεσμα θα ήταν μικρότερο, καθώς σημαντικό μέρος του ποσού επιστρέφει στο Δημόσιο μέσω της φορολογίας, της εισφοράς υπέρ υγειονομικήςπερίθαλψης και της αύξησης της κατανάλωσης.
Την ίδια στιγμή, τα δημόσια οικονομικά καταγράφουν διαδοχικές υπεραποδόσεις.
Για το 2025, τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και της Eurostat καταγράφουν πρωτογενές πλεόνασμα 12,1 δισ. ευρώ, δηλαδή 4,9% του ΑΕΠ, όταν ο στόχος του προϋπολογισμού ήταν 3,7%. Παράλληλα, το συνολικό δημοσιονομικό πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησηςδιαμορφώθηκε στα 4,29 δισ. ευρώ.
Και το 2026, τα μέχρι στιγμής στοιχεία δείχνουν ότι η χώρα κινείται ξανά πάνω από τους δημοσιονομικούς στόχους, δημιουργώντας νέο δημοσιονομικό χώρο.
Από πού προήλθε αυτή η υπεραπόδοση;
Η απάντηση είναι ξεκάθαρη. Το μεγαλύτερο μέρος από πολύ υψηλότερα φορολογικά έσοδα. Η αύξηση των εισπράξεων από τον ΦΠΑ, τη φορολογία εισοδήματος φυσικών προσώπων και επιχειρήσεων, τον ΕΝΦΙΑ και τους λοιπούς φόρους οδήγησε τα συνολικά φορολογικάέσοδα στα περίπου 70 έως 72 δισ. ευρώ. Πρόκειται για ιστορικά υψηλές επιδόσεις, οι οποίες στηρίχθηκαν στην αυξημένη φορολογική επιβάρυνση που αποτυπώνεται στην καθημερινότητα των πολιτών.
Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, δεν είναι μόνο πώς δημιουργήθηκε αυτή η υπεραπόδοση. Είναι πού κατευθύνθηκε.
Η κυβέρνηση επέλεξε να αξιοποιήσει το μεγαλύτερο μέρος του δημοσιονομικού χώρου για την πρόωρη αποπληρωμή δημοσίου χρέους. Το 2025 εγκρίθηκε πρόωρη εξόφληση δανείων ύψους περίπου 5,29 δισ. ευρώ, που κανονικά θα αποπληρώνονταν την περίοδο 2033–2041.Το 2026 ακολούθησε νέα πρόωρη αποπληρωμή περίπου 6,95 δισ. ευρώ, συνεχίζοντας την ίδια στρατηγική.
Αναμφίβολα, η μείωση του δημόσιου χρέους αποτελεί θετικό στόχο. Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι η δημοσιονομική σταθερότητα είναι σημαντική.
Όμως η δημοσιονομική πολιτική δεν είναι μια ουδέτερη λογιστική άσκηση. Είναι πολιτική επιλογή.
Όταν μια κυβέρνηση επιλέγει να εξοφλήσει σήμερα δόσεις που λήγουν μετά από δέκα και δεκαπέντε χρόνια, αντί να ενισχύσει άμεσα τα εισοδήματα εκατομμυρίων συνταξιούχων, δεν πρόκειται για οικονομική αναγκαιότητα. Πρόκειται για συγκεκριμένη πολιτικήιεράρχηση.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία της συζήτησης.
Τα τελευταία χρόνια προβάλλεται συχνά το επιχείρημα ότι οι συνταξιούχοι έχουν λάβει σημαντικές αυξήσεις. Συγκεκριμένα η κυβέρνηση αναφέρει σωρευτικές αυξήσεις 16,4% την περίοδο 2023–2026.
Ωστόσο, ο σωρευτικός πληθωρισμός για την περίοδο 2019–2025 διαμορφώθηκε στο 19,8%.
Αυτό σημαίνει ότι οι αυξήσεις δεν κάλυψαν ούτε την απώλεια της αγοραστικής δύναμης.
Και στην πραγματικότητα η εικόνα είναι ακόμη πιο δύσκολη.
Ο μέσος πληθωρισμός δεν αντικατοπτρίζει τον τρόπο που καταναλώνουν οι συνταξιούχοι. Το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους κατευθύνεται σε τρόφιμα, φάρμακα, ηλεκτρική ενέργεια, θέρμανση, στέγαση και υπηρεσίες υγείας. Δηλαδή σε κατηγορίεςόπου οι αυξήσεις τιμών υπήρξαν σε πολλές περιπτώσεις υψηλότερες από τον γενικό δείκτη τιμών.
Έτσι, ενώ τα φορολογικά έσοδα του κράτους αυξάνονται, τα πραγματικά διαθέσιμα εισοδήματα των συνταξιούχων συνεχίζουν να συρρικνώνονται.
Η οικονομία υπεραποδίδει στα δημόσια ταμεία, αλλά όχι στην καθημερινότητα των ανθρώπων.
Η συζήτηση, λοιπόν, για την 13η σύνταξη δεν είναι μια συζήτηση για το αν υπάρχουν χρήματα.
Είναι μια συζήτηση για το ποιος δικαιούται να καρπώνεται την υπεραπόδοση της οικονομίας.
Θα επιστρέφει ένα μέρος αυτής της υπεραπόδοσης στην κοινωνία που τη δημιούργησε; Ή θα κατευθύνεται αποκλειστικά στη βελτίωση δημοσιονομικών δεικτών και στην πρόωρη εξόφληση υποχρεώσεων που λήγουν μια δεκαετία αργότερα;
Η απάντηση δεν είναι τεχνοκρατική.
Είναι βαθιά πολιτική και φέρει σαφές κοινωνικό πρόσημο.
Αποτυπώνει, τελικά, το μοντέλο κοινωνίας που επιλέγει να υπηρετήσει κάθε κυβέρνηση. Διότι, χωρίς ουσιαστική αναδιανομή μέρους της υπεραπόδοσης των δημοσιονομικών πλεονασμάτων προς την κοινωνία, το χάσμα ανάμεσα στο πραγματικό κόστος ζωής καιστο διαθέσιμο εισόδημα θα διευρύνεται συνεχώς.
Οι ονομαστικές αυξήσεις θα εξανεμίζονται από τον πληθωρισμό και την αυξημένη φορολογική επιβάρυνση, μετατρεπόμενες στην πράξη σε πραγματικές μειώσεις της αγοραστικής δύναμης, και υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου.
Θεόδωρος Ξούλος
Οικονομολόγος – Σύμβουλος Ασφαλιστικών, Εργατικών & Συνταξιοδοτικών θεμάτων







