Γράφω ως άνθρωπος του ευρύτερου προοδευτικού χώρου, ως συνδικαλιστής που έχει μάθει να κρίνει την πολιτική από το αποτύπωμά της στη ζωή των εργαζομένων και ως απλό μέλος του ΠΑΣΟΚ.
Το ΠΑΣΟΚ έχει μεγάλη ιστορική προσφορά. Η ιστορία του, όμως, δεν αποτελεί τίτλο ιδιοκτησίας πάνω στον προοδευτικό χώρο.
Οι εργαζόμενοι και οι νεότερες γενιές χρειάζονται απαντήσεις για το σήμερα. Για την επισφάλεια, τη στεγαστική κρίση, την υποχώρηση της συλλογικής εκπροσώπησης και τη συρρίκνωση των δημόσιων αγαθών.
Το ερώτημα δεν είναι μόνο τι προσέφερε κάποτε το ΠΑΣΟΚ. Είναι ποιος και αν μπορεί σήμερα να εκφράσει με συνέπεια όσους δεν διαθέτουν οικονομική ή επικοινωνιακή ισχύ και να συμβάλει σε μια πραγματική αλλαγή διακυβέρνησης.
Ο προοδευτικός πολίτης οφείλει να μιλά όταν βλέπει τον χώρο του να υπολείπεται των αναγκών της κοινωνίας. Γιατί η κοινωνία δεν ενδιαφέρεται για την εσωτερική μας αυτοεπιβεβαίωση. Ενδιαφέρεται για το μισθό που δεν φτάνει, το ενοίκιο που πνίγει, τη δημόσια υγεία που υποχωρεί, τη συλλογική σύμβαση που δεν υπογράφεται και τον νέο εργαζόμενο που ζει χωρίς σταθερότητα.
Από αυτή τη σκοπιά κρίνω και το ΠΑΣΟΚ. Και δεν κρύβω ότι με ανησυχεί όταν η διαφορετική άποψη αντιμετωπίζεται ως απειλή. Η κριτική δεν αποδυναμώνει ένα κόμμα. Το βοηθά να διορθώνεται πριν το διορθώσει η κοινωνία με σκληρότερο τρόπο.
Ένα δημοκρατικό κόμμα δεν κινδυνεύει επειδή τα μέλη του προβληματίζονται. Κινδυνεύει όταν οι πραγματικές συζητήσεις διεξάγονται ιδιωτικά, ενώ δημόσια επικρατεί μια σκηνοθετημένη ομοφωνία.
Ενότητα δε σημαίνει ότι όλοι λένε τα ίδια. Σημαίνει συμφωνία σε έναν κοινό σκοπό, σε δημοκρατικές διαδικασίες και σε ένα σχέδιο που υπερβαίνει τις προσωπικές στρατηγικές.
Το ΠΑΣΟΚ λοιπόν, διαθέτει σήμερα κάτι που θα ζήλευαν πολλοί πολιτικοί του ανταγωνιστές. Διαθέτει ιστορία, οργανωμένη παρουσία, στελέχη με κυβερνητική εμπειρία, σοβαρές προγραμματικές επεξεργασίες και σαφή αναφορά στην ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία. Διαθέτει, επίσης, μια κυβέρνηση που αντιμετωπίζει έντονη κοινωνική δυσαρέσκεια. Τον Ιούνιο του 2026, το 67% των πολιτών θεωρούσε ότι η χώρα κινείται προς λάθος κατεύθυνση, ενώ η ακρίβεια, η οικονομία, η κρίση των θεσμών και η διαφθορά βρίσκονταν στην κορυφή των ανησυχιών τους.
Με τόσο ευνοϊκές αντικειμενικές συνθήκες, θα ανέμενε κανείς το ΠΑΣΟΚ να αναδεικνύεται σχεδόν φυσιολογικά σε κυρίαρχη εναλλακτική δύναμη εξουσίας.
Κι όμως, αρνείται πεισματικά να διαπράξει αυτή την εκλογική υπερβολή.
Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δεν περιγράφουν απλώς μια δύσκολη συγκυρία. Αποτυπώνουν ένα πολιτικό παράδοξο. Στην πρόθεση ψήφου και στην εκτίμηση αποτελέσματος βρίσκεται αρκετά πίσω από το νέο δεύτερο πόλο.
Όταν μια κοινωνία αναζητεί αλλαγή, αλλά δεν αναζητεί εμάς για να την εκφράσει, το ασφαλέστερο συμπέρασμα δεν είναι ότι η κοινωνία κάνει λάθος.
Είναι, βεβαίως, παρήγορο να αποδίδουμε τη στασιμότητα στους δημοσκόπους, στα μέσα ενημέρωσης, στη διαπλοκή, στους πρώην πρωθυπουργούς, στους επίδοξους σωτήρες, στις αναμνήσεις του παρελθόντος ή στην παγκόσμια συνωμοσία εναντίον της υπεύθυνης σοσιαλδημοκρατίας. Η παρηγοριά, όμως, δεν αποτελεί πολιτική στρατηγική. Και συνήθως δεν γεμίζει ούτε τις πλατείες ούτε τις κάλπες.
Και μπορεί το ΠΑΣΟΚ να εμφανίζεται ως σοβαρή και θεσμική αντιπολίτευση, αλλά αυτό δεν αρκεί από μόνο του για να δημιουργήσει πλειοψηφικό ρεύμα. Μια κοινωνία που πιέζεται δεν ζητά μόνο καλύτερη διαχείριση. Ζητά δικαιοσύνη, προστασία και αλλαγή συσχετισμών.
Και ο στόχος πρέπει να είναι καθαρός. Να αλλάξει η διακυβέρνηση της χώρας.
Όχι απλώς να αλλάξουν οι τόνοι, τα πρόσωπα ή η επικοινωνία. Να αλλάξει η πολιτική κατεύθυνση. Στην εργασία, στο κοινωνικό κράτος, στη φορολογία, στη δημόσια υγεία, στην παιδεία, στους θεσμούς και στη λειτουργία της δημοκρατίας.
Από την άλλη, κανένα κόμμα δεν μπορεί να λειτουργεί ως συμπλήρωμα άλλων σχεδιασμών.
Αυτονομία, όμως, σημαίνει αρχές, πρόγραμμα και -κυρίως- να επιδιώκει στην πράξη την κοινωνική αναφορά. Δεν σημαίνει άρνηση του διαλόγου ούτε φόβο απέναντι σε κάθε πρωτοβουλία που εμφανίζεται στον ευρύτερο προοδευτικό χώρο.
Παρακολουθώ, επομένως, με ενδιαφέρον και χωρίς προκαταλήψεις τη νέα πολιτική πρωτοβουλία στο χώρο της κεντροαριστεράς. Δεν θεωρώ ότι τα πρόσωπα απαλλάσσονται από την υποχρέωση να εξηγήσουν το παρελθόν τους, ούτε ότι μια νέα ονομασία αρκεί από μόνη της για να συνιστά νέα πολιτική πρόταση.
Δεν θεωρώ, όμως, υπεύθυνο να απορρίπτουμε εκ των προτέρων οποιαδήποτε προσπάθεια πριν κριθούν το πρόγραμμα, τα πρόσωπα, η αξιοπιστία και κυρίως η στάση της απέναντι στην εργασία και στα κοινωνικά δικαιώματα.
Δεν πιστεύω στις λευκές επιταγές. Δεν πιστεύω ούτε ούτε στις αιώνιες αρνήσεις.
Πιστεύω στις αρχές, στους δημόσιους όρους και στην πολιτική ευθύνη.
Ως συνδικαλιστής, κρίνω κάθε πολιτική δύναμη από τη θέση της για τους μισθούς, τις συλλογικές συμβάσεις, το κοινωνικό κράτος, τις ιδιωτικοποιήσεις, τη φορολογική δικαιοσύνη και τα δημοκρατικά δικαιώματα. Εκεί θα κριθούν όλοι, παλιοί και νέοι.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι ποιος θα συνομιλήσει με ποιον. Είναι ποια πολιτική θα εφαρμοστεί, ποια συμφέροντα θα θιγούν και αν μπορεί να συγκροτηθεί μια αξιόπιστη πλειοψηφία που θα αγγίξει την ψυχή της κοινωνίας και θ’ αλλάξει τη διακυβέρνηση της χώρας.
Επομένως, η προοδευτική παράταξη χρειάζεται λιγότερη αυτάρκεια, περισσότερη κοινωνία και μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στις δυνάμεις της.
Η πολιτική αυτονομία δεν αποδεικνύεται κλείνοντας πόρτες. Αποδεικνύεται όταν μπορείς να τις ανοίγεις χωρίς να χάνεις τον εαυτό σου.
Γιατί στο τέλος δεν έχει σημασία ποιος κρατά το κομματικό κλειδί. Σημασία έχει ποιος μπορεί να ανοίξει δρόμο για μια νέα κοινωνική και πολιτική πλειοψηφία.
Δημήτρης Καραγεωργόπουλος
Μέλος ΠΑΣΟΚ – Μέλος Διοίκησης ΓΣΕΕ







