Η Ελλάδα γερνάει, οι νέοι καθυστερούν να δημιουργήσουν οικογένεια και το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι το πολιτικό marketing, αλλά οι λύσεις.
Υπάρχουν στιγμές που οι αριθμοί σταματούν να είναι στατιστική και μετατρέπονται σε εθνικό καμπανάκι κινδύνου. Η Ελλάδα βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη στιγμή.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το 2024 γεννήθηκαν στη χώρα μόλις 68.467 παιδιά, ενώ οι θάνατοι ανήλθαν σε 126.916. Μέσα σε έναν μόνο χρόνο η Ελλάδα έχασε φυσικά 58.449 κατοίκους. Για κάθε ένα παιδί που γεννιέται, σχεδόν δύο συμπολίτες μας φεύγουν από τη ζωή. Πρόκειται για ένα από τα χειρότερα δημογραφικά ισοζύγια στη σύγχρονη ιστορία της χώρας. Το ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι η εικόνα αυτή δεν αποτελεί μια συγκυριακή εξέλιξη.
Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα συγκαταλέγεται πλέον στις πιο γηρασμένες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η διάμεση ηλικία του πληθυσμού ανήλθε στα 46,9 έτη το 2024, όταν ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν 44,7 έτη. Στην Κύπρο, η αντίστοιχη ηλικία ήταν μόλις 40,6 έτη.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν υπάρχει δημογραφικό πρόβλημα.
Το ερώτημα είναι αν έχουμε συνειδητοποιήσει το μέγεθός του.
Το στεγαστικό δεν είναι απλώς κοινωνικό ζήτημα. Είναι εθνικό ζήτημα
Για χρόνια αντιμετωπίζαμε τη στέγαση ως ένα ζήτημα της αγοράς ακινήτων.
Σήμερα γνωρίζουμε ότι είναι κάτι πολύ περισσότερο. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, το 42,3% των Ελλήνων ζει σε νοικοκυριά που καθυστερούν ή αδυνατούν να καλύψουν εγκαίρως το ενοίκιο, τη δόση στεγαστικού δανείου ή βασικούς λογαριασμούς κοινής ωφέλειας. Το αντίστοιχο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μόλις 9,3%.Η Ελλάδα καταγράφει τη χειρότερη επίδοση στην Ευρώπη.
Αυτή η πραγματικότητα εξηγεί γιατί σχεδόν επτά στους δέκα νέους ηλικίας 18 έως 34 ετών (400.000 νέοι) εξακολουθούν να ζουν με τους γονείς τους.
Δεν μένουν στο παιδικό τους δωμάτιο από επιλογή. Μένουν επειδή δεν μπορούν να φύγουν.
Και όταν ένας νέος άνθρωπος δεν μπορεί να αποκτήσει το δικό του σπίτι, δεν αναβάλλει μόνο την ανεξαρτησία του.
Αναβάλλει τον γάμο.
Αναβάλλει τη δημιουργία οικογένειας.
Αναβάλλει την απόκτηση παιδιών.
Αναβάλλει το ίδιο του το μέλλον.
Το στεγαστικό ως επιταχυντής της δημογραφικής κρίσης
Η σύνδεση της στεγαστικής κρίσης με το δημογραφικό πρόβλημα δεν αποτελεί πλέον μόνο διαπίστωση της αγοράς ή προβληματισμό κοινωνικών φορέων. Αναγνωρίζεται πλέον και από θεσμικούς παράγοντες της οικονομίας ως μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις για το μέλλον της χώρας.
Χαρακτηριστική είναι η πρόσφατη παρέμβαση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα, ο οποίος επισήμανε ότι η δυσκολία πρόσβασης σε προσιτή κατοικία επηρεάζει άμεσα τις δημογραφικές εξελίξεις. Όπως ανέφερε, όταν οι νέοι άνθρωποι αδυνατούν να εξασφαλίσουν μια κατοικία με οικονομικά βιώσιμους όρους, καθυστερούν να δημιουργήσουν το δικό τους νοικοκυριό, μεταθέτουν σημαντικές αποφάσεις ζωής και συχνά αναβάλλουν ή ακόμη και εγκαταλείπουν την προοπτική δημιουργίας οικογένειας.
Ο ίδιος προειδοποίησε ότι η στεγαστική κρίση δεν αποτελεί μόνο κοινωνικό πρόβλημα.
Αποτελεί σοβαρό μακροοικονομικό κίνδυνο.
Περιορίζει την παραγωγικότητα.
Μειώνει το εργατικό δυναμικό.
Ασκεί πιέσεις στα δημόσια οικονομικά.
Υπονομεύει τις αναπτυξιακές δυνατότητες της χώρας.
Με απλά λόγια, το στεγαστικό και το δημογραφικό είναι πλέον οι δύο όψεις του ίδιου προβλήματος.
Και ποια είναι η απάντηση που δίνουμε σήμερα;
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, ποια είναι η κεντρική πολιτική απάντηση;
Η επιστροφή ενός ενοικίου τον χρόνο.
Η επιδότηση της ζήτησης μέσω στεγαστικών δανείων για αγορά παλαιών κατοικιών.
Και μια σειρά αποσπασματικών μέτρων, χωρίς να αλλάζουν τη δομή του προβλήματος.
Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι η αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης προϋποθέτει αύξηση της προσφοράς κατοικιών.
Όταν ενισχύεις μόνο τη ζήτηση (προγράμματα ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ 1 , ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ 2), χωρίς να αυξάνεις το διαθέσιμο απόθεμα κατοικιών, το αποτέλεσμα είναι συχνά η περαιτέρω αύξηση των τιμών.
Γι’ αυτό και το ερώτημα δεν είναι πόσα χρήματα δίνει το κράτος. Το ερώτημα είναι αν τα μέτρα αλλάζουν πραγματικά τη ζωή των νέων ανθρώπων.
«Νταντάδες της Γειτονιάς»: Χρήσιμη παρέμβαση ή υποκατάστατο ολοκληρωμένης οικογενειακής πολιτικής;
Ας δούμε και το πρόγραμμα «Νταντάδες της Γειτονιάς». Το κράτος επιδοτεί (με εισοδηματικά κριτήρια) με 300-500 ευρώ τον μήνα τη φύλαξη παιδιών ηλικίας από δύο μηνών έως δυόμισι ετών.
Πρόκειται για μια παρέμβαση που αναμφίβολα μπορεί να βοηθήσει ορισμένες οικογένειες.
Αρκεί όμως αυτό;
Μπορεί μια χώρα που χάνει δεκάδες χιλιάδες κατοίκους κάθε χρόνο να θεωρεί ότι αντιμετωπίζει το δημογραφικό με ένα voucher φύλαξης παιδιού;
Τι συμβαίνει όταν το παιδί ξεπεράσει τα 2,5 χρόνια;
Τι συμβαίνει με την έλλειψη βρεφονηπιακών σταθμών;
Τι συμβαίνει με τις εργαζόμενες μητέρες που παλεύουν να συνδυάσουν οικογένεια και εργασία;
Τι συμβαίνει με το υψηλό κόστος στέγασης;
Τι συμβαίνει με τα ζευγάρια που δεν μπορούν να αποκτήσουν το δικό τους σπίτι;
Η απόφαση μιας γυναίκας να αποκτήσει παιδί δεν εξαρτάται από ένα voucher.
Εξαρτάται από το αν αισθάνεται ασφάλεια.
Από το αν μπορεί να στεγάσει την οικογένειά της.
Από το αν έχει πρόσβαση σε υπηρεσίες φροντίδας.
Από το αν μπορεί να εργαστεί χωρίς να τιμωρείται επειδή έγινε μητέρα.
Από το αν βλέπει μέλλον για τα παιδιά της.
Το δημογραφικό δεν λύνεται με vouchers, ούτε με την επιστροφή ενός ενοικίου τον χρόνο. Λύνεται όταν μια νέα γυναίκα αισθάνεται ότι μπορεί να αποκτήσει παιδί χωρίς να φοβάται για το σπίτι, την εργασία και το μέλλον της οικογένειάς της.
Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη διαφορά ανάμεσα σε μια πολιτική επιδομάτων και σε μια πραγματική εθνική στρατηγική για το δημογραφικό. Εκεί ακριβώς αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον το παράδειγμα της Κύπρου.
Η Κύπρος αντιμετωπίζει μαζί κατοικία, δημογραφικό και αποκέντρωση
Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η μεγάλη διαφορά της κυπριακής προσέγγισης.
Η Κύπρος δεν αντιμετωπίζει τη στεγαστική πολιτική ως ένα απλό πρόγραμμα επιδοτήσεων. Τη μετατρέπει σε εθνική στρατηγική.
Συνδέει:
την κατοικία,
το δημογραφικό,
την αποκέντρωση,
την περιφερειακή ανάπτυξη,
και την κοινωνική συνοχή.
Μέσω του Σχεδίου Αναζωογόνησης Ορεινών, Ακριτικών και Μειονεκτικών Περιοχών επιδοτεί έως και το 50% της δαπάνης για αγορά, ανέγερση ή ανακαίνιση κατοικίας με μόνιμη εγκατάσταση.
Η λογική είναι απλή.
Αν θέλεις νέες οικογένειες, πρέπει πρώτα να εξασφαλίσεις κατοικία.
Αν θέλεις ζωή στην περιφέρεια, πρέπει πρώτα να εξασφαλίσεις μόνιμη εγκατάσταση.
Αν θέλεις να αντιμετωπίσεις το δημογραφικό, πρέπει να δημιουργήσεις προοπτική.
Η Ελλάδα χρειάζεται μια νέα κοινωνική συμφωνία για την οικογένεια
Το δημογραφικό δεν θα λυθεί με μία εφάπαξ ενίσχυση.
Δεν θα λυθεί με την επιστροφή ενός ενοικίου.
Δεν θα λυθεί με αποσπασματικά vouchers.
Χρειάζεται ένα εθνικό σχέδιο που θα συνδέει την κατοικία με τη δημιουργία οικογένειας.
Που θα αυξάνει την προσφορά κατοικιών.
Που θα αξιοποιεί τις εκατοντάδες χιλιάδες κλειστές κατοικίες.
Που θα στηρίζει τη μητρότητα και την εργαζόμενη γυναίκα.
Που θα δημιουργεί περισσότερους παιδικούς σταθμούς.
Που θα δίνει κίνητρα εγκατάστασης στην περιφέρεια.
Που θα αντιμετωπίζει το δημογραφικό ως ζήτημα εθνικής επιβίωσης και όχι ως μια ακόμη κοινωνική πολιτική.
Από την πολιτική των επιδομάτων στην πολιτική της προοπτικής
Γιατί η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει πλέον απλώς ένα στεγαστικό πρόβλημα.
Αντιμετωπίζει το κρίσιμο ερώτημα αν θα μπορέσει να ανανεώσει τον πληθυσμό της, να κρατήσει τους νέους ανθρώπους στον τόπο τους και να διασφαλίσει ότι οι επόμενες γενιές θα έχουν λόγο να χτίσουν τη ζωή τους εδώ.
Γι’ αυτό και η συζήτηση για το δημογραφικό δεν μπορεί να εξαντλείται σε επιδόματα, vouchers ή στην επιστροφή ενός ενοικίου τον χρόνο. Το δημογραφικό δεν λύνεται με αποσπασματικές παροχές. Λύνεται όταν ένας νέος άνθρωπος μπορεί να σχεδιάσει τη ζωή του με ασφάλεια. Όταν μια νέα γυναίκα αισθάνεται ότι μπορεί να αποκτήσει παιδί χωρίς να φοβάται για το σπίτι, την εργασία και το μέλλον της οικογένειάς της.
Το πραγματικό διακύβευμα της επόμενης δεκαετίας
Ίσως, λοιπόν, έχει φτάσει η ώρα να αφήσουμε πίσω το πολιτικό marketing, τις επικοινωνιακές φιέστες και την πολιτική των εντυπώσεων που αναπαράγεται καθημερινά μέσα από τα social media. Η κοινωνία δεν ζητά άλλες εικόνες, άλλα βίντεο και καλύτερη επικοινωνιακή διαχείριση της πραγματικότητας. Ζητά λύσεις.
Γιατί το πραγματικό διακύβευμα της επόμενης ημέρας δεν είναι ποιος θα κυριαρχήσει στην πολιτική σκηνή ή ποιος θα συγκεντρώσει περισσότερα «likes». Είναι ποιος μπορεί να δώσει απαντήσεις στα πραγματικά προβλήματα των πολιτών. Ποιος μπορεί να δημιουργήσει συνθήκες αξιοπρεπούς διαβίωσης, κοινωνικής ασφάλειας και προοπτικής.
Ποιος μπορεί να κάνει την κοινωνία να ελπίσει ξανά.
Ποιος μπορεί να δώσει στους νέους ανθρώπους λόγους να ονειρεύονται, να δημιουργούν και να επενδύουν το μέλλον τους στην πατρίδα τους.
Κυρίως, ποιος μπορεί να εγγυηθεί ότι η επόμενη γενιά δεν θα αισθανθεί προδομένη, όπως αισθάνθηκε ένα μεγάλο μέρος της γενιάς των σημερινών σαραντάρηδων, που μεγάλωσε με την υπόσχεση ότι θα ζήσει καλύτερα από τους γονείς της, αλλά βρέθηκε αντιμέτωπη με διαδοχικές κρίσεις, οικονομική ανασφάλεια, στεγαστικά αδιέξοδα και διαρκή αναβολή των ονείρων της.
Αυτό είναι το πραγματικό πολιτικό διακύβευμα της επόμενης δεκαετίας.
Όχι απλώς να διαχειριστούμε την παρακμή, αλλά να ξαναδώσουμε στους ανθρώπους την πίστη ότι το αύριο μπορεί να είναι καλύτερο από το σήμερα.
Θέμης Μπάκας
πολιτευτής Αχαΐας


