Κάθε καλοκαίρι, χιλιάδες ελληνικές οικογένειες περιμένουν με αγωνία την ανακοίνωση των βάσεων εισαγωγής στα πανεπιστήμια. Για τους νέους ανθρώπους αποτελεί τη δικαίωση μιας πολυετούς προσπάθειας και το πρώτο μεγάλο βήμα προς το μέλλον τους. Για τους γονείς, όμως, η χαρά της επιτυχίας συνοδεύεται πλέον από ένα δεύτερο, εξίσου κρίσιμο ερώτημα: θα μπορέσουμε να στηρίξουμε οικονομικά το παιδί μας για να ολοκληρώσει τις σπουδές του;
Το ερώτημα αυτό δεν τίθεται στην αφετηρία της διαδρομής. Έρχεται αφού οι περισσότερες οικογένειες έχουν ήδη επενδύσει επί τρία και πλέον χρόνια σημαντικό μέρος του εισοδήματός τους σε φροντιστήρια και ιδιαίτερα μαθήματα, καλύπτοντας στην πράξη ένα σημαντικό μέρος του κόστους της αποκαλούμενης «δωρεάν» δημόσιας εκπαίδευσης.
Στη σημερινή Ελλάδα, όμως, η επιτυχία στις Πανελλαδικές Εξετάσεις δεν αρκεί. Η δυνατότητα ενός νέου να ολοκληρώσει τις σπουδές του εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από το αν η οικογένειά του μπορεί να χρηματοδοτήσει ένα δεύτερο σπίτι και να ανταποκριθεί στο αυξημένο κόστος διαβίωσης.
Σύμφωνα με μελέτη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η στεγαστική κρίση επηρεάζει άμεσα την ευημερία των φοιτητών, τις ακαδημαϊκές τους επιδόσεις και την περιφερειακή ανταγωνιστικότητα, ενώ το υψηλό κόστος και η έλλειψη διαθέσιμης κατοικίας αποτελούν σημαντικά εμπόδια τόσο για την πρόσβαση όσο και για την ολοκλήρωση των σπουδών. Η ίδια μελέτη επισημαίνει ότι το κόστος στέγασης μπορεί να επηρεάσει ακόμη και την εγγραφή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση ή τη συμμετοχή των νέων σε προγράμματα κινητικότητας.
Το πραγματικό αποτέλεσμα των Πανελλαδικών δεν κρίνεται πλέον μόνο από τα μόρια. Κρίνεται από το αν μια οικογένεια έχει τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσει τις σπουδές του παιδιού της.
Γι’ αυτό η φοιτητική στέγη δεν αποτελεί μόνο στεγαστικό ζήτημα. Αποτελεί ζήτημα κοινωνικής δικαιοσύνης, ίσων ευκαιριών και εθνικής πολιτικής.
Μια χώρα που επενδύει στη γνώση και στη νέα γενιά δεν μπορεί να επιτρέπει το οικογενειακό εισόδημα να καθορίζει ποιος θα μπορέσει πραγματικά να σπουδάσει. Η φοιτητική κατοικία δεν είναι απλώς μια εκπαιδευτική υποδομή. Είναι ταυτόχρονα στεγαστική, κοινωνική, αναπτυξιακή και δημογραφική πολιτική. Και όσο η Ελλάδα εξακολουθεί να διαθέτει από τα χαμηλότερα ποσοστά δημόσιας φοιτητικής στέγασης στην Ευρώπη, το κόστος αυτής της ανεπάρκειας θα συνεχίσει να μεταφέρεται σχεδόν αποκλειστικά στις ελληνικές οικογένειες.
Όταν η Ελλάδα καλύπτει το 2,6% και η Ευρώπη το 15%-18%
Τα στοιχεία αποτυπώνουν με σαφήνεια το μέγεθος του προβλήματος. Σύμφωνα με την Εθνική Στρατηγική για τη Στεγαστική Πολιτική 2026-2035, περίπου 200.000 φοιτητές σπουδάζουν μακριά από την οικογενειακή τους κατοικία, από το σύνολο των 361.000 ενεργών φοιτητών της χώρας. Ωστόσο, οι διαθέσιμες δημόσιες φοιτητικές κλίνες δεν ξεπερνούν τις 9.200.
Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα καλύπτει μόλις το 2,6% του συνόλου των φοιτητών και μόλις το 4,6% όσων αναγκάζονται να αλλάξουν πόλη για να σπουδάσουν, όταν στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες το αντίστοιχο ποσοστό κυμαίνεται μεταξύ 15% και 18%.
Η διαφορά αυτή δεν αποτελεί απλώς μια αρνητική στατιστική επίδοση. Μεταφράζεται σε χιλιάδες νέους που αναγκάζονται να αναζητήσουν κατοικία στην ιδιωτική αγορά και σε χιλιάδες οικογένειες που καλούνται να επωμιστούν ένα ιδιαίτερα υψηλό κόστος για να μπορέσουν τα παιδιά τους να σπουδάσουν.
Αν η Ελλάδα επιθυμεί να συγκλίνει με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, χρειάζεται να θέσει ως εθνικό στόχο τη δημιουργία 30.000 έως 36.000 δημόσιων φοιτητικών κλινών, δηλαδή 21.000 έως 27.000 περισσότερων από όσες διαθέτει σήμερα.
Το έλλειμμα αυτό δεν είναι ένας αριθμός σε μια κυβερνητική έκθεση. Είναι χιλιάδες οικογένειες που κάθε χρόνο αγωνιούν αν θα μπορέσουν να στηρίξουν οικονομικά το παιδί τους και χιλιάδες νέοι που βλέπουν το δικαίωμα στις σπουδές να εξαρτάται όλο και περισσότερο από τις οικονομικές δυνατότητες της οικογένειάς τους.
Η Πολιτεία δεν αναγνωρίζει το πραγματικό κόστος των σπουδών μιας οικογένειας
Η έλλειψη δημόσιας φοιτητικής στέγης δεν αποτελεί μόνο στεγαστικό ζήτημα. Αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες οικονομικές επιβαρύνσεις για χιλιάδες ελληνικές οικογένειες.
Πίσω από κάθε φοιτητή που σπουδάζει σε διαφορετική πόλη βρίσκεται μια οικογένεια που, στην πράξη, χρηματοδοτεί τη λειτουργία ενός δεύτερου νοικοκυριού.
Το κόστος δεν περιορίζεται στο ενοίκιο. Περιλαμβάνει λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας και ύδρευσης, κοινόχρηστα, σύνδεση στο διαδίκτυο, διατροφή, μετακινήσεις, εκπαιδευτικές ανάγκες και όλες τις καθημερινές δαπάνες της αυτόνομης διαβίωσης.
Σήμερα, το ενδεικτικό μηνιαίο κόστος διαβίωσης ενός φοιτητή σε μια πόλη όπως Αθήνα – Θεσσαλονίκη, κυμαίνεται μεταξύ 1.000 και 1.100 ευρώ, ενώ σε ετήσια βάση διαμορφώνεται περίπου στις 12.000 έως 13.200 ευρώ, χωρίς να υπολογίζονται έκτακτες δαπάνες, όπως οι μετακινήσεις προς την οικογενειακή κατοικία, η αγορά ηλεκτρονικού εξοπλισμού ή άλλες ανάγκες των σπουδών.
Για μια οικογένεια με δύο παιδιά που σπουδάζουν σε διαφορετικές πόλεις, η συνολική ετήσια επιβάρυνση μπορεί να υπερβεί τις 25.000 ευρώ.
Το κόστος αυτό μειώνει ουσιαστικά το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα της οικογένειας. Ωστόσο, η Πολιτεία εξακολουθεί να μην αναγνωρίζει ότι το κόστος αυτό μειώνει ουσιαστικά τη φοροδοτική ικανότητα της οικογένειας, καθώς δεν λαμβάνεται υπόψη στο φορολογικό σύστημα.
Στην πράξη, χιλιάδες οικογένειες συντηρούν ένα δεύτερο σπίτι αποκλειστικά για τις σπουδές των παιδιών τους, χωρίς η σημαντική αυτή οικονομική επιβάρυνση να αποτυπώνεται με οποιονδήποτε τρόπο στη φορολογική τους εικόνα.
Η πραγματικότητα αυτή αξίζει να επανεξεταστεί. Η φοιτητική κατοικία δεν αποτελεί προσωπική επιλογή ή καταναλωτική δαπάνη. Είναι προϋπόθεση για την άσκηση του δικαιώματος στην εκπαίδευση.
Για τον λόγο αυτό, η Πολιτεία θα μπορούσε να θεσπίσει την αναγνώριση μέρους του κόστους φοιτητικής κατοικίας ως εκπιπτόμενης δαπάνης από το φορολογητέο εισόδημα, με συγκεκριμένα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια.
Ειδικότερα, θα μπορούσε να αναγνωρίζεται φορολογικά μέρος του ενοικίου, των κοινοχρήστων, καθώς και των δαπανών ηλεκτρικής ενέργειας και ύδρευσης, όταν ο φοιτητής σπουδάζει σε διαφορετική πόλη από τη μόνιμη κατοικία της οικογένειας και οι σχετικές δαπάνες αποδεικνύονται ηλεκτρονικά.
Μια τέτοια παρέμβαση δεν θα αποτελούσε απλώς μια φορολογική ελάφρυνση. Θα αποτελούσε έμπρακτη αναγνώριση του πραγματικού κόστους που επωμίζονται χιλιάδες ελληνικές οικογένειες, ενισχύοντας την ισότητα των ευκαιριών και διευκολύνοντας την πρόσβαση των νέων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Γιατί η φοιτητική κατοικία δεν είναι απλώς ένα ενοίκιο.
Είναι μια επένδυση της οικογένειας στο μέλλον των παιδιών της.
Και αυτή η επένδυση αξίζει να αναγνωρίζεται από την Πολιτεία.
Η φοιτητική στέγη χρειάζεται προτεραιότητα, όχι μόνο εξαγγελίες
Η δημιουργία 8.153 νέων δημόσιων φοιτητικών κλινών, που ανακοινώθηκε στη ΔΕΘ του 2022 μέσω ΣΔΙΤ, αποτέλεσε μια ιδιαίτερα θετική πρωτοβουλία και δημιούργησε μεγάλες προσδοκίες για την ενίσχυση της δημόσιας φοιτητικής στέγης.
Ωστόσο, τέσσερα χρόνια μετά, σύμφωνα με την Εθνική Στρατηγική για τη Στεγαστική Πολιτική 2026-2035, οι νέες εστίες εκτιμάται ότι θα παραδοθούν προς χρήση εντός του 2029. Δηλαδή, θα απαιτηθούν περίπου επτά χρόνια από την εξαγγελία έως την ολοκλήρωση του έργου.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί εύλογα το ερώτημα αν η φοιτητική στέγη αποτέλεσε πράγματι προτεραιότητα της δημόσιας πολιτικής. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και κορυφαίο κυβερνητικό στέλεχος απέδωσε δημόσια τις καθυστερήσεις στη γραφειοκρατία.
Η γραφειοκρατία, όμως, δεν είναι απλώς ένα διοικητικό πρόβλημα. Έχει κοινωνικό κόστος. Κάθε ακαδημαϊκό έτος που χάνεται χωρίς νέες δημόσιες φοιτητικές κατοικίες σημαίνει μεγαλύτερη οικονομική επιβάρυνση για τις οικογένειες, μεγαλύτερη πίεση στην αγορά ενοικίων και λιγότερες ευκαιρίες για χιλιάδες νέους ανθρώπους.
Η νέα γενιά δεν χρειάζεται περισσότερες εξαγγελίες. Χρειάζεται ταχύτερη υλοποίηση, αποτελεσματικότερο κράτος και συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα που να τηρούνται.
Η φοιτητική στέγη χρειάζεται εθνικό σχέδιο, όχι αποσπασματικές παρεμβάσεις
Η Ελλάδα δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τη φοιτητική στέγη με μεμονωμένες παρεμβάσεις. Χρειάζεται ένα Εθνικό Σχέδιο Φοιτητικής Στέγασης, με συγκεκριμένους στόχους, σταθερή χρηματοδότηση και σαφές χρονοδιάγραμμα.
Σήμερα, η χώρα καλύπτει μόλις το 2,6% του συνόλου των φοιτητών και το 4,6% όσων σπουδάζουν μακριά από την οικογενειακή τους κατοικία, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος κυμαίνεται μεταξύ 15% και 18%. Αν θέλουμε πραγματική σύγκλιση με την Ευρώπη, ο στόχος πρέπει να είναι η δημιουργία 30.000 έως 36.000 δημόσιων φοιτητικών κατοικιών μέσα στην επόμενη δεκαετία.
Κάθε νέα δημόσια φοιτητική κατοικία δεν στεγάζει μόνο έναν φοιτητή. Απελευθερώνει κατοικίες στην ιδιωτική αγορά, μειώνει τη στεγαστική πίεση στις πανεπιστημιουπόλεις και στηρίζει χιλιάδες ελληνικές οικογένειες.
Τα έσοδα υπάρχουν. Η χώρα δεν αντιμετωπίζει πλέον πρόβλημα χρηματοδότησης. Αντιμετωπίζει πρόβλημα πολιτικής προτεραιοποίησης.
Τα δημοσιονομικά έσοδα από τη βραχυχρόνια μίσθωση αυξήθηκαν από περίπου 200 εκατ. ευρώ το 2019 σε περίπου 973 εκατ. ευρώ το 2025. Η εξέλιξη αυτή αποδεικνύει ότι η χώρα διαθέτει πλέον σημαντικούς δημοσιονομικούς πόρους.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν υπάρχουν χρήματα.
Το ερώτημα είναι πού επιλέγουμε να τα επενδύσουμε.
Ένα μέρος αυτής της υπεραξίας θα μπορούσε να κατευθύνεται κάθε χρόνο αποκλειστικά στη δημιουργία δημόσιων φοιτητικών κατοικιών, χωρίς να απαιτούνται ιδιώτες επενδυτές, ΣΔΙΤ ή σύνθετα επενδυτικά σχήματα.
Πρόκειται για μια επιλογή κοινωνικής ανταποδοτικότητας. Η ανάπτυξη ενός ιδιαίτερα δυναμικού κλάδου της οικονομίας μπορεί να επιστρέφει έμπρακτα στην κοινωνία, δημιουργώντας μόνιμες δημόσιες υποδομές για τη νέα γενιά.
Με ενδεικτικό κόστος κατασκευής 1.500 ευρώ ανά τ.μ., τα δημόσια έσοδα ενός μόνο έτους αντιστοιχούν θεωρητικά σε περίπου 21.600 νέες φοιτητικές κατοικίες επιφάνειας 30 τ.μ. σε οικόπεδα του Δημοσίου. Δεν προτείνεται, προφανώς, η διάθεση του συνόλου των εσόδων για τον σκοπό αυτό. Το παράδειγμα όμως αποδεικνύει ότι οι οικονομικές δυνατότητες υπάρχουν.
Όταν τα δημοσιονομικά έσοδα από έναν μόνο κλάδο αυξάνονται από 200 εκατ. ευρώ 973 εκατ. ευρώ μέσα σε έξι χρόνια, το ζήτημα δεν είναι πλέον η έλλειψη πόρων. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν υπάρχει η πολιτική βούληση ένα μέρος αυτής της υπεραξίας να επιστρέψει στις ελληνικές οικογένειες και στη νέα γενιά μέσω της δημιουργίας δημόσιων φοιτητικών κατοικιών.
Η στεγαστική κρίση δεν αντιμετωπίζεται μόνο με επιδόματα
Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, χώρες που αντιμετώπισαν τη στεγαστική κρίση κυρίως με επιδοτήσεις ενοικίου ή στεγαστικών δανείων, χωρίς παράλληλη αύξηση της προσφοράς κατοικιών, διαπίστωσαν ότι οι τιμές συνέχισαν να αυξάνονται, περιορίζοντας σημαντικά την αποτελεσματικότητα των μέτρων.
Η εμπειρία αυτή δείχνει ότι οι επιδοματικές πολιτικές είναι αναγκαίες για την άμεση ανακούφιση των νοικοκυριών, δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν τη μοναδική απάντηση στη στεγαστική κρίση.
Με το αρχικό δημοσιονομικό κόστος της επιστροφής ενός ενοικίου, περίπου 230 εκατ. ευρώ, θα μπορούσαν να δημιουργούνται κάθε χρόνο περίπου 4.380 νέες δημόσιες φοιτητικές κατοικίες επιφάνειας 35 τ.μ., δημιουργώντας ένα μόνιμο δημόσιο στεγαστικό απόθεμα που θα εξυπηρετεί διαδοχικές γενιές φοιτητών και θα συμβάλλει στη σταδιακή αποκλιμάκωση της πίεσης στην αγορά ενοικίων.
Η διαφορά είναι ουσιαστική. Όταν δεν συνοδεύονται από πολιτικές αύξησης της προσφοράς κατοικιών, οι επιδοματικές παρεμβάσεις μπορεί να συμβάλουν στη διατήρηση των υψηλών ενοικίων. Αντίθετα, οι δημόσιες επενδύσεις δημιουργούν νέο στεγαστικό απόθεμα και συμβάλλουν στη σταδιακή αποκλιμάκωση των τιμών.
Η πραγματική επένδυση μιας χώρας είναι οι νέοι άνθρωποί της
Η φοιτητική στέγη δεν αποτελεί μια ακόμη κοινωνική παροχή. Αποτελεί επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο της χώρας, στην κοινωνική συνοχή και στη μελλοντική αναπτυξιακή της πορεία.
Η Ελλάδα διαθέτει πλέον την εμπειρία, τη γνώση, τις λύσεις και τους οικονομικούς πόρους για να αλλάξει ουσιαστικά τον χάρτη της δημόσιας φοιτητικής στέγης. Δεν λείπουν ούτε οι προτάσεις ούτε τα μέσα. Εκείνο που απομένει είναι η πολιτική βούληση να μετατραπούν οι διαθέσιμοι πόροι σε μόνιμες δημόσιες υποδομές, που θα υπηρετούν διαχρονικά τη νέα γενιά και τις ελληνικές οικογένειες.
Η χώρα χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο Εθνικό Σχέδιο Φοιτητικής Στέγασης, με συγκεκριμένους στόχους, σταθερή χρηματοδότηση, σαφές χρονοδιάγραμμα και δημόσια λογοδοσία. Ένα σχέδιο που δεν θα αντιμετωπίζει τη φοιτητική κατοικία ως δαπάνη, αλλά ως επένδυση με διαχρονικό κοινωνικό και οικονομικό όφελος.
Η πολιτική για τη φοιτητική κατοικία δεν αφορά μόνο τους σημερινούς φοιτητές. Αφορά το αν η Ελλάδα θα συνεχίσει να είναι μια χώρα όπου οι ευκαιρίες καθορίζονται από το οικογενειακό εισόδημα ή μια χώρα που επενδύει έμπρακτα στην ισότητα των ευκαιριών.
Γιατί πίσω από κάθε φοιτητή που μετακομίζει σε μια άλλη πόλη υπάρχει μια οικογένεια που αγωνίζεται, στερείται και επενδύει στο μέλλον του παιδιού της. Η Πολιτεία οφείλει να σταθεί δίπλα σε αυτή την προσπάθεια, όχι μόνο με προσωρινές ενισχύσεις, αλλά με πολιτικές που δημιουργούν μόνιμες λύσεις.
Γιατί η φοιτητική κατοικία δεν είναι απλώς μια εκπαιδευτική υποδομή.
Είναι μια επένδυση στην κοινωνική συνοχή.
Είναι μια επένδυση στην ισότητα των ευκαιριών.
Είναι μια επένδυση στο δημογραφικό μέλλον της χώρας.
Και, πάνω απ’ όλα, είναι μια επένδυση στη νέα γενιά της Ελλάδας.
Γιατί μια χώρα που επενδύει στη φοιτητική κατοικία δεν χτίζει μόνο κτίρια.
Χτίζει ίσες ευκαιρίες, κοινωνική συνοχή και το μέλλον της ίδιας της Ελλάδας.
Θέμης Μπάκας
πολιτευτής Αχαΐας.







