...
Popular Now
Αγρίνιο: Συνελήφθη άνδρας για καλλιέργεια και διακίνηση ναρκωτικών ΦΩΤΟ

Αγρίνιο: Συνελήφθη άνδρας για καλλιέργεια και διακίνηση ναρκωτικών ΦΩΤΟ

Θεσσαλονίκη: Τρεις συλλήψεις για τη φωτιά στο Φίλυρο

Θεσσαλονίκη: Τρεις συλλήψεις για τη φωτιά στο Φίλυρο

«Η Ηλεία στον Κόσμο: Επιχειρηματικότητα, Τουρισμός, Καινοτομία, Πολιτισμός» ΦΩΤΟ

«Η Ηλεία στον Κόσμο: Επιχειρηματικότητα, Τουρισμός, Καινοτομία, Πολιτισμός» ΦΩΤΟ

Αχαΐα: Σπάνια επιστημονική ανακάλυψη στο Σπήλαιο των Λιμνών - Η έκθεση των ευρημάτων στο Patrapress.gr ΦΩΤΟ

Αχαΐα: Σπάνια επιστημονική ανακάλυψη στο Σπήλαιο των Λιμνών – Η έκθεση των ευρημάτων στο Patrapress.gr ΦΩΤΟ

Σπήλαιο των Λιμνών –

Εντοπίστηκε νέος οργανισμός στα Καστριά

Μια εξαιρετικά σημαντική ανακάλυψη για την παγκόσμια βιοποικιλότητα έλαβε χώρα στον εμβληματικό γεώτοπο του Σπηλαίου των Λιμνών στα Καστριά Αχαΐας.

Επιστήμονες ανακάλυψαν ένα εντελώς νέο, άγνωστο μέχρι σήμερα είδος οργανισμού –και πιο συγκεκριμένα ένα οστρακώδες–, επιβεβαιώνοντας την τεράστια οικολογική αξία της περιοχής.

Το εύρημα Mixtacandona kastriensis παρουσιάζει τοι Patrapressgr:

Το νέο αυτό είδος έλαβε την επίσημη επιστημονική του ονομασία ως Mixtacandona kastriensis nov. sp., τιμώντας με τον πλέον ιδανικό τρόπο το χωριό Καστριά, όπου και βρίσκεται το παγκοσμίου φήμης σπήλαιο.

Τα οστρακώδη είναι μικροσκοπικά καρκινοειδή (οργανισμοί που μοιάζουν με πολύ μικρές γαρίδες εγκλωβισμένες σε δίθυρο κοχύλι) και η παρουσία τους σε τέτοια περιβάλλοντα αποτελεί δείκτη της καθαρότητας και της μοναδικότητας του οικοσυστήματος των υπόγειων υδάτων.

Ένα ζωντανό εργαστήριο για την Κλιματική Αλλαγή

Το Σπήλαιο των Λιμνών αποδεικνύει για ακόμα μια φορά ότι εκτός από ένας μαγευτικός τουριστικός προορισμός με σπάνια ομορφιά και κλιμακωτές λίμνες, αποτελεί ένα διεθνές κέντρο έρευνας. Η επιστημονική του αξία είναι ανεκτίμητη, καθώς προσφέρει στους ερευνητές πολύτιμα δεδομένα για:

Περίληψη
Η παρούσα μελέτη παρέχει μία από τις λίγες καταγραφές οστρακοδών των σπηλαίων στην Ελλάδα, εστιάζοντας συγκεκριμένα στο Σπήλαιο των Λιμνών στο Παγκόσμιο Γεωπάρκο της UNESCO Χελμός-Βουραϊκός. Οι οστρακόδοι, γνωστοί για την ευαισθησία τους στις περιβαλλοντικές μεταβολές, συλλέχθηκαν από επτά επιφανειακά δείγματα εντός του σπηλαίου, οδηγώντας στην αναγνώριση τριών ταξινομικών ομάδων: Mixtacandona kastriensis nov. sp., Neglecandona vernalis και Schellencandona sp. Συνολικά αναγνωρίστηκαν 1.687 βαλβίδες, συμπεριλαμβανομένου του πρόσφατα περιγραφέντος είδους Mixtacandona kastriensis nov. sp. Επιπλέον, τα μελετηθέντα δείγματα αποκάλυψαν την παρουσία γαστερόποδων της οικογένειας Hydrobiidae. Η μελέτη αυτή υπογραμμίζει την σημαντική βιοποικιλότητα των οστρακοδών των σπηλαίων στην περιοχή και τον πιθανό ρόλο τους στην παλαιοοικολογική έρευνα, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για περαιτέρω διερεύνηση των λιγότερο μελετημένων καρστικών συστημάτων της Ελλάδας.Αχαΐα: Σπάνια επιστημονική ανακάλυψη στο Σπήλαιο των Λιμνών - Η έκθεση των ευρημάτων στο Patrapress.gr ΦΩΤΟ

1. Εισαγωγή
Τα καρστικά τοπία χαρακτηρίζονται από μια ποικιλία χαρακτηριστικών που σχηματίζονται από υδατοδιαλυτά πετρώματα (Scheffers et al., 2015). Παρουσιάζουν ένα ποικίλο μείγμα περιβαλλοντικών και κλιματικών συνθηκών, όπως βυθιζόμενα ρέματα, καταβόθρες, μεγάλες σπηλιές με πηγές και κλειστές κοιλότητες. Αυτή η περιβαλλοντική ετερογένεια, σε συνδυασμό με τις τοπικές κλιματικές επιπτώσεις και τη γεωγραφική απομόνωση, ευνοεί την αξιοσημείωτη βιολογική ποικιλομορφία, συμπεριλαμβανομένων πολλών ενδημικών ειδών στην περιοχή. Ωστόσο, τα καρστικά τοπία είναι ιδιαίτερα ευάλωτα στις ανθρώπινες δραστηριότητες και αντιμετωπίζουν σημαντικές ανθρωπογενείς πιέσεις, κλιματική αλλαγή και τουριστική εκμετάλλευση. Παρά την αναγνωρισμένη σημασία τους τόσο για την ανθρωπότητα όσο και για την επιστημονική έρευνα, οι καρστικές περιοχές παραμένουν ελάχιστα μελετημένες και συγκαταλέγονται στα πιο απειλούμενα οικοσυστήματα παγκοσμίως (Mičetić Stanković, 2023).
Τα σπήλαια είναι ιδιαίτερα ζωτικής σημασίας για τη βιοποικιλότητα (Culver and Pipan, 2019), καθώς παρέχουν μοναδικά και σταθερά ενδιαιτήματα που υποστηρίζουν μια μεγάλη ποικιλία ζωής, συμπεριλαμβανομένων πολλών σπάνιων και εξειδικευμένων ειδών (Howarth and Moldovan, 2018). Αυτά τα περιβάλλοντα φιλοξενούν οργανισμούς προσαρμοσμένους στο απόλυτο σκοτάδι, την έλλειψη θρεπτικών συστατικών και τις σταθερές θερμοκρασίες, όπως οι νυχτερίδες, τα ψάρια των σπηλαίων και τα ασπόνδυλα. Πολλά από αυτά τα είδη παίζουν κρίσιμο ρόλο στο ευρύτερο οικοσύστημα, όπως ο κύκλος των θρεπτικών συστατικών. Επιπλέον, τα σπήλαια λειτουργούν ως καταφύγια για την άγρια ​​ζωή, διατηρώντας τη βιοποικιλότητα ενόψει των περιβαλλοντικών αλλαγών (Mammola et al., 2019). Ωστόσο, είναι εξαιρετικά ευαίσθητα περιβάλλοντα και έχουν επηρεαστεί αρνητικά από ανθρωπογενείς επιπτώσεις. Για παράδειγμα, η υπερβολική επισκεψιμότητα θεαματικών σπηλαίων στο Ηνωμένο Βασίλειο πιθανότατα προκαλεί ζημιές όχι μόνο στη γεωλογική δομή των σπηλαίων αλλά και στην ποιότητα του αέρα και του νερού μέσα σε αυτά (Baker και Genty, 1998). Η προστασία των σπηλαίων είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της ευαίσθητης ισορροπίας αυτών των οικοσυστημάτων και της βιοποικιλότητας που διατηρούν (Mammola et al., 2022).

Τα οστρακοειδή, λόγω της ευαισθησίας τους στις περιβαλλοντικές διακυμάνσεις, έχουν αναδειχθεί ως πολύτιμοι οργανισμοί-μοντέλα για τη διερεύνηση των κλιματικών και οικοσυστημικών αλλαγών (Horne et al., 2002). Κατοικούν σχεδόν σε κάθε υδάτινο οικοσύστημα, συμπεριλαμβανομένων των γλυκών, υφάλμυρων και αλμυρών νερών – από τους ωκεανούς μέχρι τα ρέματα, ακόμη και τα υπόγεια ύδατα και τα σπήλαια – αποδεικνύοντας την ευρεία κατανομή και την οικολογική τους ποικιλομορφία (Horne et al., 2002; Mesquita-Joanes et al., 2012; Yavuzatmaca et al., 2012) και τον υψηλό ενδημισμό τους (Martens et al., 2008). Αυτή η εκτεταμένη γκάμα οικοτόπων τα καθιστά εξαιρετικούς δείκτες φυσικών και χημικών συνθηκών σε υδάτινα περιβάλλοντα. Ωστόσο, παρά τις δυνατότητές τους, η χρήση των οστρακοδών ως βιοδεικτών για την παρακολούθηση της ποιότητας του νερού και την περιβαλλοντική ανασυγκρότηση παραμένει σχετικά περιορισμένη.

Επιπλέον, η συνεχιζόμενη παγκόσμια έρευνα για τους υπόγειους οστρακοδές έχει αποκαλύψει υψηλό βαθμό βιοποικιλότητας εντός των υπόγειων οικοτόπων, ιδιαίτερα στα ευρωπαϊκά καρστικά συστήματα (π.χ., Rouch and Danielopol, 1997; Gibert et al., 2009; Stoch, 2011). Αυτό υπογραμμίζει τη σημασία της εξερεύνησης των υπόγειων περιβαλλόντων για την πλήρη κατανόηση της ποικιλομορφίας των οστρακωδών και των οικολογικών τους ρόλων στα οικοσυστήματα των υπόγειων υδάτων. Ωστόσο, παρά τη δυνατότητά τους να παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες, οι υπόγειοι οστρακώδες έχουν μελετηθεί ελάχιστα παγκοσμίως, πιθανώς λόγω της χαμηλής συχνότητάς τους στα ιζήματα και της δυσκολίας πρόσβασης στα αντίστοιχα ενδιαιτήματά τους.

Για την κεντρική Ευρώπη, πληροφορίες σχετικά με τους οστρακώδες των σπηλαίων, μεταξύ άλλων, έχουν παρασχεθεί από τον Meisch (2000). Έκτοτε, έχουν παρουσιαστεί και άλλες εργασίες (π.χ., Danielopol et al., 2009; Peterson et al., 2013), ωστόσο, δεν υπάρχει πραγματική ανασκόπηση των αρχείων των σπηλαίων. Στη Βαλκανική χερσόνησο υπάρχουν επίσης κάποιες γνωστές εργασίες (π.χ., Petkovski et al., 2009; Iepure et al., 2023), όπως συμβαίνει και με την Τουρκία (Yavuzatmaca et al., 2012; Külköylüoğlu et al., 2014), αλλά στην Ελλάδα οι σχετικές εργασίες φαίνεται να είναι σημαντικά μειωμένες όσον αφορά τα υπόγεια είδη (π.χ., Karanovic, 2003) και εξαιρετικά περιορισμένες όσον αφορά τα σπηλαιώδη περιβάλλοντα (Popa et al., 2019; Rossetti et al., 2025). Ωστόσο, ο Karanovic (2003) είχε ήδη επισημάνει τον υψηλό ενδημισμό των οστρακωδών στα ελληνικά καρστικά συστήματα και την ανάγκη για περαιτέρω μελέτες λόγω της υψηλής πιθανότητας ύπαρξης μη περιγραφόμενων ταξινομικών ομάδων. Επομένως, η μελέτη των οστρακωδών των σπηλαίων παρουσιάζει ένα πολλά υποσχόμενο όριο για νέες ανακαλύψεις. Η παρούσα εργασία στοχεύει στην παρουσίαση των αποτελεσμάτων της ανάλυσης οστρακόδων που διεξήχθη σε δείγματα επιφανειακών ιζημάτων από ένα τουριστικό σπήλαιο (Σπήλαιο των Λιμνών), που βρίσκεται στη Βόρεια Πελοπόννησο, Ελλάδα. Η ταφοκένωση των οστρακόδων αποκάλυψε νέα δεδομένα για τη βιοποικιλότητα και το περιβάλλον εναπόθεσης του σπηλαίου. Επιπλέον, εισάγεται ένα νέο είδος που προσθέτει πολύτιμες πληροφορίες για τους λιγότερο μελετημένους οστρακόδες των σπηλαίων της Ελλάδας.

2. Περιοχή μελέτης – Το Σπήλαιο των ΛιμνώνΑχαΐα: Σπάνια επιστημονική ανακάλυψη στο Σπήλαιο των Λιμνών - Η έκθεση των ευρημάτων στο Patrapress.gr ΦΩΤΟ
Η περιοχή μελέτης βρίσκεται στη Βόρεια Πελοπόννησο, Ελλάδα. Το Σπήλαιο των Λιμνών βρίσκεται στο όρος Αμολινίτσα κοντά στο χωριό Καστριά, Καλαβρύτων (Εικ. 1). Είναι ένας από τους πιο εμβληματικούς γεώτοπους του Παγκόσμιου Γεωπάρκου UNESCO του Χελμού Βουραϊκού.

Το πρώτο τμήμα, το οποίο είναι στεγνό και μήκους περίπου 80 μ., είναι σχεδόν οριζόντιο και καλύπτεται από ένα παχύ στρώμα κόκκινης γης. Το δεύτερο τμήμα έχει μήκος περίπου 700 μ. Κύρια χαρακτηριστικά του είναι οι 13 διαδοχικές υπόγειες λίμνες, οι οποίες δημιουργήθηκαν στον πυθμένα του σπηλαίου λόγω της αργής ταχύτητας ροής του νερού και της χαμηλής κλίσης. Αυτό το τμήμα μπορεί να χαρακτηριστεί ως μορφολογικά και υδρολογικά ενεργό και χαρακτηρίζεται επίσης από την παρουσία πλούσιων σπηλαιόθεμων. Το τουριστικό τμήμα του σπηλαίου εκτείνεται για 500 μ. μέχρι το τέλος της δεύτερης λίμνης. Το τρίτο και μεγαλύτερο τμήμα έχει μήκος μεγαλύτερο από ένα χιλιόμετρο και είναι στεγνό. Παρατηρούνται έντονες καταπτώσεις βράχων. Το τέταρτο τμήμα, μήκους 50 μ., έχει χαμηλότερο ύψος οροφής, ενώ η παρουσία νερού είναι επίσης εμφανής εδώ με μια μικρή υπόγεια λίμνη και αρκετές λούκες (Papadopoulou et al., 2023).

2.1. Γεωλογία
Η επιφάνεια της περιοχής μελέτης καλύπτεται από ασβεστόλιθους της γεωτεκτονικής ζώνης της Πίνδου, ασβεστόλιθους και φλύσχη της γεωτεκτονικής ζώνης της Τρίπολης και από προσχωσιγενή ιζήματα κατά μήκος των κοιλάδων των ποταμών (Εικ. 4). Στην περιοχή μελέτης, τα πετρώματα των δύο γεωτεκτονικών ζωνών έρχονται σε επαφή μέσω ενός βορειοδυτικού προσανατολισμού ρήγματος. Οι μεσαίου έως παχύρρευστοι γκρίζοι κρητιδικοί ασβεστόλιθοι της ζώνης της Τρίπολης παρουσιάζουν εκτεταμένη επιφανειακή και υπόγεια καρστικοποίηση, επιτρέποντας την παρουσία αρκετών διασυνδεδεμένων καρστικών χαρακτηριστικών στην ευρύτερη περιοχή (π.χ., η καταβόθρα του Απανοκάμπου στους κοντινούς Λουσούς). Οι κρητιδικοί ασβεστόλιθοι της Πίνδου εμφανίζονται έντονα τεκτονισμένοι (ρηγματωμένοι και πτυχωμένοι) (Εικ. 1).
Το σπήλαιο εκτείνεται εν μέρει εντός των κρητιδικών ασβεστόλιθων της γεωτεκτονικής ζώνης της Τρίπολης και εν μέρει εντός των λεπτοστρωματικών ασβεστόλιθων της Ύστερης Κρητιδικής ζώνης της Πίνδου (Εικ. 2). Έχει αναπτυχθεί κατά μήκος του βορειοδυτικού προσανατολισμού ρήγματος και χαρακτηρίζεται από ένα μακρύ, στενό πέρασμα με συγκριτικά υψηλή οροφή. Το 1ο μέρος του σπηλαίου χωρίζεται από το 2ο από ένα μικρό κανονικό ρήγμα. Και τα δύο αναπτύσσονται στους ασβεστόλιθους της ζώνης Τρίπολης. Οι έντονες καταπτώσεις βράχων που παρατηρούνται στο τρίτο μέρος είναι αποτέλεσμα τεκτονικής δραστηριότητας στους λεπτολιθικούς ασβεστόλιθους της Πίνδου (Golfinopoulos et al., 2022).

2.2. Υδρολογία
Το σπήλαιο διατηρεί εσωτερικές θερμοκρασίες αέρα που κυμαίνονται από 12,33 °C έως 17,05 °C, επηρεαζόμενες από εξωτερικές κλιματικές συνθήκες, και παρουσιάζει υψηλά επίπεδα υγρασίας μεταξύ 71,3% και 96,3%, ανάλογα με τις εξωτερικές θερμοκρασίες και την εσωτερική κυκλοφορία του αέρα. (https://www.kastriacave.gr/en/).
Η εισροή νερού γίνεται κυρίως μέσω έντονων σταγόνων κατά τη διάρκεια έντονων βροχοπτώσεων και εν μέρει από την καταβόθρα του Απανόκαμπου που βρίσκεται 4 χλμ. μακριά. Κατά τους ιστορικούς χρόνους, το σπήλαιο έχει βιώσει μεγάλες περιόδους ξηρασίας και πλημμυρικά φαινόμενα (κατά τη διάρκεια του χειμώνα και λόγω καταρρακτωδών βροχοπτώσεων), κατά τα οποία το νερό ρέει με μεγάλη ταχύτητα κατά μήκος του σπηλαίου και βγαίνει από τη φυσική του είσοδο (τέτοια πλημμυρικά φαινόμενα έχουν καταγραφεί το 1922, το 1940 και ξανά πολύ πρόσφατα κατά τη διάρκεια του χειμώνα του 2021). (https://www.kastriacave.gr/en/).

Το 1ο μέρος του σπηλαίου είναι ξηρό τον περισσότερο καιρό και δεν επικοινωνεί με το υπόλοιπο σπήλαιο λόγω της παρουσίας του μικρού ρήγματος. Το 2ο μέρος φέρει τις διαδοχικές λίμνες. Το νερό ρέει από τη μία λίμνη στην άλλη μόνο κατά τη διάρκεια περιόδων υψηλών βροχοπτώσεων ή πλημμυρών. Επομένως, το νερό στις λίμνες θεωρείται κυρίως στάσιμο ή αργής ροής. Το 3ο και μεγαλύτερο μέρος χαρακτηρίζεται από σημαντικά εσωτερικά επεισόδια βροχόπτωσης, με αποτέλεσμα την υδρολογική του απομόνωση τόσο από το προηγούμενο τμήμα της λίμνης όσο και από το επόμενο, 4ο μέρος, όπου υπάρχουν και πάλι σπηλαιόθεμα και γκουρ. (https://www.kastriacave.gr/en/).
3. Υλικό και μέθοδοι
Η δειγματοληψία στο Σπήλαιο των Λιμνών πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2022, με αποτέλεσμα επτά δείγματα επιφανειακών ιζημάτων (CL1–CL7) (Εικ. 2, 3). Η δειγματοληψία περιορίστηκε στο τουριστικό τμήμα του σπηλαίου (Εικ. 2), καθώς η πρόσβαση στα βαθύτερα, μη τουριστικά τμήματα ρυθμίζεται αυστηρά και απαιτεί ειδικές άδειες μαζί με εξειδικευμένο σπηλαιολογικό εξοπλισμό. Τα δείγματα από ξηρές περιοχές συλλέχθηκαν με τη χρήση κουταλιού, ενώ αυτά από τη λίμνη ελήφθησαν με τη χρήση box corer. Ελήφθησαν επίσης δείγματα νερού από τις λίμνες.Αχαΐα: Σπάνια επιστημονική ανακάλυψη στο Σπήλαιο των Λιμνών - Η έκθεση των ευρημάτων στο Patrapress.gr ΦΩΤΟ

Τα δείγματα ιζημάτων CL1 και CL2 ελήφθησαν από τον πυθμένα της 2ης και της 1ης λίμνης αντίστοιχα. Το δείγμα CL3 ελήφθη από το ξηρό τμήμα της 1ης λίμνης. Τα δείγματα CL4, CL5, CL6 και CL7 ελήφθησαν από το μετωπικό τμήμα του 2ου τμήματος του σπηλαίου. Τα δείγματα CL4 και CL5 ελήφθησαν από υγρό λασπώδες υπόστρωμα. Το δείγμα CL6 ελήφθη από μια μικρή, απομονωμένη λίμνη (μέγιστη διάμετρος 5 m) με ελάχιστη συσσώρευση ιζημάτων. Το δείγμα CL7 ελήφθη από μια πολύ μικρή λίμνη (μέγιστη διάμετρος 30 cm). Όλα τα δείγματα χαρακτηρίζονται ως σκούρα καφέ ιλύς, με υψηλή περιεκτικότητα σε γκουανό νυχτερίδας. Τα δείγματα αποθηκεύτηκαν και υποβλήθηκαν σε επεξεργασία στο Εργαστήριο Παλαιοντολογίας και Στρωματογραφίας του Πανεπιστημίου Πατρών. Περίπου 300 g από κάθε δείγμα ξηράνθηκαν και υποβλήθηκαν σε επεξεργασία με 5% H₂O₂ για τουλάχιστον 24 ώρες, με το διάλυμα να θερμαίνεται στους 90 °C μόνο για ιζήματα πλούσια σε οργανικό υλικό. Αυτή η χαμηλή συγκέντρωση και η ελεγχόμενη επεξεργασία επιλέχθηκαν ειδικά για να διασφαλιστεί ότι οι εύθραυστες βαλβίδες των νεαρών οστρακοειδών δεν θα υποστούν ζημιά. Τα υπολείμματα κοσκινίστηκαν με υγρό κόσκινο μέσω κόσκινων 125 µm και 63 µm και στη συνέχεια ξηράνθηκαν σε φούρνο στους 70 °C όλη τη νύχτα. Τα καβούκια και οι βαλβίδες των οστρακοειδών επιλέχθηκαν χειροκίνητα από τα υπολείμματα και εξετάστηκαν με στερεοσκοπικό μικροσκόπιο OPTIKA SZM-2 και ταυτοποιήθηκαν σε επίπεδο είδους (όπου ήταν δυνατόν). Τα νεαρά Candonidae δεν εξετάστηκαν ταξινομικά επειδή η ατελής μορφολογική τους ανάπτυξη δεν διαθέτει πλήρως διαμορφωμένα διαγνωστικά χαρακτηριστικά ενηλίκων, καθιστώντας την ακριβή ταυτοποίηση σε επίπεδο είδους εξαιρετικά εικασία. Η ταυτοποίηση και τα δεδομένα σχετικά με την οικολογία και την κατανομή των ειδών οστρακοειδών προέρχονται από τους Meisch (2000), Meisch et al. (2024), Karanovic (2012) και Fuhrmann (2012b). Οι οστρακόδοι φωτογραφήθηκαν και οι μορφολογικές λεπτομέρειες εξετάστηκαν χρησιμοποιώντας ένα στερεομικροσκόπιο Leica MZ16 με ψηφιακή κάμερα Jenoptik Gryphax Altair και ηλεκτρονικό μικροσκόπιο σάρωσης Jeol JSM 6390 (Εργαστήριο Ιστορικής Γεωλογίας-ΒιοΓεωεπιστημών, Σχολή Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών). Ο ταφονομικός δείκτης Ενήλικας/Νεαρός (Belis et al., 1997; Schellenberg, 2007) υπολογίστηκε σε επίπεδο οικογένειας ως δείκτης περιβαλλοντικής ενέργειας. Τιμές μεταξύ 0,125 και 0,250 είναι τυπικές για τα σύνολα θανάτου in situ. Υψηλότερες τιμές αντικατοπτρίζουν τα σύνολα θανάτου in situ με ταφονομική απομάκρυνση νεαρών. Σημαντικά χαμηλότερες τιμές θα μπορούσαν να αντικατοπτρίζουν μεταφερόμενες βαλβίδες νεαρών ή ένα συμβάν μαζικού θανάτου. Οι ονοματολογικές πράξεις που περιέχονται σε αυτό το χειρόγραφο έχουν καταχωρηθεί στο ZooBank με τον κωδικό LSID: urn:lsid:zoobank.org:pub:9EFBBD36-8072-47D0-A9AF-C749301A12EF.
4. Αποτελέσματα
4.1. Αποτελέσματα ανάλυσης οστρακοδών και αυτοεκολογία ταξινομικών ομάδων
Τα αποτελέσματα της ανάλυσης οστρακοδών αποκάλυψαν χαμηλή ποικιλομορφία (αριθμός ταξινομικών ομάδων: 1 στο δείγμα CL7, 2 στο δείγμα CL1 και CL3, 3 στα δείγματα CL2, CL4, CL5 και CL6) και ποικίλες συχνότητες συσσωματωμάτων (7 βαλβίδες/gr στο δείγμα CL7 έως 665 βαλβίδες/gr στο δείγμα CL1) (Πίνακας 1). Πιο συγκεκριμένα, εντοπίστηκαν τρία taxa. Η Neglecandona vernalis (Εικ. 5) κυριάρχησε στα σύνολα σε όλα τα δείγματα (εκτός από το δείγμα CL7) (μέγιστος αριθμός βαλβίδων στο δείγμα CL4). Το N. vernalis έχει βρεθεί στη Γερμανία σε μικρά υδάτινα σώματα που στεγνώνουν προσωρινά, ειδικά σε λιβάδια και τάφρους. Ζωντανά δείγματα αναμένονται από τον Μάρτιο έως τον Σεπτέμβριο (Fuhrmann, 2012). Έχει επίσης βρεθεί σε προσωρινά μικρά υδάτινα σώματα, συχνά σε πεδιάδες ποταμών στην Ιορδανία (Mischke et al., 2021). Είναι η πρώτη φορά που αναφέρεται αυτό το ταξινομικό όριο από την Ελλάδα και σε υπόγεια ύδατα.

Πίνακας 1. Πίνακας αποτελεσμάτων ανάλυσης οστρακοδών. Αναφέρονται επίσης τα αποτελέσματα του λόγου A/J μαζί με τον χαρακτηρισμό της ενέργειας μεταφοράς. Το «σύνολο» αναφέρεται αυστηρά στον συνολικό αριθμό βαλβίδων.

Ακολουθήστε μας στις προτιμώμενες πηγές της Google:

Follow us on Google

FOLLOW: Google News Facebook Viber X