Τα γεγονότα στη Θέουτα – το μικρό θύλακα ισπανικής κυριαρχίας στο έδαφος του Μαρόκου- έφεραν και πάλι στο προσκήνιο την αδυναμία της Ε.Ε. να επιβεβαιώσει άμεσα και αταλάντευτα την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη, αλλά κυρίως την ισχύ του νέου Ευρωπαϊκού Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, το οποίο έθεσε σε εφαρμογή μόλις τον προηγούμενο Ιούνιο. Η πολιτικά αμήχανη και διασπαστική αντίδραση Κρατών –μελών και θεσμών της Ε.Ε. άφησε εύκολα χώρο στην αντι-μεταναστευτική προπαγάνδα ορισμένων ηγετών Ευρωπαϊκών χωρών, στοχεύοντας στα εθνικά εκλογικά ακροατήρια, και στην ανάδειξη κάθε είδους προκαταλήψεων τραμπικής έμπνευσης, που δεν είχαν καμία σχέση με την ασκούμενη Ευρωπαϊκή Πολιτική Μετανάστευσης και Ασύλου.
Τι συνέβη στην πραγματικότητα; Στην περίπτωση της Θέουτα, υπήρξε, για άλλη μία φορά, μια οργανωμένη επιχείρηση εργαλειοποίησης μεταναστών και απόπειρας μαζικής παραβίασης των εξωτερικών συνόρων της Ε.Ε. (ισπανικών συνόρων), με την προφανή εμπλοκή των μαροκινών αρχών ως προς τη διευκόλυνση της παράτυπης διέλευσης και με τη μαζική αποστολή παραπλανητικών μηνυμάτων και videos σε πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης (facebook, Tik-Tok) στους μετανάστες για την προοπτική εύκολης εγκατάστασής τους σε ευρωπαϊκό έδαφος.
Εβδομήντα χιλιάδες μετανάστες αποπειράθηκαν να εισέλθουν παράτυπα στη Θέουτα δια θαλάσσης και επαναπροωθήθηκαν άμεσα από τις ισπανικές αρχές, με την τραγική συνέπεια των 100 νεκρών και πολλών ακόμα αγνοούμενων.
Ποια ήταν η ευρωπαϊκή αντίδραση; Ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες έσπευσαν να κατηγορήσουν την ισπανική Κυβέρνηση για τη χαλαρή πολιτική της έναντι της παράνομης μετανάστευσής, εστιάζοντας τόσο στο πρόγραμμα μαζικής νομιμοποίησης παράτυπων μεταναστών (ωστόσο διαμενόντων και εργαζόμενων παράτυπα στην Ισπανία), όσο και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Ισπανίας (Tribunal Supremo), η οποία όριζε, κατά την πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ, ότι για τους διασωθέντες ή συλληφθέντες παράτυπους μετανάστες στα θαλάσσια σύνορα απαγορεύεται η άμεση επαναπροώθησή τους, αν πρώτα δεν εξεταστεί η αίτηση ασύλου τους.
Ωστόσο, όλα αυτά ήταν γνωστά στις ευρωπαϊκές Κυβερνήσεις οι οποίες βιάστηκαν να καταφύγουν στην αντιμεταναστευτική προπαγάνδα, όπως γνωστή ήταν και η αντίστοιχη απόπειρα μαζικής εισόδου μεταναστών στη Θέουτα το 2014, με ανάλογη απάντηση από την τότε ισπανική
Κυβέρνηση και τη σχετική απόφαση του ΕΔΔΑ. Αν κάτι άλλαξε αυτή τη φορά στην αντίδραση των ευρωπαϊκών χωρών (μεταξύ αυτών και της Ελλάδας) είναι ότι αντί της αναμενόμενης ευρωπαϊκής αλληλεγγύης στην Ισπανία, επελέγησαν οι διασπαστικές κινήσεις, ο αδιέξοδος απομονωτισμός και οι δηλώσεις αποδυνάμωσης ευρωπαϊκής πολιτικής για τη μετανάστευση και το Άσυλο.
Η Ιταλία (χωρίς να έχει χερσαία σύνορα με την Ισπανία!), με απόφαση της Πρωθυπουργού Μελόνι, ήρε προσωρινά την εφαρμογή της Συνθήκης Σένγκεν επαναφέροντας τους ελέγχους στα αεροδρόμιά της για τους Ισπανούς και άλλους ευρωπαίους πολίτες, ορισμένες χώρες έκρουσαν τον «κώδωνα του κινδύνου» για νέα «εισβολή» μεταναστών στην Ευρώπη (την ώρα που Ισπανία διενεργούσε μαζικές επαναπροωθήσεις) και είκοσι δύο Πρωθυπουργοί και αρχηγοί Κρατών της Ε.Ε. (μεταξύ αυτών και ο Έλληνας Πρωθυπουργός) απέστειλαν επιστολή στην ηγεσία της Ε.Ε., ασκώντας κεκαλυμμένη κριτική στη μεταναστευτική πολιτική της Ισπανίας και ζητώντας αυστηρή ευρωπαϊκή πολιτική για την αποτροπή της παράνομης μετανάστευσης.
Στη τηλεδιάσκεψη των Ευρωπαίων Υπουργών εσωτερικών και Μετανάστευσης κρατήθηκαν τελικά χαμηλοί τόνοι, στηρίχθηκε χλιαρά η Ισπανική Κυβέρνηση, αλλά τελικά οι ρωγμές στην ευρωπαϊκή πολιτική μετανάστευσης δεν επουλώθηκαν. Αντίθετα, μεγεθύνθηκαν σε μεγάλο βαθμό, μαζί με την τυφλή προκατάληψη που καλλιεργείται πλέον στα ευρωπαϊκά εκλογικά ακροατήρια στο πεδίο της μετανάστευσης για ιδιοτελείς εθνικούς πολιτικούς λόγους.
Ας κρατήσουμε δύο δεδομένα:
1. Το πρόβλημα που ανέκυψε με την απόπειρα της μαζικής παραβίασης των ευρωπαϊκών συνόρων στη Θέουτα είναι ένα κλασσικό παράδειγμα εργαλειοποίησης μεταναστών από τρίτες δυνάμεις και, υπό συνθήκες, ελεγχόμενης υβριδικής απειλής, απέναντι σε μια σειρά από χώρες πρώτης εισόδου/υποδοχής. Στο παρελθόν, έχουν υπάρξει ανάλογες πρακτικές εκ μέρους της Λευκορωσίας, του Μαρόκου και της Τουρκίας. Όταν αποδυναμώνεται η ευρωπαϊκή ενότητα και αλληλεγγύη, όπως στην περίπτωση της Ισπανίας, ποια θα είναι η τύχη χωρών πρώτης εισόδου/υποδοχής την επόμενη φορά που θα υπάρξει (γιατί θα υπάρξει) αντίστοιχη υβριδική απειλή; Μια ευάλωτη στις απειλές Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μια αδύναμη πολιτικά Ευρώπη, που θα αναγκάζεται να διαπραγματεύεται με τρίτες χώρες, υποχωρώντας στις πολιτικές, γεωπολιτικές και οικονομικές απαιτήσεις τους (π.χ. Τουρκία, Μαρόκο, Αφγανιστάν και πρόσφατα Συρία). Μπορεί η Ε.Ε. να υιοθέτησε το νέο Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, αλλά αδυνατεί ακόμα να το εφαρμόσει, γιατί δεν έχει ενοποιήσει την πολιτική της, δεν διαθέτει τους απαραίτητους ενωσιακούς θεσμούς για την υλοποίησή της και κυρίως γιατί δεν έχει διαμορφώσει ενωσιακούς θεσμούς ελέγχου αυτής της πολιτικής. Επομένως, με μια αδύναμη (και για ορισμένους σε αποδρομή) ευρωπαϊκή ηγεσία, το κάθε Κράτος-μέλος κινείται και αντιδρά εντός η εκτός του συμφωνημένου ευρωπαϊκού πλαισίου, ανάλογα με τα εθνικά και πολιτικά συμφέροντά του. Φαίνεται ότι δεν διδαχθήκαμε πολλά από τις κρίσεις της Αραβικής άνοιξης, του Αιγαίου, του Έβρου και πλέον της Γάζας για να πιστεύουμε ότι θα λύσουμε το προσφυγικό με πολιτικές outsourcing, ενώ στην ευρύτερη περιοχή μας συνεχίζονται δύο περιφερειακοί πόλεμοι και έχουν εκτοπιστεί πάνω από 15 εκ. άνθρωποι. Και μόνο η επιμελημένη αδιαφορία της Ε. Ε. να διερευνήσει ποιος και τι προκάλεσε τη μαζική μετακίνηση 70.000 στην πλειονότητά τους μαροκινών πολιτών προς τη Θέουτα, ώστε να επιβάλλει κυρώσεις, αποδεικνύει τους φόβους της και την προσπάθειά της να αφήσει τα δύσκολα για αργότερα. Άλλωστε, η «γενική εικόνα» είναι, λένε, ενθαρρυντική: Οι μεικτές προσφυγικές/μεταναστευτικές ροές προς τα εξωτερικά ευρωπαϊκά σύνορα βαίνουν μειούμενες τα τελευταία χρόνια (-55% το πρώτο εξάμηνο του 2026). Εφόσον συμβαίνει αυτό, σε τι –και ποιον- ωφελεί η αντιμεταναστευτική προπαγάνδα, αν όχι συγκεκριμένες Κυβερνήσεις για την εσωτερική εργαλειοποίηση της μετανάστευσης, την περαιτερω συντηρικοποίηση των εθνικών εκλογικών ακροατηρίων για πολιτικούς λόγους.
2. Πίσω από την απαίτηση πολλών ευρωπαϊκών Κυβερνήσεων για αυστηροποίηση της μεταναστευτικής πολιτικής υπάρχει το πολιτικό πρόταγμα της εξωτερικής διαχείρισης της μετανάστευσης, της «διπλωματίας της μετανάστευσης» και της δημιουργίας των «Κέντρων Επιστροφών» (Return Hubs) σε τρίτες χώρες, με δύο λόγια το outsourcing στη διαχείριση της μετανάστευσης και του ασύλου. Αυτή τη συντηρητική πολιτική επιλογή εξυπηρετούν οι κραυγές εναντίον των «λαθροεισβολέων μεταναστών», η ταυτόχρονη αφωνία της ευρωπαϊκής ηγεσίας, η παραληρηματική εξύμνηση των πολιτικών Τράμπ και της επιρροής τους στην Ευρώπη από ορισμένους υπουργούς (και εγχώριους), ο διαγκωνισμός των κεντροδεξιών κομμάτων στην αντιμεταναστευτική προπαγάνδα και το σταδιακό χτίσιμο της πολιτικής στροφής του προς τα (ακρο)δεξιά εκλογικά ακροατήρια (πρόκειται για τη μεταχρονολογημένη αναγνώριση της πολιτικής ατζέντας Λεπέν). Ας μην ξεχνάμε ότι στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ο Κανονισμός για τις Επιστροφές ψηφίσθηκε με τη συμμαχία –για πρώτη φορά- του ΕΛΚ με τα ακροδεξιά ευρωπαϊκά κόμματα, ενισχύοντας την πολιτική ατζέντα αυτής της στροφής και την προβολή της στο μέλλον. Η περίφημη «διπλωματία της μετανάστευσης» δεν αρκείται στις καθόλα απαραίτητες διπλωματικές συμφωνίες με τρίτες χώρες για τη συγκράτηση των μεταναστευτικών ροών. Αποσκοπεί κυρίως σε ένα ευρύ πρόγραμμα οικονομικής συνεργασίας με τρίτες χώρες (συχνά αλλεργικές στις δημοκρατικές ελευθερίες και τα ανθρώπινα δικαιώματα) στη βάση των νέων γεωπολιτικών ισορροπιών στην ευρύτερη περιοχή μας και με την εμπλοκή μεγάλων επενδυτικών σχημάτων (funds) για την υλοποίηση του outsourcing στη διαχείριση της μετανάστευσης και του ασύλου.
Όταν η προτεραιότητα δίνεται από την Ε.Ε. σε αυτή την πολιτική επιλογή, η αντιμεναστευτική προπαγάνδα και προκατάληψη συνιστούν χρήσιμα πολιτικά εργαλεία χειραγώγησης της κοινής γνώμης και η Θέουτα μια ευκαιρία επανασυσπείρωσης της ευρωπαϊκής δεξιάς, ενόψει των επερχόμενων εκλογικών αναμετρήσεων σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Εν τούτοις, η διάχυση αυτής της ατζέντας απαντά, ίσως πρόσκαιρα, στη σχεδιαζόμενη χειραγώγηση των εκλογικών συμπεριφορών, αλλά δεν προστατεύει απολύτως κανέναν από οργανωμένες και πολυμέτωπες υβριδικές επιθέσεις και απειλές και μάλιστα με πολίτες εθισμένους στη μισαλλοδοξία και εχθροπάθεια.
Η ήττα της Ευρωπαϊκής Πολιτικής θα είναι στρατηγική αν προβάλλει το δόγμα της Ευρώπης-φρούριο και του μετανάστη-εχθρού, την ώρα που η δημογραφική εξέλιξή της θα έχει ανάγκη από την οργανωμένη και νόμιμη μετανάστευση προκειμένου να στηρίξει την οικονομία και την ανάπτυξή της.
Θεόδωρος Παπαθεοδώρου
τ. υφυπουργός – βουλευτής Αχαΐας ΠΑΣΟΚ













