Popular Now
Φωτογραφία με δημιουργό gd-jpeg v1.0, ποιότητα 70, από PatraPress.gr

Πάτρα: Ξεκινά η δίκη της Ειρήνης Μουρτζούκου – Πότε κάθεται στο εδώλιο

Ανδρέας Κατσανιότης παρουσιάζει την ίδρυση της Νομικής Σχολής στο…

Πάτρα: Επιμένει στην ίδρυση Νομικής Σχολής στο Πανεπιστήμιο ο Ανδρέας Κατσανιώτης

Πάτρα: Συλλαλητήριο μετά την καταγγελία για επίθεση σε μαθήτρια

Πάτρα: Συλλαλητήριο μετά την καταγγελία για επίθεση σε μαθήτρια

Βρετανία: Νέο «όχι» στην αλλαγή του νόμου για τα Γλυπτά του Παρθενώνα

Βρετανία: Νέο «όχι» στην αλλαγή του νόμου για τα Γλυπτά του Παρθενώνα

Παρά τις διακομματικές παρεμβάσεις στη Βουλή των Λόρδων και τις εκκλήσεις για επανεξέταση του νομοθετικού πλαισίου, το Λονδίνο δεν εμφανίζεται διατεθειμένο να άρει το βασικό εμπόδιο για την οριστική επιστροφή των Γλυπτών.

Η βρετανική κυβέρνηση δεν προτίθεται να προχωρήσει σε αλλαγή του νομοθετικού πλαισίου που εμποδίζει την οριστική επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα στην Ελλάδα, παρά τις πιέσεις που διατυπώθηκαν από μέλη διαφορετικών πολιτικών παρατάξεων στη Βουλή των Λόρδων.

Τη θέση αυτή κατέστησε σαφή η υφυπουργός Πολιτισμού, βαρόνη Τουάικρος, αποκλείοντας προς το παρόν κάθε ενδεχόμενο κυβερνητικής πρωτοβουλίας για τροποποίηση της σχετικής νομοθεσίας.

Αντίθετα, η βρετανική πλευρά εξακολουθεί να προκρίνει τη διευθέτηση του ζητήματος μέσω διαπραγματεύσεων ανάμεσα στο Βρετανικό Μουσείο και την ελληνική κυβέρνηση, με αντικείμενο μια πιθανή συμφωνία μακροχρόνιου δανεισμού. Ως πιθανό μοντέλο για μια τέτοια συμφωνία έχει αναφερθεί η προσωρινή παραχώρηση της ιστορικής Ταπισερί της Μπαγιέ στη Βρετανία.

Το ζήτημα επανήλθε στη συζήτηση την Τρίτη 3 Νοεμβρίου, έπειτα από σχετική παρέμβαση του ανεξάρτητου κόμη του Κλάνκαρτι, ο οποίος ζήτησε να ενημερωθεί εάν η κυβέρνηση έχει εξετάσει προτάσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην οριστική επανένωση των Γλυπτών στην Αθήνα.

Απαντώντας, η Τουάικρος διευκρίνισε ότι δεν έχει πραγματοποιηθεί σχετική αξιολόγηση, ενώ η αλλαγή του νόμου περί Βρετανικού Μουσείου του 1963 δεν περιλαμβάνεται στον κυβερνητικό νομοθετικό σχεδιασμό.

«Η κυβέρνηση δεν έχει σχέδια να αλλάξει τον νόμο ή να εισαγάγει νομοθεσία που θα επέτρεπε τη μόνιμη επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα», δήλωσε χαρακτηριστικά.

Ο νόμος του 1963 και τα περιθώρια για συμφωνία δανεισμού
Κεντρικό εμπόδιο στην επιστροφή των Γλυπτών εξακολουθεί να αποτελεί το νομοθετικό καθεστώς που διέπει τη λειτουργία του Βρετανικού Μουσείου. Ο νόμος του 1963 απαγορεύει στο ίδρυμα να απομακρύνει οριστικά αντικείμενα από τις συλλογές του, επιτρέποντας μόνο συγκεκριμένες εξαιρέσεις, όπως στην περίπτωση διπλών εκθεμάτων ή αντικειμένων που δεν είναι κατάλληλα για διατήρηση.

Πρόσθετες νομοθετικές προβλέψεις έχουν θεσπιστεί για την επιστροφή αντικειμένων που λεηλατήθηκαν κατά τη ναζιστική περίοδο, καθώς και ανθρώπινων λειψάνων ηλικίας μικρότερης των 1.000 ετών. Ωστόσο, καμία από αυτές τις εξαιρέσεις δεν καλύπτει την περίπτωση των Γλυπτών του Παρθενώνα.

Η υφυπουργός Πολιτισμού υπογράμμισε ότι το Βρετανικό Μουσείο αποτελεί ανεξάρτητο οργανισμό και δεν υπάγεται στις κυβερνητικές αποφάσεις ως προς τη διαχείριση των συλλογών του, οφείλει όμως να λειτουργεί εντός των περιορισμών που θέτει η ισχύουσα νομοθεσία.

Την ίδια ώρα, ο πρόεδρος του Μουσείου, Τζορτζ Όσμπορν, συνεχίζει τις επαφές για την επίτευξη μιας συμφωνίας που θα προβλέπει τον μακροχρόνιο δανεισμό των Γλυπτών στην Ελλάδα. Στο πλαίσιο μιας τέτοιας διευθέτησης, η Αθήνα θα μπορούσε να παραχωρεί περιοδικά στη βρετανική πλευρά σημαντικές ελληνικές αρχαιότητες για έκθεση.

Το βασικό σημείο τριβής, ωστόσο, παραμένει το ιδιοκτησιακό καθεστώς. Το Βρετανικό Μουσείο φέρεται να συνδέει την παραχώρηση των Γλυπτών με την αναγνώριση της κυριότητάς του από την ελληνική πλευρά, καθώς και με τη δέσμευση ότι τα έργα θα επιστρέψουν στη Βρετανία μετά την ολοκλήρωση του δανεισμού. Πρόκειται για όρους που η Αθήνα δεν αποδέχεται, καθώς πάγια θέση της είναι η οριστική επανένωση των μνημείων.

Η Ταπισερί της Μπαγιέ και η διαφορετική αντιμετώπιση των δύο υποθέσεων
Σημαντικό μέρος της συζήτησης στη Βουλή των Λόρδων επικεντρώθηκε στην Ταπισερί της Μπαγιέ, το εμβληματικό γαλλικό έργο που πρόκειται να μεταφερθεί προσωρινά στη Βρετανία. Η υπόθεσή του παρουσιάστηκε ως πιθανό προηγούμενο για τη διαμόρφωση μιας αντίστοιχης συμφωνίας σχετικά με τα Γλυπτά του Παρθενώνα.

Ο Φιλελεύθερος Δημοκράτης λόρδος Άντινγκτον έθεσε το ενδεχόμενο να διατεθεί κοινοβουλευτικός χρόνος για την τροποποίηση της νομοθεσίας, εφόσον οι διαπραγματεύσεις με την Ελλάδα κατέληγαν σε συμφωνία που θα απαιτούσε αλλαγές στο ισχύον πλαίσιο.

Η βαρόνη Τουάικρος απάντησε ότι μέχρι στιγμής δεν έχει επιτευχθεί κάποια συμφωνία, σημειώνοντας ότι το Βρετανικό Μουσείο καταβάλλει προσπάθειες για την εξεύρεση λύσης χωρίς να χρειαστεί νομοθετική παρέμβαση.

Όπως ανέφερε, ο διευθυντής του Μουσείου έχει επικαλεστεί την περίπτωση της Ταπισερί της Μπαγιέ ως πιθανό μοντέλο, ενώ η βρετανική κυβέρνηση θα στήριζε μια διευθέτηση που θα γινόταν αποδεκτή «από τους Έλληνες υπουργούς και τον ελληνικό λαό».

Ωστόσο, όταν ο ανεξάρτητος λόρδος Ρίκετς ζήτησε να διασφαλιστεί ότι το γαλλικό έργο θα επιστρέψει στη χώρα προέλευσής του μετά τη λήξη του δανεισμού, η απάντηση της υφυπουργού ήταν ιδιαίτερα κατηγορηματική.

«Δεν υπάρχει απολύτως καμία πρόθεση, και θα έπρεπε να περάσουν πάνω από το πτώμα μου, να προσπαθήσουμε να κρατήσουμε την Ταπισερί της Μπαγιέ σε αυτή τη χώρα».

Η τοποθέτηση αυτή ανέδειξε την αντίφαση που επισημαίνουν όσοι υποστηρίζουν την ελληνική διεκδίκηση. Στην περίπτωση της Ταπισερί, η προσωρινή μεταφορά στη Βρετανία δεν αμφισβητεί τον χαρακτήρα της ως γαλλικού πολιτιστικού αγαθού ούτε την υποχρέωση επιστροφής της. Αντίθετα, για τα Γλυπτά του Παρθενώνα, η βρετανική πλευρά εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την υπόθεση αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα μιας προσωρινής παραχώρησης.

Η σύγκριση με τη «Γκερνίκα» και οι αντιδράσεις των λόρδων
Στη διάρκεια της κοινοβουλευτικής συζήτησης, ο κόμης του Κλάνκαρτι έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην καλλιτεχνική και ιστορική ενότητα του Παρθενώνα, υποστηρίζοντας ότι η διεκδίκηση των Γλυπτών δεν αφορά μόνο ζητήματα ιδιοκτησίας ή εθνικής ταυτότητας, αλλά και την αποκατάσταση ενός ενιαίου καλλιτεχνικού συνόλου.

Για να ενισχύσει το επιχείρημά του, επικαλέστηκε το έργο του Πάμπλο Πικάσο «Γκερνίκα», θέτοντας το ερώτημα πώς θα αντιδρούσε η διεθνής κοινότητα εάν ένας τόσο σημαντικός πίνακας είχε τεμαχιστεί και διασκορπιστεί σε διαφορετικά μουσεία.

«Εάν η “Γκερνίκα” του Πικάσο κοβόταν σε κομμάτια και εκτίθετο σε διαφορετικά μουσεία, θα ξεσηκωνόταν τεράστια κατακραυγή για την επανένωση τους. Δεν θα έπρεπε να αντιμετωπίσουμε με τον ίδιο τρόπο και το αριστούργημα του Φειδία;»
Ο ίδιος πρότεινε να εξεταστεί μια περιορισμένη τροποποίηση του νόμου, η οποία θα έδινε τη δυνατότητα στο Βρετανικό Μουσείο να αποφασίσει αυτοτελώς για την οριστική επιστροφή των Γλυπτών, χωρίς να απαιτείται ευρύτερη αλλαγή του θεσμικού πλαισίου.

Ανάλογη κριτική στη λογική του δανεισμού άσκησε η Εργατική βαρόνη Τσακραμπάρτι, χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα τα Κοσμήματα του Στέμματος για να αναδείξει τη διαφορά ανάμεσα στην επιστροφή ενός πολιτιστικού αγαθού και την προσωρινή παραχώρησή του.

«Εάν κάποιος είχε αρπάξει ορισμένα από τα Κοσμήματα του Στέμματος, δεν νομίζω ότι θα ήμασταν τόσο ευχαριστημένοι με μια συμφωνία δανεισμού».

Στον αντίποδα, ο Συντηρητικός υποκόμης Χέιλσαμ εξέφρασε επιφυλάξεις απέναντι σε οποιαδήποτε απόφαση επιστροφής, προειδοποιώντας ότι θα μπορούσε να δημιουργήσει «ένα εξαιρετικά ατυχές προηγούμενο». Όπως υποστήριξε, τα βρετανικά μουσεία φιλοξενούν μεγάλο αριθμό αντικειμένων που αποκτήθηκαν από άλλες χώρες, «συχνά υπό μάλλον αμφίβολες συνθήκες».

Από την πλευρά του, ο Εργατικός λόρδος Νταμπς ζήτησε διευκρινίσεις για το κατά πόσο θα ήταν αναγκαία η ψήφιση νέας νομοθεσίας προκειμένου να καταστεί δυνατή η επιστροφή των Γλυπτών, με την υφυπουργό να επαναλαμβάνει ότι το υφιστάμενο νομικό καθεστώς θέτει συγκεκριμένους περιορισμούς.

Η ελληνική διεκδίκηση και ο ρόλος

του Μουσείου της Ακρόπολης

 

Υπέρ της ελληνικής θέσης τοποθετήθηκε και η βαρόνη Τζόουνς του Μούλσκομπ, μέλος των Πρασίνων και πρώην αρχαιολόγος. Η ίδια αμφισβήτησε τη βάση της βρετανικής επιχειρηματολογίας, επισημαίνοντας ότι τα Γλυπτά αποκτήθηκαν από τις οθωμανικές αρχές και όχι από το ελληνικό κράτος.

Αναφερόμενη στην προσωπική της επίσκεψη στον Παρθενώνα, περιέγραψε την εικόνα που παρουσιάζει σήμερα το μνημείο, τονίζοντας την απουσία των έργων από τον αρχικό τους χώρο.

«Έχω επισκεφθεί τον Παρθενώνα και υπάρχουν ορισμένα εμφανώς γυμνά σημεία, όπου θα έπρεπε να βρίσκονται τα Γλυπτά», ανέφερε.

Στο ίδιο πλαίσιο, η Φιλελεύθερη Δημοκράτισσα βαρόνη Χουσεΐν-Ετζέ υπενθύμισε ότι η Ελλάδα διεκδικεί την επιστροφή των Γλυπτών εδώ και πολλές δεκαετίες, έχοντας μάλιστα δημιουργήσει ειδικά το Μουσείο της Ακρόπολης, ώστε να μπορεί να τα φιλοξενήσει σε άμεση γειτνίαση με τον Παρθενώνα.

Παράλληλα, σημείωσε ότι το Βρετανικό Μουσείο διαθέτει σημαντικό αριθμό αρχαιοτήτων στις αποθήκες του, οι οποίες θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για τον εμπλουτισμό των εκθέσεών του σε περίπτωση επιστροφής των Γλυπτών στην Αθήνα.

Η ελληνική διεκδίκηση αφορά τα γλυπτά αρχιτεκτονικά μέλη και τα γλυπτά που απομακρύνθηκαν από τον Παρθενώνα στις αρχές του 19ου αιώνα από τον Τόμας Μπρους, έβδομο κόμη του Έλγιν. Ο τελευταίος υποστήριζε ότι είχε εξασφαλίσει την απαραίτητη άδεια από τις οθωμανικές αρχές για την απομάκρυνσή τους, ωστόσο η Ελλάδα αμφισβητεί τη νομιμότητα της διαδικασίας και επιμένει στην ανάγκη επανένωσης των έργων στον φυσικό και ιστορικό τους χώρο.

Την ανάγκη αυτή έχει αναδείξει επανειλημμένα και ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, ο οποίος έχει παρομοιάσει τον διαχωρισμό των Γλυπτών με το ενδεχόμενο να κοπεί η «Μόνα Λίζα» στα δύο.

Η στάση του Άντι Μπέρναμ και το χάσμα μεταξύ Λονδίνου και Αθήνας
Η άρνηση της σημερινής βρετανικής κυβέρνησης να εξετάσει νομοθετική αλλαγή αποκτά πρόσθετη πολιτική διάσταση εξαιτίας της προηγούμενης στάσης του πρωθυπουργού Άντι Μπέρναμ. Πριν αναλάβει την πρωθυπουργία, ο Μπέρναμ είχε εκφραστεί υπέρ της επιστροφής των Γλυπτών χωρίς όρους, ενώ είχε συμμετάσχει και σε πρωτοβουλία για την τροποποίηση του νόμου του 1963.

Μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, ωστόσο, επέλεξε να παραπέμψει το ζήτημα στο Βρετανικό Μουσείο, χωρίς να αναλάβει συγκεκριμένη δέσμευση για αλλαγή της νομοθεσίας.

Η βαρόνη Τουάικρος επιχείρησε να διατηρήσει ανοιχτό τον δίαυλο επικοινωνίας με την ελληνική πλευρά, αναφερόμενη στις σχέσεις των δύο χωρών και στη δυνατότητα συνεργασίας στον πολιτιστικό τομέα.

Όπως σημείωσε, Ελλάδα και Βρετανία διατηρούν «μια πραγματικά ισχυρή σχέση, θεμελιωμένη σε κοινές αξίες και ιστορία».

Παρά τις διακομματικές παρεμβάσεις στη Βουλή των Λόρδων και τις εκκλήσεις για επανεξέταση του νομοθετικού πλαισίου, το Λονδίνο δεν εμφανίζεται διατεθειμένο να άρει το βασικό εμπόδιο για την οριστική επιστροφή των Γλυπτών. Από την άλλη πλευρά, η Αθήνα εξακολουθεί να απορρίπτει κάθε συμφωνία που θα προϋπέθετε την αναγνώριση της βρετανικής κυριότητας.

Το αποτέλεσμα είναι ότι οι συνομιλίες παραμένουν χωρίς ουσιαστική πρόοδο, καθώς οι δύο πλευρές εξακολουθούν να προσεγγίζουν το ζήτημα από διαφορετική αφετηρία. Για τη Βρετανία, ο μακροχρόνιος δανεισμός παραμένει η προτεινόμενη διέξοδος, ενώ για την Ελλάδα ζητούμενο είναι η οριστική επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα και όχι μια προσωρινή διευθέτηση.

Ακολουθήστε μας στις προτιμώμενες πηγές της Google:

Follow us on Google

Add a comment
Ζωντανά Σχόλια Πάρτε μέρος στη συζήτηση — το σχόλιό σας ελέγχεται άμεσα από AI (Ελληνικά & Αγγλικά).
Προστασία AI

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Από το Δίκτυο