Υπάρχουν πολλοί τρόποι να περιγράψει κανείς το ποδόσφαιρο. Παιχνίδι, θέαμα, βιομηχανία, παγκόσμια γλώσσα. Ίσως όμως κάποιος θα μπορούσε να το αποκαλέσει ακόμη και «όπιο των λαών», αφού οι πιστοί του προσέρχονται σε κάθε τελετουργία του με σχεδόν θρησκευτική ευλάβεια. Οι εξέδρες θυμίζουν ναούς, τα συνθήματα αποκτούν χαρακτήρα λειτουργίας και οι ήρωες του χορταριού μετατρέπονται σε μορφές συλλογικής λατρείας. Και αν αυτό ισχύει γενικά για το ποδόσφαιρο, τότε πολλώ δε μάλλον συμβαίνει όταν μιλάμε για τη μεγαλύτερη αμφικτιονία της στρογγυλής θεάς: το Μουντιάλ.
Η κορυφαία ποδοσφαιρική διοργάνωση δεν είναι απλώς ένα αθλητικό γεγονός. Είναι μια παγκόσμια συνάντηση συναισθημάτων, μνήμης και προσδοκιών. Τα Μουντιάλ έχουν αναμφίβολα σημαδέψει τα καλοκαίρια της ζωής. Γι’ αυτό ίσως η σχέση του ανθρώπου με την μπάλα να μπορεί πράγματι να χαρακτηριστεί «ερωτική». Γιατί έχει πάθος, προσμονή, απογοήτευση, νοσταλγία και εκείνη τη γλυκιά αίσθηση ότι κάθε τέσσερα χρόνια ξανασυναντάς ένα κομμάτι του εαυτού σου.
Η πρώτη προσωπική ανάμνηση από Μουντιάλ με οδηγεί αναπόφευκτα στο καλοκαίρι του 1990. Ο Τοτό Σκιλάτσι, σχεδόν απρόσμενα, μετατράπηκε στον απόλυτο ήρωα των Ιταλών. Το βλέμμα του μετά από κάθε γκολ έμοιαζε να συμπυκνώνει όλο το πάθος μιας χώρας που ζούσε και ανέπνεε για την “Squadra Azzurra”. Την ίδια στιγμή, ο Ντιέγκο Μαραντόνα απέδειξε πως το ποδόσφαιρο μπορεί να γίνει και πολιτική πράξη. Στον ημιτελικό της Νάπολι ανάμεσα στην Ιταλία και την Αργεντινή, υπενθύμισε στους Ναπολιτάνους πόσο περιφρονημένοι αισθάνονταν από το κράτος των Βορείων Ιταλών, επιχειρώντας να τους προσεταιριστεί υπέρ των «Γκαούτσος».
Πώς να ξεχάσει κανείς επίσης το χαμένο πέναλτι του Ρομπέρτο Μπάτζιο το 1994 στο Rose Bowl της Καλιφόρνιας απέναντι στους Βραζιλιάνους; Μια στιγμή που πάγωσε εκατομμύρια ανθρώπους και στιγμάτισε έναν σπουδαίο ποδοσφαιριστή. Ή την ψυχολογική κατάρρευση του Ρονάλντο στον τελικό του 1998 στο «Παρκ ντε Πρενς», λίγο πριν από την ανατολή του άστρου του Ζινεντίν Ζιντάν, που οδήγησε τη Γαλλία στην κορυφή του κόσμου. Κι όμως, ο ίδιος ο Ρονάλντο έμελλε τέσσερα χρόνια αργότερα να επιστρέψει θριαμβευτής. Η Βραζιλία των τριών «Ρ» του 2002 —Ρονάλντο, Ριβάλντο και Ροναλντίνιο— υπήρξε ίσως η τελευταία μεγάλη ποδοσφαιρική παράσταση της ανεπιτήδευτης χαράς του παιχνιδιού. Στοιχεία μιας αντίληψης που έμοιαζαν να υπενθυμίζουν πως το ποδόσφαιρο είναι πρωτίστως τέχνη.
Ποιος όμως μπορεί να ξεχάσει και τις ελληνικές περιπέτειες αντάξιες του ελληνικού χαρακτήρα και της ελληνικής ιδιοσυγκρασίας; Που κυμαίνονταν από την πλήρη απαξίωση του 1994 στον ηρωικό αποκλεισμό από την Κόστα Ρίκα και τις μεγάλες προσδοκίες του 2014. Και εδώ αξίζει να σημειωθεί πως η Εθνική Ελλάδος οφείλει να επιστρέψει σε μια τέτοια διοργάνωση καθώς διαθέτει ταλέντο και ορμή αλλά δεν έχει ακόμα καταφέρει να διαχειριστεί το βάρος της εισόδου σε τέτοιες διοργανώσεις.
Κάθε διοργάνωση πάντως, είναι τελικά μια αφορμή να ξαναγίνει κανείς παιδί. Να θυμηθεί το περίφημο “Jogo Bonito” των Βραζιλιάνων, εκείνο το ποδόσφαιρο που αρνείται τη σκοπιμότητα και επιμένει να υπηρετεί το θέαμα, τη φαντασία και τη συγκίνηση. Ναι, ασφαλώς υπάρχουν οι ομοσπονδίες, οι χορηγοί, οι εταιρείες και τα ποικιλώνυμα συμφέροντα που συχνά καθορίζουν το παρασκήνιο. Όμως, παρά την εμπορευματοποίηση και τον κυνισμό της εποχής, το Μουντιάλ εξακολουθεί να διατηρεί κάτι από την αθωότητα του πρώτου μας ποδοσφαιρικού καλοκαιριού. Και ίσως γι’ αυτό θα παραμένει πάντα η πιο γλυκιά συντροφιά στις καλύτερες αναμνήσεις της ζωής μας.
Διονύσης Γ. Γράψας


