Η συζήτηση για ενδεχόμενη αύξηση του γενικού ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης από τα 67 στα 68 ξανανοίγει και επαναφέρειμια γνώριμη πολιτική επιλογή, μεταφέροντας το κόστος της δημογραφικής γήρανσης στους εργαζομένους. Πριν, όμως, ζητηθεί ακόμη ένας χρόνος δουλειάς, οφείλει να απαντηθεί ένα ουσιαστικό ερώτημα·τι γίνεται για να ενισχυθεί η εργασία που χρηματοδοτεί την κοινωνικήασφάλιση;
Ο πρώτος τόμος του Ageing Report 2027 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής περιλαμβάνει προβολή για γενικό όριο 68 ετών το2030, βάσει του μηχανισμού σύνδεσης με το προσδόκιμο ζωής. Παράλληλα, ο πληθυσμός ηλικίας 20–64 ετών προβλέπεται να περιοριστεί από περίπου 6 εκατομμύρια το 2025 σε 3,8 εκατομμύρια το 2080. Το εργατικό δυναμικό της ίδιας ηλικιακής ομάδας υποχωρεί από 4,65σε 3,07 εκατομμύρια.
Την ίδια στιγμή, η Eurostat καταγράφει την Ελλάδα στην προτελευταία θέση στη σύγκριση των μέσων ετήσιων αποδοχώνπροσαρμοσμένων σε πλήρη απασχόληση, με 18.800 ευρώ το 2025, έναντι 41.500 ευρώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η απόσταση αποτυπώνει το χαμηλό επίπεδο αμοιβών πάνω στο οποίο καλείται να στηριχθεί το ασφαλιστικό.
Το πρόβλημα είναι γνωστό εδώ και χρόνια. Ωστόσο, η ενίσχυση της εργασίας ως θεμελίου της κοινωνικής ασφάλισης δεναπέκτησε την προτεραιότητα που απαιτείται. Οι ονομαστικές αυξήσεις δεν αρκούν όταν η ακρίβεια απορροφά το όφελός τους και το εισόδημα δεν καλύπτει τις ανάγκες. Η περιορισμένη κάλυψη από συλλογικές συμβάσεις, η εργασιακή ανασφάλεια και η ανεπαρκής προστασίααπέναντι στα εργατικά ατυχήματα συμπληρώνουν την εικόνα. Η φυγή νέων στο εξωτερικό στερεί από τη χώρα ανθρώπους παραγωγικής ηλικίας, γνώσεις και ασφαλιστικές εισφορές.
Αυτή είναι η ασφαλιστική υπονόμευση που συντελείται μέσα από την υποβάθμιση της εργασίας. Δεν μπορεί να συζητάμετη βιωσιμότητα των συντάξεων αποκομμένη από τους μισθούς, τις συνθήκες απασχόλησης και την είσπραξη των εισφορών. Ούτε να αντιμετωπίζουμε μια νέα αύξηση των ορίων ως αυτονόητη συνέχεια, όταν η Ελλάδα βρίσκεται ήδη ψηλά στην ευρωπαϊκή σύγκριση του γενικού ορίουσυνταξιοδότησης. Οι εργαζόμενοι έχουν ήδη επωμιστεί το βάρος των μνημονιακών παρεμβάσεων στο ασφαλιστικό.
Η απάντηση απαιτεί αλλαγή πολιτικής με ουσιαστικές αυξήσεις πραγματικών μισθών, ισχυρές συλλογικές συμβάσεις, σταθερές θέσεις πλήρους απασχόλησης και αποτελεσματικούς ελέγχους κατά της αδήλωτης εργασίας και της εισφοροδιαφυγής. Απαιτεί επίσης προστασία της υγείας και της ασφάλειας, ώστε η σύνταξη να μη βρίσκει τον εργαζόμενο εξαντλημένο.
Η αύξηση της παραγωγικότητας δεν σημαίνει εξαντλητικά ωράρια και περισσότερες ώρες δουλειάς. Προϋποθέτει καλύτερηοργάνωση, σύγχρονο εξοπλισμό και επενδύσεις στην εκπαίδευση και στις υποδομές. Το όφελός της πρέπει να επιστρέφει στους εργαζομένους με καλύτερους μισθούς, λιγότερη καταπόνηση και περισσότερο ελεύθερο χρόνο, ενισχύοντας παράλληλα τη χρηματοδότηση της κοινωνικήςασφάλισης.
Αντίστοιχα, η αντιμετώπιση του δημογραφικού απαιτεί προσιτή στέγη, δημόσιους παιδικούς σταθμούς, υπηρεσίες φροντίδαςκαι ουσιαστική στήριξη των γονέων. Χωρίς σταθερό εισόδημα και εξασφαλισμένη κατοικία, οι νέοι δυσκολεύονται να σχεδιάσουν τη ζωή τους και να δημιουργήσουν οικογένεια. Οι εκκλήσεις για περισσότερες γεννήσεις δεν υποκαθιστούν την κοινωνική πολιτική.
Η προοπτική νέας αύξησης των ορίων ηλικίας πρέπει να απορριφθεί άμεσα. Ένα δημόσιο, αλληλέγγυο ασφαλιστικό χρειάζεταιισχυρή εργασία, αναδιανομή του πλούτου και επαρκή κρατική χρηματοδότηση. Δεν είναι οι συντάξεις το πρόβλημα. Είναι οι πολιτικές που υπονομεύουν τις προϋποθέσεις για να χρηματοδοτούνται και να εξασφαλίζουν αξιοπρεπή ζωή.
Θεόδωρος Ξούλος
Οικονομολόγος – Σύμβουλος Ασφαλιστικών, Εργατικών & Συνταξιοδοτικών θεμάτων












