Ενόψει της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, η συζήτηση για την οικονομία κινδυνεύει, για ακόμη μία φορά, να εγκλωβιστεί σε ένα γνώριμο τελετουργικό με εξαγγελίες επιδομάτων, μικρές μεταβολές φορολογικών συντελεστών, αποσπασματικές ενισχύσειςκαι αριθμούς που παρουσιάζονται ως απόδειξη μιας γενικευμένης οικονομικής επιτυχίας.
Μόνο που υπάρχει ένα θεμελιώδες ερώτημα το οποίο προηγείται όλων των υπολοίπων. Για ποιον τελικά παράγει αποτελέσματα το σημερινό οικονομικό μοντέλο;
Μια οικονομία δεν κρίνεται μόνο από το εάν το κράτος εισπράττει περισσότερα. Δεν κρίνεται μόνο από το ύψος του πρωτογενούς πλεονάσματος, την πορεία του δημόσιου χρέους ή την αξιολόγηση των αγορών.
Κρίνεται πρωτίστως από το εάν ο εργαζόμενος μπορεί να ζήσει αξιοπρεπώς από τον μισθό του. Από το εάν ένας νέος άνθρωπος μπορεί να φύγει από το πατρικό του σπίτι, να δημιουργήσει οικογένεια και να σχεδιάσει τη ζωή του. Από το εάν ο ελεύθεροςεπαγγελματίας μπορεί να παράγει χωρίς να αισθάνεται ότι φορολογείται πάνω σε ένα εισόδημα που η διοίκηση υποθέτει ότι απέκτησε. Από το εάν ο συνταξιούχος μπορεί να καλύψει το σούπερ μάρκετ, το ρεύμα, τη στέγη και τα φάρμακά του, χωρίς να βλέπει κάθε χρόνοτην πραγματική αξία της σύνταξής του να περιορίζεται.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση της ελληνικής οικονομίας.
Το 2025 η Ελλάδα πέτυχε πρωτογενές πλεόνασμα 12,131 δισ. ευρώ, δηλαδή 4,9% του ΑΕΠ, έναντι στόχου 3,7%, ενώ το συνολικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα της Γενικής Κυβέρνησης ήταν πλεονασματικό κατά 4,29 δισ. ευρώ ή 1,7% του ΑΕΠ.
Αυτά είναι αναμφίβολα σημαντικά δημοσιονομικά αποτελέσματα.
Το πολιτικό ζήτημα, όμως, δεν τελειώνει εκεί, αλλά εκεί ακριβώς αρχίζει. Ποιος δημιούργησε αυτή την υπεραπόδοση και ποιος τελικά θα καρπωθεί ένα μέρος της;
Η κοινωνία δεν μπορεί να είναι μόνιμα ο χρηματοδότης της δημοσιονομικής επιτυχίας
Τα δημόσια έσοδα δεν παράγονται σε κάποιο οικονομικό κενό. Προέρχονται από την πραγματική οικονομία, από την εργασία, την κατανάλωση, τις επιχειρήσεις, τον ΦΠΑ, τον φόρο εισοδήματος, τις ασφαλιστικές εισφορές.
Όταν αυξάνονται οι τιμές, αυξάνεται ταυτόχρονα και η ονομαστική φορολογική βάση. Το κράτος εισπράττει περισσότερο ΦΠΑ ακόμη και χωρίς να αυξήσει τον φορολογικό συντελεστή.
Επομένως, μια ονομαστική μείωση δύο μονάδων σε έναν φορολογικό συντελεστή δεν αρκεί από μόνη της για να αποδείξει ότι μειώθηκε πραγματικά το βάρος ενός νοικοκυριού. Εάν, στο μεταξύ, το κόστος τροφίμων, ενέργειας, στέγασης και υπηρεσιών έχειαυξηθεί περισσότερο από το διαθέσιμο εισόδημά του, η πραγματική του οικονομική κατάσταση μπορεί να έχει επιδεινωθεί.
Εδώ βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα σε δύο αντιλήψεις
Η μία λέει ότι πρώτα πρέπει να ευημερούν οι δημοσιονομικοί δείκτες και κάποια στιγμή αυτή η ευημερία θα διαχυθεί στην κοινωνία.
Η άλλη λέει ότι δεν υπάρχει βιώσιμη δημοσιονομική επιτυχία όταν η κοινωνία που τη χρηματοδοτεί χάνει αγοραστική δύναμη.
Αυτή η δεύτερη αντίληψη χρειάζεται σήμερα ένα συγκεκριμένο παραγωγικό και κοινωνικό σχέδιο.
Όχι έναν νέο κατάλογο επιδομάτων.
1. Εργασία: ο μισθός πρέπει ξανά να γίνει εργαλείο ανάπτυξης
Το πρώτο βήμα είναι η ουσιαστική αποκατάσταση του θεσμού των συλλογικών διαπραγματεύσεων και του ρόλου της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας στον καθορισμό των κατώτατων όρων αμοιβής.
Ο κατώτατος μισθός δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως κυβερνητική διοικητική απόφαση.
Ο μισθός είναι η τιμή της εργασίας και πρέπει να αποτελεί προϊόν ισχυρής συλλογικής διαπραγμάτευσης μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών, μέσα σε ένα θεσμικό πλαίσιο που εξασφαλίζει πραγματική ισορροπία δυνάμεων.
Και το πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι μόνο ο κατώτατος μισθός.
Είναι ολόκληρη η μισθολογική κλίμακα.
Τα τελευταία συγκρίσιμα στοιχεία της Eurostat για το 2024 δείχνουν μέση ετήσια προσαρμοσμένη αμοιβή πλήρους απασχόλησης περίπου 18.000 ευρώ στην Ελλάδα, έναντι 39.800 ευρώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αυτό το χάσμα δεν αντιμετωπίζεται με επιταγές των 150 ή 250 ευρώ.
Αντιμετωπίζεται με πολιτική υψηλότερων μισθών.
Με ενίσχυση των κλαδικών συμβάσεων.
Με ισχυρότερους ελεγκτικούς μηχανισμούς στην αγορά εργασίας.
Με περιορισμό της καταχρηστικής μερικής απασχόλησης.
Με πραγματικές υπερωρίες και όχι απλήρωτη εργασία.
Και κυρίως με ένα νέο, ισχυρό κίνητρο όπου οι επιχειρήσεις που μετατρέπουν θέσεις μερικής απασχόλησης νέων εργαζομένων σε σταθερές θέσεις πλήρους απασχόλησης και αυξάνουν ουσιαστικά τις αποδοχές τους να έχουν συγκεκριμένες, μετρήσιμες ασφαλιστικέςκαι φορολογικές ελαφρύνσεις.
Όχι επιδότηση φθηνής εργασίας.
Επιδότηση της καλής εργασίας.
Γιατί δεν μπορείς να μιλάς σοβαρά για επιστροφή του brain drain όταν ένας νέος επιστήμονας συγκρίνει τον μισθό που μπορεί να λάβει στην Ελλάδα με εκείνον που μπορεί να λάβει στη Γερμανία, στην Ολλανδία ή στη Δανία και η διαφορά να παραμένειτεράστια.
Το δημογραφικό, άλλωστε, δεν λύνεται μόνο με επίδομα γέννησης.
Λύνεται όταν δύο νέοι άνθρωποι μπορούν να κάνουν οικογένεια χωρίς να χρειάζονται οικονομική στήριξη από τους γονείς τους μέχρι τα 35.
2. Ελεύθεροι επαγγελματίες: πραγματικό εισόδημα, πραγματική φορολογία
Ο δεύτερος άξονας αφορά τους ελεύθερους επαγγελματίες και τις μικρές επιχειρήσεις.
Το ισχύον φορολογικό σύστημα εξακολουθεί να προβλέπει ελάχιστο τεκμαρτό καθαρό εισόδημα από ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα.
Αυτή η λογική πρέπει να ανατραπεί.
Η αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής είναι αναγκαία. Αλλά άλλο φορολογικός έλεγχος και άλλο διοικητική υπόθεση εισοδήματος.
Το κράτος διαθέτει πλέον POS, myDATA, ηλεκτρονική τιμολόγηση, διασταυρώσεις τραπεζικών συναλλαγών και ένα τεράστιο εύρος ψηφιακών δεδομένων.
Άρα πρέπει να περάσουμε από τη λογική του «υποθέτω πόσα βγάζεις και σε φορολογώ»
στη λογική «γνωρίζω με σύγχρονα εργαλεία τι πραγματικά παράγεις και φορολογώ δίκαια το πραγματικό οικονομικό αποτέλεσμα». Και όχι οριζόντια.
Άλλο είναι ένα μικρό εμπορικό κατάστημα, άλλο ένας μηχανικός, άλλο ένας δικηγόρος, άλλο ένας τεχνίτης, άλλο ένας επαγγελματίας σε ένα χωριό της περιφέρειας.
Η φορολογική πολιτική οφείλει να κατανοήσει τις πραγματικές συνθήκες κάθε κλάδου.
Ταυτόχρονα, χρειάζεται μια νέα, μόνιμη και μακροχρόνια ρύθμιση οφειλών προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία, με σημαντική διαγραφή προσαυξήσεων και τόκων για όσους τηρούν τη ρύθμιση.
Γιατί ένα μεγάλο μέρος των σημερινών οφειλών δεν δημιουργήθηκε επειδή χιλιάδες άνθρωποι αποφάσισαν ξαφνικά να γίνουν στρατηγικοί κακοπληρωτές.
Δημιουργήθηκε σε μια δεκαπενταετία αλλεπάλληλων κρίσεων, ύφεσης, πανδημίας, ενεργειακού κόστους και περιόδων κατά τις οποίες πολλές επιχειρήσεις δεν μπορούσαν αντικειμενικά να ανταποκριθούν.
Και εδώ απαιτείται μια νέα συμφωνία.
Το κράτος δίνει δεύτερη ευκαιρία στην επιχείρηση και η επιχείρηση επιστρέφει μέρος αυτής της βοήθειας στην εργασία.
Όποιος εργοδότης αυξάνει πραγματικά και μόνιμα τον μέσο μισθό της επιχείρησής του, δημιουργεί νέες θέσεις πλήρους απασχόλησης ή προσλαμβάνει νέους επιστήμονες, να έχει ισχυρότερες φορολογικές και ασφαλιστικές εκπτώσεις.
Έτσι η φορολογική πολιτική παύει να είναι απλώς εισπρακτικός μηχανισμός και γίνεται εργαλείο παραγωγικής πολιτικής.
3. Συνταξιούχοι: όχι άλλες αυξήσεις που εξαφανίζονται στο ταμείο του σούπερ μάρκετ
Ο τρίτος άξονας αφορά τους συνταξιούχους.
Η αύξηση μιας σύνταξης έχει νόημα μόνο εάν διατηρεί ή αυξάνει την πραγματική αγοραστική της δύναμη.
Για έναν συνταξιούχο ο πραγματικός πληθωρισμός δεν είναι ένας αφηρημένος γενικός δείκτης.
Είναι τα τρόφιμα, η ενέργεια, τα φάρμακα, η υγεία, η στέγη.
Για αυτό χρειάζεται ένας μόνιμος μηχανισμός αυξήσεων που θα εγγυάται τουλάχιστον την κάλυψη της πραγματικής αύξησης του βασικού κόστους ζωής των ηλικιωμένων και όχι απλώς μία μαθηματική προσαρμογή που μπορεί, στην πράξη, να υπολείπεται τηςαύξησης των αναγκαίων δαπανών τους.
Παράλληλα, πρέπει να επανέλθει η συζήτηση για μια 13η σύνταξη με σαφή κοινωνικά κριτήρια, με προτεραιότητα στις χαμηλές και μεσαίες συντάξεις.
Όχι ως προεκλογικό βοήθημα.
Ως σταθερός θεσμός αναδιανομής.
Οι συνταξιούχοι υπέστησαν τεράστιες απώλειες την προηγούμενη δεκαετία. Δεν ζητούν ελεημοσύνη. Ζητούν να επιστραφεί ένα μέρος αυτών που έχασαν, όταν υπάρχει πραγματικός δημοσιονομικός χώρος.
Η σύνταξη, άλλωστε, δεν είναι επίδομα. Είναι αναβαλλόμενος μισθός και ασφαλιστικό δικαίωμα.
4. Στέγη: χωρίς σπίτι δεν υπάρχει ούτε δημογραφική πολιτική ούτε κοινωνική συνοχή
Ο τέταρτος άξονας ίσως είναι ο σημαντικότερος.
Η στεγαστική κρίση.
Εδώ τα δεδομένα είναι συντριπτικά.
Το 2024 η Ελλάδα είχε το υψηλότερο ποσοστό στεγαστικής υπερεπιβάρυνσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση: 28,9% του πληθυσμού ζούσε σε νοικοκυριά όπου το συνολικό κόστος στέγασης απορροφούσε τουλάχιστον το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος.
Στους νέους το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο οξύ. Η Eurostat καταγράφει ότι οι νέοι στην Ελλάδα εγκατέλειπαν το πατρικό τους σπίτι το 2024 κατά μέσο όρο στα 30,7 χρόνια, ενώ το στεγαστικό κόστος υπερέβαινε το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος γιατο 30,3% των νέων 15–29 ετών.
Αυτά δεν είναι απλώς στεγαστικά στοιχεία. Είναι δημογραφικά στοιχεία.
Πώς θα δημιουργηθεί οικογένεια χωρίς σπίτι;
Πώς θα επιστρέψει ένας νέος από το εξωτερικό όταν ένα τεράστιο μέρος του μισθού του θα καταλήγει στο ενοίκιο;
Πώς θα συγκρατηθεί η περιφέρεια όταν η απόκτηση κατοικίας μετατρέπεται σε προνόμιο;
Τα προγράμματα τύπου «Σπίτι μου» μπορούν να βοηθήσουν συγκεκριμένους δικαιούχους, αλλά δεν αποτελούν από μόνα τους στεγαστική πολιτική.
Γιατί όταν επιδοτείς κυρίως τη ζήτηση σε μια αγορά όπου η διαθέσιμη προσφορά κατοικιών είναι περιορισμένη, κινδυνεύεις να τροφοδοτήσεις και τις ίδιες τις τιμές που προσπαθείς να αντιμετωπίσεις.
Χρειάζεται, λοιπόν, επιστροφή του κράτους στην πολιτική παραγωγής κατοικίας.
Ένα σύγχρονο μοντέλο κοινωνικής κατοικίας, στα πρότυπα της ιστορικής λειτουργίας του ΟΕΚ, αλλά προσαρμοσμένο στις σημερινές ανάγκες. Δημόσια γη, χαμηλότοκος μακροχρόνιος δανεισμός, κατασκευή νέων κατοικιών, συνεργασίες με δήμους, αξιοποίησηκενών δημόσιων κτιρίων, κοινωνική αντιπαροχή με κανόνες. Κατοικίες για νέα ζευγάρια, εργαζομένους και οικογένειες με εισοδηματικά κριτήρια.
Και παράλληλα ένα νέο φορολογικό συμβόλαιο με τους ιδιοκτήτες.
Ιδιοκτήτης που προσφέρει ένα ακίνητο με μακροχρόνια μίσθωση, για παράδειγμα δεκαετούς διάρκειας, με προβλέψιμη και περιορισμένη ετήσια αναπροσαρμογή του ενοικίου σε νέα οικογένεια ή νέο ζευγάρι, να έχει ισχυρή φορολογική έκπτωση.
Αντίθετα, η φορολογική πολιτική δεν πρέπει να επιβραβεύει τη βραχυχρόνια και ακραία κερδοσκοπική αξιοποίηση της κατοικίας, όταν αυτή αφαιρεί σπίτια από τη μακροχρόνια αγορά.
Η στέγη είναι περιουσιακό στοιχείο. Αλλά είναι ταυτόχρονα βασικό κοινωνικό αγαθό. Μια σοβαρή πολιτεία οφείλει να ισορροπεί τα δύο.
Το πραγματικό δίλημμα των πλεονασμάτων
Και κάπου εδώ φτάνουμε στον πυρήνα της συζήτησης που πρέπει να γίνει στη ΔΕΘ. Τι θα κάνουμε με τη δημοσιονομική υπεραπόδοση;
Το 2025 το πρωτογενές αποτέλεσμα υπερέβη αισθητά τον στόχο. Το 2026 τα διαθέσιμα στοιχεία εξακολουθούν να δείχνουν ισχυρή εκτέλεση του προϋπολογισμού που στο πρώτο εξάμηνο το πρωτογενές αποτέλεσμα του Κρατικού Προϋπολογισμού έφτασε τα 4,491δισ. ευρώ, έναντι στόχου 1,953 δισ.
Κοινωνική πολιτική δεν σημαίνει δημοσιονομική ανευθυνότητα. Δεν μπορείς να μοιράσεις χρήματα που δεν υπάρχουν.
Αλλά εξίσου σοβαρή οικονομική πολιτική σημαίνει ότι, όταν ο δημοσιονομικός χώρος πράγματι δημιουργείται, πρέπει να τίθεται το ερώτημα ποιο μέρος του επιστρέφει στην κοινωνία και με ποια παραγωγική στόχευση.
Η Ελλάδα έχει επιλέξει τα τελευταία χρόνια την πρόωρη αποπληρωμή δημόσιου χρέους. Το 2025 πραγματοποιήθηκε πρόωρη αποπληρωμή περίπου 5,287 δισ. ευρώ δανείων του Greek Loan Facility, μεταξύ των οποίων δάνεια με αρχικές λήξεις από το 2033 έωςτο 2039, καθώς και πλήρης αποπληρωμή εκείνων που έληγαν το 2040 και το 2041.
Πρέπει κάθε πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος να αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως ευκαιρία ταχύτερης απομείωσης του χρέους ή ένα μέρος του πρέπει να μετατρέπεται σε κοινωνική και παραγωγική επένδυση σήμερα;
Γιατί υπάρχει και ένα άλλο χρέος.
Το χρέος απέναντι σε μια γενιά εργαζομένων που δουλεύει με μισθούς που παραμένουν πολύ πίσω από την Ευρώπη.
Το χρέος απέναντι στους ελεύθερους επαγγελματίες που πέρασαν δεκαπέντε χρόνια διαδοχικών κρίσεων.
Το χρέος απέναντι στους συνταξιούχους που πλήρωσαν δυσανάλογο τίμημα την περίοδο των μνημονίων.
Το χρέος απέναντι στους νέους που δεν μπορούν να αποκτήσουν σπίτι.
Το χρέος απέναντι σε μια χώρα που γερνά και βλέπει ένα μεγάλο μέρος του πιο εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού της να αναζητεί προοπτική εκτός συνόρων.
Η παραγωγική ανασυγκρότηση δεν γίνεται χωρίς αναδιανομή
Υπάρχει μία λανθασμένη αντίληψη, σύμφωνα με την οποία η αναδιανομή του εισοδήματος είναι αντίπαλος της ανάπτυξης.
Στην πραγματικότητα, σε μια οικονομία όπως η ελληνική, η αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος μπορεί να αποτελέσει μέρος της ίδιας της παραγωγικής στρατηγικής.
Ο καλύτερα αμειβόμενος εργαζόμενος καταναλώνει περισσότερο.
Ο ασφαλής εργαζόμενος μπορεί να σχεδιάσει το μέλλον του.
Η οικογένεια που δεν δαπανά το μισό της εισόδημα στη στέγη μπορεί να καταναλώσει, να αποταμιεύσει και να επενδύσει.
Ο ελεύθερος επαγγελματίας που έχει βιώσιμη ρύθμιση οφειλών μπορεί να επενδύσει ξανά στην επιχείρησή του.
Ο συνταξιούχος με αξιοπρεπές εισόδημα επιστρέφει σχεδόν ολόκληρο το πρόσθετο εισόδημά του στην πραγματική οικονομία.
Και ο νέος που έχει μισθό, σπίτι και προοπτική μπορεί να μείνει στην Ελλάδα, να δημιουργήσει οικογένεια και να συμμετάσχει στην παραγωγή.
Αυτό είναι παραγωγική ανασυγκρότηση.
Όχι απλώς περισσότερες επενδύσεις στους πίνακες.
Περισσότεροι άνθρωποι που μπορούν να συμμετέχουν στην οικονομία και να ζουν από αυτήν.
Η ΔΕΘ πρέπει να απαντήσει σε μία ερώτηση
Η φετινή οικονομική συζήτηση δεν χρειάζεται άλλον έναν κατάλογο παροχών.
Χρειάζεται επιλογή κατεύθυνσης.
Θέλουμε μια οικονομία στην οποία το κράτος θα εμφανίζει διαρκώς καλύτερους δείκτες, ενώ οι πολίτες θα συνεχίζουν να μετρούν πόσες ημέρες απομένουν μέχρι τον επόμενο μισθό;
Ή θέλουμε μια οικονομία στην οποία η δημοσιονομική σταθερότητα θα αποτελεί το μέσο για να χτιστεί μια ισχυρότερη κοινωνία και όχι αυτοσκοπό;
Η απάντηση είναι ότι μια χώρα δεν γίνεται πραγματικά πλουσιότερη επειδή αυξάνονται μόνο τα έσοδα του κράτους ή μειώνεται ταχύτερα το χρέος της.
Γίνεται πλουσιότερη όταν αυξάνεται η παραγωγικότητά της, δημιουργεί περισσότερο πλούτο και αυτός ο πλούτος κατανέμεται δικαιότερα σε εκείνους που τον παράγουν.
Θεόδωρος Ξούλος
Οικονομολόγος – Σύμβουλος Ασφαλιστικών, Εργατικών & Συνταξιοδοτικών θεμάτων













