Όταν η Ελλάδα βρίσκεται πρώτη στην Ευρώπη στις καθυστερήσεις πληρωμών και περισσότεροι από 328.000 πολίτες στη Δυτική Ελλάδα ζουν σε νοικοκυριά με ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις, το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει ανάπτυξη, αλλά ποιοι συμμετέχουν σε αυτήν
Τα τελευταία χρόνια η δημόσια συζήτηση κυριαρχείται από την εικόνα μιας οικονομίας που αναπτύσσεται. Η αύξηση του ΑΕΠ, η μείωση της ανεργίας, η άνοδος των επενδύσεων, τα διαδοχικά ρεκόρ στον τουρισμό και η βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών παρουσιάζονται ως αποδείξεις ότι η χώρα αφήνει οριστικά πίσω της την κρίση της προηγούμενης δεκαετίας.
Όμως η πραγματική επιτυχία μιας οικονομίας δεν αποτυπώνεται μόνο στους μακροοικονομικούς δείκτες. Αποτυπώνεται πρωτίστως στην καθημερινότητα των πολιτών. Στην ικανότητα ενός νοικοκυριού να πληρώνει το ενοίκιό του, να εξυπηρετεί το στεγαστικό του δάνειο, να καλύπτει τους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος και νερού, να ανταποκρίνεται στις βασικές ανάγκες διαβίωσης χωρίς να συσσωρεύει ληξιπρόθεσμες οφειλές.
Τα στοιχεία της Eurostat (EU-SILC 2025) αποκαλύπτουν μια διαφορετική πραγματικότητα
Η Ελλάδα πρώτη στην Ευρώπη σε έναν από τους πιο σκληρούς κοινωνικούς δείκτες
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat (EU-SILC 2025), τα οποία καταγράφουν το ποσοστό των πολιτών που ζουν σε νοικοκυριά με καθυστερήσεις στην πληρωμή ενοικίου, στεγαστικού δανείου ή λογαριασμών κοινής ωφέλειας, το 2025 το 41,8% των πολιτών στην Ελλάδα διαβιεί σε νοικοκυριά που αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην έγκαιρη εξυπηρέτηση των βασικών οικονομικών τους υποχρεώσεων
Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ όλων των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μάλιστα με σημαντική απόσταση από τη δεύτερη χώρα της κατάταξης (Ρουμανία). Την ίδια στιγμή, ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαμορφώνεται μόλις στο 9%.
Με απλά λόγια, η Ελλάδα καταγράφει ποσοστό σχεδόν 4,6 φορές υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η χώρα μας εμφανίζει ποσοστό:
2,3 φορές υψηλότερο από τη Ρουμανία (18,5%),
3,1 φορές υψηλότερο από την Ισπανία (13,3%),
3,5 φορές υψηλότερο από την Κύπρο (12%),
6 φορές υψηλότερο από τη Γερμανία (6,9%),
και σχεδόν 8 φορές υψηλότερο από την Ολλανδία (3,5%).
Η εικόνα αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα αν ληφθεί υπόψη η εξέλιξη των τελευταίων ετών. Ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση συνολικά παρέμεινε ουσιαστικά σταθερή την περίοδο 2021-2025, με αύξηση μόλις 0,1 ποσοστιαίας μονάδας, η Ελλάδα κατέγραψε αύξηση 5,4 ποσοστιαίων μονάδων, από 36,4% το 2021 σε 41,8% το 2025.
Πρόκειται για μια αρνητική πρωτιά που δύσκολα συμβαδίζει με την εικόνα μιας οικονομίας που παρουσιάζεται ως παράδειγμα επιτυχίας στην Ευρώπη.
Ο συγκεκριμένος δείκτης της Eurostat δεν μετρά απλώς το ύψος του εισοδήματος. Μετρά την πραγματική δυνατότητα των νοικοκυριών να ανταποκρίνονται στις καθημερινές τους υποχρεώσεις. Για τον λόγο αυτό θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους ευρωπαϊκούς δείκτες οικονομικής ευαλωτότητας και κοινωνικής ανθεκτικότητας
Η Δυτική Ελλάδα στη δεύτερη χειρότερη θέση της χώρας
Αν η εικόνα της Ελλάδας προκαλεί έντονο προβληματισμό, η εικόνα της Δυτικής Ελλάδας προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, η Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας καταγράφει ποσοστό 50,7%, το δεύτερο υψηλότερο πανελλαδικά μετά τα Ιόνια Νησιά.
Αυτό σημαίνει ότι περισσότεροι από ένας στους δύο πολίτες της Περιφέρειας ζουν σε νοικοκυριά που έχουν καθυστερήσει την πληρωμή ενοικίου, στεγαστικού δανείου ή λογαριασμών κοινής ωφέλειας.
Η πορεία των τελευταίων ετών είναι αποκαλυπτική:
2021: 45,9%
2022: 47,2%
2023: 53,3%
2024: 46,0%
2025: 50,7%
Παρά τις διακυμάνσεις, η συνολική εικόνα παραμένει εξαιρετικά επιβαρυμένη. Μέσα σε τέσσερα χρόνια το ποσοστό αυξήθηκε κατά 4,8 ποσοστιαίες μονάδες, επιβεβαιώνοντας ότι η δυσκολία κάλυψης βασικών υποχρεώσεων δεν αποτελεί συγκυριακό φαινόμενο αλλά μια διαχρονική πραγματικότητα για χιλιάδες νοικοκυριά της περιοχής.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η Δυτική Ελλάδα βρίσκεται σχεδόν 9 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από τον ήδη αρνητικό εθνικό μέσο όρο και περισσότερο από πέντε φορές πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Πίσω από τα ποσοστά βρίσκονται περισσότεροι από 328.000 πολίτες
Σύμφωνα με την Απογραφή Πληθυσμού της ΕΛΣΤΑΤ (2021), ο μόνιμος πληθυσμός της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας ανέρχεται σε 648.220 κατοίκους.
Πίσω από το ποσοστό του 50,7% δεν κρύβεται απλώς ένας στατιστικός δείκτης. Με βάση τα στοιχεία της Eurostat, εκτιμάται ότι περισσότεροι από 328.000 πολίτες της Δυτικής Ελλάδας ζουν σε νοικοκυριά που έχουν βρεθεί αντιμέτωπα με καθυστερήσεις στην πληρωμή ενοικίου, στεγαστικού δανείου ή λογαριασμών κοινής ωφέλειας.
Πρόκειται για έναν πληθυσμό μεγαλύτερο από το σύνολο των κατοίκων της Αχαΐας, γεγονός που αναδεικνύει το πραγματικό μέγεθος της κοινωνικής πρόκλησης που αντιμετωπίζει η περιοχή.
Αναλυτικά, ο μόνιμος πληθυσμός της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας κατανέμεται ως εξής:
Αχαΐα: περίπου 297.000 κάτοικοι
Αιτωλοακαρνανία: περίπου 235.000 κάτοικοι
Ηλεία: περίπου 116.000 κάτοικοι
Με άλλα λόγια, ο αριθμός των πολιτών που ζουν σε νοικοκυριά με καθυστερήσεις πληρωμών στη Δυτική Ελλάδα αντιστοιχεί σε πληθυσμό μεγαλύτερο από ολόκληρη την Αχαΐα ή σχεδόν ίσο με το άθροισμα της Ηλείας και μιας μεγάλης πόλης όπως η Πάτρα. Το εύρημα αυτό αποτυπώνει με τον πιο σαφή τρόπο ότι δεν πρόκειται για ένα περιθωριακό κοινωνικό φαινόμενο, αλλά για μια κατάσταση που επηρεάζει ένα πολύ μεγάλο τμήμα της τοπικής κοινωνίας.
Αχαΐα: Όταν το τρίτο μεγαλύτερο αστικό κέντρο της χώρας δυσκολεύεται να ακολουθήσει
Η Αχαΐα αποτελεί τον οικονομικό, διοικητικό και πληθυσμιακό πυρήνα της Δυτικής Ελλάδας.
Στην Περιφερειακή Ενότητα Αχαΐας κατοικούν περίπου 297.000 πολίτες, δηλαδή σχεδόν οι μισοί κάτοικοι ολόκληρης της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας. Επομένως, η κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα της Αχαΐας επηρεάζει καθοριστικά τη συνολική εικόνα της Περιφέρειας και αποτελεί βασικό δείκτη για την κατάσταση που επικρατεί στη Δυτική Ελλάδα.
Η Πάτρα είναι το τρίτο μεγαλύτερο αστικό κέντρο της χώρας, έδρα ενός από τα μεγαλύτερα πανεπιστήμια της Ελλάδας, σημαντικό λιμάνι διεθνούς διασύνδεσης και βασικός αναπτυξιακός πόλος της Δυτικής Ελλάδας.
Θα περίμενε κανείς ότι μια περιοχή με αυτά τα χαρακτηριστικά θα μπορούσε να εξασφαλίσει υψηλότερα επίπεδα οικονομικής ασφάλειας για τους κατοίκους της.
Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι διαφορετική.
Τα τελευταία χρόνια η αγορά κατοικίας στην Πάτρα και ευρύτερα στην Αχαΐα καταγράφει συνεχείς αυξήσεις στα ενοίκια, ενώ το κόστος ενέργειας και το γενικότερο κόστος ζωής συνεχίζουν να επιβαρύνουν τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Παράλληλα, οι μισθολογικές αυξήσεις δεν έχουν καταφέρει να καλύψουν την απώλεια αγοραστικής δύναμης που προκάλεσαν ο πληθωρισμός και οι ανατιμήσεις των τελευταίων ετών.
Το αποτέλεσμα είναι ολοένα και περισσότερα νοικοκυριά να αισθάνονται ότι εργάζονται περισσότερο για να καλύψουν λιγότερες ανάγκες.
Όταν η ανάπτυξη δεν φτάνει στην κοινωνία
Το βασικό ερώτημα που προκύπτει από τα στοιχεία δεν είναι αν η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται.
Το ερώτημα είναι ποιοι συμμετέχουν σε αυτή την ανάπτυξη.
Διότι όταν η Ελλάδα καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό οικονομικής ευαλωτότητας στην Ευρώπη και όταν στη Δυτική Ελλάδα περισσότεροι από τους μισούς πολίτες αντιμετωπίζουν δυσκολίες πληρωμών, τότε γίνεται σαφές ότι ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας δεν απολαμβάνει τα οφέλη της ανάπτυξης με τον τρόπο που αποτυπώνεται στους επίσημους οικονομικούς δείκτες.
Η οικονομική ανάπτυξη αποκτά πραγματικό νόημα μόνο όταν βελτιώνει την καθημερινότητα των πολιτών. Όταν όμως ένας στους δύο κατοίκους μιας ολόκληρης Περιφέρειας δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις βασικές του υποχρεώσεις, τότε είναι προφανές ότι ένα μέρος της κοινωνίας παραμένει εκτός των θετικών αποτελεσμάτων που αποτυπώνουν οι μακροοικονομικοί δείκτες.
Η αύξηση των αξιών ακινήτων μπορεί να αποτελεί θετική εξέλιξη για ορισμένους. Η αύξηση των επενδύσεων μπορεί να ενισχύει την οικονομική δραστηριότητα. Η άνοδος του τουρισμού μπορεί να δημιουργεί πρόσθετα έσοδα.
Όμως για ένα νοικοκυριό που δυσκολεύεται να πληρώσει το ενοίκιο, τον λογαριασμό του ρεύματος ή τη δόση ενός στεγαστικού δανείου, οι δείκτες αυτοί δεν μεταφράζονται αυτόματα σε καλύτερη ποιότητα ζωής.
Και αυτό ακριβώς είναι το μήνυμα που εκπέμπουν τα στοιχεία της Eurostat.
Η ανάγκη μιας νέας κοινωνικής και στεγαστικής πολιτικής
Τα στοιχεία αυτά δεν αποτελούν απλώς μια οικονομική μέτρηση. Αποτελούν προειδοποίηση.
Η Δυτική Ελλάδα και ιδιαίτερα η Αχαΐα χρειάζονται πολιτικές που θα αυξήσουν το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, θα ενισχύσουν την πρόσβαση σε προσιτή κατοικία, θα δημιουργήσουν καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας και θα επιτρέψουν στους νέους ανθρώπους να σχεδιάσουν το μέλλον τους με μεγαλύτερη ασφάλεια.
Η πραγματική επιτυχία μιας οικονομικής πολιτικής δεν κρίνεται μόνο από τους ρυθμούς ανάπτυξης ή τα επενδυτικά μεγέθη.
Κρίνεται από το αν οι πολίτες αισθάνονται μεγαλύτερη ασφάλεια, αν μπορούν να καλύπτουν τις ανάγκες τους, αν έχουν πρόσβαση σε αξιοπρεπή στέγη και αν βλέπουν βελτίωση στην καθημερινότητά τους.
Το πραγματικό μέτρο της προόδου
Πίσω από κάθε ποσοστό υπάρχουν άνθρωποι.
Υπάρχουν οικογένειες που περιορίζουν βασικές ανάγκες για να πληρώσουν το ενοίκιο. Νέοι που αναβάλλουν τη δημιουργία οικογένειας επειδή δεν μπορούν να αποκτήσουν ή να μισθώσουν μια αξιοπρεπή κατοικία. Συνταξιούχοι που βλέπουν το εισόδημά τους να εξαντλείται πριν τελειώσει ο μήνας. Εργαζόμενοι που παρά το γεγονός ότι έχουν εργασία δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις καθημερινές τους υποχρεώσεις.
Γι’ αυτό και το πραγματικό μέτρο της προόδου δεν είναι οι πανηγυρισμοί για τους οικονομικούς δείκτες.
Το πραγματικό μέτρο της προόδου είναι αν οι πολίτες μπορούν να ζουν με αξιοπρέπεια.
Και όταν περισσότεροι από ένας στους δύο πολίτες στη Δυτική Ελλάδα δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις βασικές τους υποχρεώσεις, τότε τα στοιχεία δεν δικαιολογούν εφησυχασμό. Αποτελούν ένα ηχηρό μήνυμα ότι η κοινωνία χρειάζεται περισσότερα από αριθμούς ανάπτυξης. Χρειάζεται πολιτικές που να μετατρέπουν την ανάπτυξη σε πραγματική ευημερία για όλους.
Θέμης Μπάκας
πολιτευτής Αχαΐας

