Στις 2 Ιουνίου 1985(πριν ακριβώς 41 έτη) ο ελληνικός λαός προσήλθε στις κάλπες σε μία από τις πιο πολωτικές εκλογικές αναμετρήσεις της Μεταπολίτευσης. Όχι μόνο επειδή καταγράφηκαν πρωτοφανή ποσοστά δικομματισμού, αλλά επειδή το πολιτικό και συναισθηματικό φορτίο της σύγκρουσης είχε φτάσει στο απόγειό του.
Οι δύο βασικοί πρωταγωνιστές, ο Ανδρέας Παπανδρέου και ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, δεν ήταν απλώς πολιτικοί αντίπαλοι. 
Τέσσερις δεκαετίες αργότερα, η ατμόσφαιρα θυμίζει σε ορισμένα σημεία εκείνη την εποχή. Η Νέα Δημοκρατία υπενθυμίζει διαρκώς τα πεπραγμένα του Αλέξη Τσίπρα το 2015, όταν η χώρα βρέθηκε σε συνθήκες ακραίας αβεβαιότητας, αναγορεύοντάς τον ταυτόχρονα σε βασικό πολιτικό της αντίπαλο. Από την πλευρά του, ο Τσίπρας μοιάζει να αποδέχεται αυτόν τον ρόλο και ίσως να τον απολαμβάνει κιόλας…
Υπάρχει όμως μια κρίσιμη διαφορά. Το 1985 οι διαχωριστικές γραμμές ήταν σαφείς και το πολιτικό σύστημα διέθετε σταθερά όρια. Σήμερα, σε μια χώρα δέκα εκατομμυρίων κατοίκων, σχεδόν δέκα κόμματα διεκδικούν με αξιώσεις την είσοδό τους στη Βουλή. Την στιγμή που οι ΗΠΑ με 400 εκατ. πληθυσμό έχουν μόνο δύο, εδώ και 250 χρόνια! Με άλλα λόγια διαμορφώνεται ένα σκηνικό με εμφανή την αδυναμία συγκρότησης πολιτικών παρατάξεων, ξεκάθαρων διαχωριστικών γραμμών, όσο και συγκράτησης στελεχών.
Γι’ αυτό και όσοι επιχειρούν να αναβιώσουν τις συνταγές του παρελθόντος ίσως βρεθούν προ εκπλήξεως. Σε ένα πολιτικό σκηνικό που μεταβάλλεται διαρκώς, οι τακτικισμοί που στηρίζονται αποκλειστικά στην πόλωση ενδέχεται να αποδειχθούν αβάσιμοι. Διότι η Ελλάδα του 2026 δεν είναι η Ελλάδα του 1985· και οι ψηφοφόροι δεν κινούνται πλέον μέσα στα στενά όρια των παλιών παρατάξεων. Μάλλον τις απεχθάνονται ίσως γιατι δεν τις αναγνωρίζουν. Και ως εκ τούτου μοιάζουν απρόθυμοι να τις υπερασπιστούν.
Διονύσης Γράψας
ιστρικός – Πάτρα


