Υπάρχει μια στιγμή που η εξουσία αρχίζει να χάνει την επαφή της με την κοινωνία.
Δεν ακούγεται συναγερμός. Δεν ανακοινώνεται κάποια μεγάλη ανατροπή. Συχνά δεν φαίνεται ούτε στις δημοσκοπήσεις της επόμενης ημέρας.
Φαίνεται πρώτα στη σιωπή.
Στη σιωπή των ανθρώπων που έπαψαν να περιμένουν απαντήσεις. Που κουράστηκαν να εξηγούν τι τους δυσκολεύει. Που δεν πιστεύουν πια ότι η φωνή τους φτάνει εκεί όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις.
Και όταν η εξουσία χάνει το βλέμμα των πολιτών, δεν κινδυνεύει μόνο να χάσει ψήφους. Κινδυνεύει να χάσει το νόημα της πολιτικής της παρουσίας.
Υπάρχουν σήμερα δύο διαφορετικές εμπειρίες της ίδιας χώρας.
Η μία είναι εκείνη της σχετικής ασφάλειας. Δεν προϋποθέτει μεγάλο πλούτο. Αρκεί κάποιος να αισθάνεται ότι τα καταφέρνει: να πληρώνει τους λογαριασμούς, να κινείται, να καταναλώνει, να κανονίζει τις διακοπές του. Η ακρίβεια τον ενοχλεί, αλλά δεν ανατρέπει την καθημερινότητά του.
Η άλλη Ελλάδα βρίσκεται διαρκώς μπροστά στον λογαριασμό. Μετρά το ενοίκιο, τα τρόφιμα, τη βενζίνη, τα φάρμακα. Αναρωτιέται πώς θα βγει ο μήνας και αν αξίζει να σχεδιάσει τον επόμενο.
Δεν ζουν σε διαφορετικές χώρες. Ζουν στην ίδια. Αλλά συχνά δεν βλέπουν την ίδια πραγματικότητα.
Αυτό το χάσμα δεν γεφυρώνεται με δείκτες, φωτογραφίες και επικοινωνιακά μηνύματα. Μια γεμάτη λεωφόρος δεν αποδεικνύει ότι όλοι αντέχουν το κόστος της μετακίνησης. Μια γεμάτη ταβέρνα δεν σημαίνει ότι όλοι μπορούν να πληρώσουν το νοίκι. Και η εικόνα ευημερίας στα κοινωνικά δίκτυα δεν είναι μέτρο κοινωνικής συνοχής.
Η πολιτική οφείλει να βλέπει πέρα από την εικόνα. Να ακούει τον πολίτη πριν εκείνος πάψει να μιλά.
Αντί γι’ αυτό, ορισμένες δημόσιες τοποθετήσεις δίνουν την εντύπωση ότι η δυσκολία του πολίτη αντιμετωπίζεται ως υπερβολή ή ως δικό του πρόβλημα.
Ο βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας Σπύρος Κουλκουδίνας επικαλέστηκε την κίνηση στη λεωφόρο Συγγρού ως ένδειξη αντοχής της οικονομίας και είπε ότι όποιος δεν αντέχει τα δέκα ευρώ για βενζίνη μπορεί να χρησιμοποιήσει τα μέσα μαζικής μεταφοράς. Ο ίδιος υποστήριξε στη συνέχεια ότι οι δηλώσεις του απομονώθηκαν από το ευρύτερο πλαίσιο. Όμως το ερώτημα παραμένει: πόσο εύκολα μπορεί η εξουσία να αντιληφθεί την καθημερινότητα εκείνου που δεν έχει άλλη επιλογή μετακίνησης;
Ο υπουργός Δικαιοσύνης Γιώργος Φλωρίδης επανέλαβε ότι η φράση του για όσους μιλούν για «μπάζωμα» —ότι «είναι για τα μπάζα»— δικαιώθηκε απολύτως. Και η Χριστίνα Αλεξοπούλου, όταν ρωτήθηκε για τα έξοδα στέγασης εκπαιδευτικών σε νησιά και ακριτικές περιοχές, είπε «το τζάμπα πέθανε». Αργότερα ζήτησε συγγνώμη για την προβληματική διατύπωση και διευκρίνισε ότι αναφερόταν στη ρητορική της αντιπολίτευσης.
Δεν είναι ίδιες οι περιπτώσεις. Δεν έχουν το ίδιο περιεχόμενο ούτε την ίδια βαρύτητα. Έχουν, όμως, κάτι κοινό: δείχνουν πόσο εύκολα μια φράση της εξουσίας μπορεί να ακουστεί σαν περιφρόνηση σε ανθρώπους που ήδη αισθάνονται ότι κανείς δεν καταλαβαίνει την πίεση που ζουν.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο τι λέγεται. Είναι και το τι ακολουθεί. Όταν μια πολιτική συμπεριφορά δεν διορθώνεται, όταν η αλαζονεία παρουσιάζεται ως αυθεντικότητα και η συγγνώμη έρχεται μόνο αφού ξεσπάσουν αντιδράσεις, τότε η κοινωνία δεν ακούει απλώς μια άστοχη φράση. Αναρωτιέται αν αυτή είναι πλέον η κανονικότητα.
Η δυσαρέσκεια, ωστόσο, δεν αφορά μόνο εκείνους που δυσκολεύονται περισσότερο. Αφορά και πολίτες που στήριξαν τη Νέα Δημοκρατία επί χρόνια: ανθρώπους που πίστεψαν στη σταθερότητα, στην αξιοκρατία και στις μεταρρυθμίσεις, αλλά σήμερα δεν αναγνωρίζουν σε αρκετές κυβερνητικές επιλογές τις αρχές που τους έφεραν κοντά στην παράταξη.
Αυτοί οι πολίτες μπορεί να μην έχουν αποφασίσει ακόμη τι θα κάνουν. Έχουν, όμως, αρχίσει να αναρωτιούνται αν υπάρχει άλλη πολιτική έκφραση.
Εδώ βρίσκεται η πολιτική σημασία του Αντώνη Σαμαρά.
Δεν χρειάζεται να παρουσιάσουμε καμία δημοσκόπηση ως αποτέλεσμα κάλπης. Οι μετρήσεις που εξετάζουν ένα υποθετικό κόμμα καταγράφουν διαθέσεις και πιθανότητες, όχι βεβαιότητες. Η δημοσκόπηση της Metron Analysis για το MEGA, τον Σεπτέμβριο του 2026, κατέγραψε 5% που θεωρούσε «πολύ πιθανό» και 8% που θεωρούσε «αρκετά πιθανό» να ψηφίσει ένα κόμμα υπό τον Αντώνη Σαμαρά. Αυτό δεν είναι πρόβλεψη εκλογικού ποσοστού. Είναι, όμως, ένδειξη ότι υπάρχει μια υπαρκτή δεξαμενή δυνητικής στήριξης.
Ο Σαμαράς μπορεί να εκφράσει ανθρώπους που αισθάνονται ότι η παράταξη απομακρύνθηκε από τη βάση της: πολίτες που ζητούν κοινωνική δικαιοσύνη, καθαρό εθνικό λόγο, πολιτική αξιοπρέπεια και μια Κεντροδεξιά που να μιλά με τη γλώσσα της κοινωνίας.
Το λέω καθαρά: στηρίζω τον Αντώνη Σαμαρά εκ των προτέρων και απροϋπόθετα. Όχι ως επιστροφή σε ένα χθες, αλλά ως δυνατότητα μιας νέας πολιτικής αρχής που θα ξαναδώσει φωνή σε ανθρώπους οι οποίοι σήμερα αισθάνονται χωρίς εκπροσώπηση.
Και εδώ αρχίζει η σημασία του 25%.
Με τον ισχύοντα εκλογικό νόμο, το πρώτο κόμμα αποκτά μπόνους είκοσι εδρών όταν φτάσει το 25% των έγκυρων ψήφων. Κάτω από αυτό το όριο δεν ενεργοποιείται το αρχικό μπόνους, ενώ πάνω από το 25% οι πρόσθετες έδρες αυξάνονται κλιμακωτά.
Το 25% δεν είναι, λοιπόν, ένας απλός αριθμός. Είναι ένα κρίσιμο εκλογικό κατώφλι. Και όσο πλησιάζει κανείς σε αυτό, τόσο περισσότερο η αριθμητική αποκτά πολιτικό βάρος.
Δεν χρειάζεται να προβλέψουμε ποιος θα πάρει πόσες ψήφους. Χρειάζεται να καταλάβουμε πόσο εύθραυστη μπορεί να γίνει μια βεβαιότητα όταν ένα κομμάτι της κοινωνίας αλλάζει στάση.
Μερικές φορές η απόσταση ανάμεσα στην πολιτική άνεση και στην πολιτική ανατροπή δεν είναι μεγάλη. Μπορεί να είναι μία μονάδα. Μπορεί να είναι μία ψήφος.
Η μία ψήφος δεν είναι μαγική. Δεν λύνει από μόνη της όλα τα προβλήματα ούτε κρίνει πάντοτε μόνη της μια εκλογή. Γίνεται, όμως, σύμβολο όταν συμπυκνώνει μια απόφαση: να μην αποδεχθεί ο πολίτης ως φυσιολογικό αυτό που τον αδικεί, να μη θεωρήσει αναπόφευκτη την αλαζονεία, να μην παραδώσει τη φωνή του στην απογοήτευση.
Και τότε η πολιτική αναστάτωση δεν θα ξεκινήσει από τις αναλύσεις των ειδικών. Θα φανεί στις επιλογές των πολιτών και στις αγωνιώδεις μετρήσεις όσων μέχρι χθες θεωρούσαν τη στήριξή τους δεδομένη.
Γιατί καμία παράταξη δεν δικαιούται να θεωρεί τους ψηφοφόρους της ιδιοκτησία της. Η εμπιστοσύνη δεν κληρονομείται ούτε εξασφαλίζεται για πάντα. Κερδίζεται ξανά, κάθε μέρα, με σεβασμό, έργο και αλήθεια.
Η Ελλάδα δεν είναι οι αριθμοί μιας δημοσκόπησης ούτε η εικόνα μιας καλοστημένης επικοινωνιακής εκστρατείας. Είναι ο εργαζόμενος που σηκώνεται πριν ξημερώσει, ο εκπαιδευτικός που αναζητά σπίτι, η οικογένεια που μετρά τα έξοδα, ο νέος που θέλει να μείνει και ο συνταξιούχος που ζητά να ζήσει με αξιοπρέπεια.
Αυτοί οι άνθρωποι δεν ζητούν χάρη. Ζητούν να τους βλέπουν, να τους ακούν και να τους υπολογίζουν.
Κι όταν έρθει η ώρα της κάλπης, η μία ψήφος τους θα είναι κάτι περισσότερο από επιλογή ανάμεσα σε κόμματα.
Θα είναι η απάντησή τους στο ερώτημα αν η πολιτική εξακολουθεί να τους αφορά.









