Το 1993, η μεγάλη πολιτική ρήξη στη Νέα Δημοκρατία άφησε βαθύ αποτύπωμα στην παράταξη και στη χώρα.
Σήμερα, περισσότερα από τριάντα χρόνια μετά, δεν έχουμε εκείνες τις βίδες στην πολιτική αντιπαράθεση που έριχναν στην επίσκεψη του Σαμαρά στην Πάτρα.
Έχουμε όμως κάτι άλλο: τις λεκτικές οβίδες.
Ανακοινώσεις, απαντήσεις, προσωπικές αιχμές και δημόσιες αντιπαραθέσεις που, αντί να εκτονώνουν την κατάσταση, βαθαίνουν καθημερινά το ρήγμα.
Και το ερώτημα πλέον είναι απλό: Μήπως ένας νέος κομματικός εμφύλιος βρίσκεται προ των πυλών;
Οι τελευταίες εξελίξεις στην Αχαΐα, με την αντιπαράθεση του Αντώνη Κουνάβη και της Χριστίνας Αλεξοπούλου με φόντο τον Αντώνη Σαμαρά, δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν απλώς ως μια προσωπική πολιτική διαφωνία.
Είναι ένα ακόμη σύμπτωμα μιας ευρύτερης εσωτερικής σύγκρουσης.
Και αυτό πρέπει να μας ανησυχεί.
Γιατί η διαφορετική άποψη δεν διαλύει μια παράταξη.
Η προσωπική εχθρότητα τη διαλύει.
Η κριτική δεν είναι πρόβλημα.
Η μετατροπή της κριτικής σε πόλεμο στρατοπέδων είναι το πρόβλημα.
Και όταν αρχίζουν οι ταμπέλες — «Μητσοτακικοί», «Σαμαρικοί», «δικοί μας», «δικοί τους» — τότε η πολιτική διαφωνία μετατρέπεται σε κομματικό εμφύλιο.
Η Νέα Δημοκρατία έχει ξαναζήσει δύσκολες στιγμές.
Το 1993, η αποχώρηση του Αντώνη Σαμαρά και η δημιουργία της Πολιτικής Άνοιξης συνέβαλαν στην απώλεια της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας της κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.
Όμως η ιστορία είχε και δεύτερη πράξη.
Ο Αντώνης Σαμαράς επέστρεψε στη Νέα Δημοκρατία, εξελέγη αρχηγός της και αργότερα έγινε πρωθυπουργός.
Η παράταξη, δηλαδή, κατάφερε να ξεπεράσει μια βαθιά ρήξη.
Αυτό είναι ένα μάθημα που σήμερα δεν πρέπει να ξεχνάμε.
Γιατί οι πολιτικές διαφωνίες μπορεί να είναι μεγάλες.
Οι προσωπικές συγκρούσεις όμως δεν πρέπει να γίνονται μεγαλύτερες από την ίδια την παράταξη.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση.
Το 2023, Κυριάκος Μητσοτάκης και Αντώνης Σαμαράς μπορούσαν να βρίσκονται μαζί στην Καλαμάτα, σε μια εικόνα πολιτικής συνύπαρξης που σήμερα μοιάζει μακρινή.
Τότε υπήρχαν χαμόγελα και κοινές παρουσίες.
Σήμερα έχουμε λεκτικές οβίδες.
Και μια παράταξη που κινδυνεύει να κοιτάζει περισσότερο προς τα μέσα παρά προς την κοινωνία.
Σε κάθε τέτοια περίοδο εμφανίζονται, δυστυχώς, και οι προσωπικές φιλοδοξίες.
Άλλοι ονειρεύονται οφίτσια.
Άλλοι αναζητούν τρόπους πολιτικής αναρρίχησης.
Και κάποιοι, στην προσπάθειά τους να δημιουργήσουν χώρο για τον εαυτό τους, κινδυνεύουν να πληγώσουν την παράταξη που υποτίθεται ότι υπηρετούν.
Η παράταξη όμως δεν μπορεί να γίνεται σκάλα προσωπικής ανέλιξης.
Η βάση βλέπει.
Θυμάται.
Και κρίνει.
Η Νέα Δημοκρατία δεν ανήκει ούτε στον
Μητσοτάκη ούτε στον Αντώνη Σαμαρά.
Δεν ανήκει στον Καραμανλή.
Δεν ανήκει σε οικογένειες, μηχανισμούς ή προσωπικά στρατόπεδα.
Ανήκει στην ιστορία της και στους πολίτες που την εμπιστεύονται.
Γι’ αυτό και σήμερα χρειάζεται αυτοσυγκράτηση από όλους.
Η ηγεσία έχει ευθύνη να ενώνει.
Τα στελέχη έχουν δικαίωμα να διαφωνούν.
Οι πρώην πρωθυπουργοί έχουν δικαίωμα να ασκούν κριτική.
Οι βουλευτές έχουν δικαίωμα να υπερασπίζονται τις επιλογές τους.
Όλοι όμως έχουν και μια υποχρέωση: Να μην πυροβολούν την παράταξη στην οποία λένε ότι ανήκουν.
Γιατί οι λεκτικές οβίδες μπορεί να μην αφήνουν συντρίμμια στους δρόμους.
Μπορούν όμως να αφήσουν συντρίμμια στην εμπιστοσύνη.
Και χωρίς εμπιστοσύνη, καμία μεγάλη πολιτική παράταξη δεν μπορεί να αντέξει.
Ας θυμηθούμε λοιπόν το 1993. Όχι για να φοβηθούμε την ιστορία. Αλλά για να μην την επαναλάβουμε.
Από τις βίδες του 1993 στις λεκτικές οβίδες του σήμερα.
Το ερώτημα είναι αν θα επιλέξουμε τη σύγκρουση ή τη συνεννόηση.
Γιατί στο τέλος της ημέρας: Κανείς δεν είναι μεγαλύτερος από την παράταξη.
Και καμία παράταξη δεν είναι μεγαλύτερη από την Ελλάδα.
ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ
Συνδικαλιστής ΔΑΚΕ ΓΕΝΟΠ/ΔΕΗ,
Πολύτεκνου και πρώην μέλος του Δ.Σ. του ΚΟΔΗΠ,
Εκπρόσωπος της Δημοτικής Παράταξης «ΝΕΑ ΠΑΤΡΑ».






