Η σημερινή αιχμηρή ανταλλαγή μεταξύ Κυριάκου Μητσοτάκη και Αντώνη Σαμαρά, με αφορμή τη συνέντευξη Τύπου του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ, δεν είναι απλώς ακόμη ένα επεισόδιο στην ήδη ταραχώδη σχέση των δύο ανδρών. Όλοι θα μπορούσαν να αναρωτηθούν με βάση το σημερινό επεισόδιο, αλήθεια πόσο ενιαία υπήρξε ποτέ η Νέα Δημοκρατία και πόσο, αντίθετα, υπήρξε ένα άθροισμα εσωκομματικών ρευμάτων που συμμαχούσαν και συγκρούονταν ανάλογα με τον εκάστοτε συσχετισμό ισχύος;
Ίσως, λοιπόν, για να κατανοήσει κανείς τη σημερινή ένταση, χρειάζεται να γυρίσει πίσω.
Διότι η ιστορία της Νέας Δημοκρατίας είναι, μεταξύ άλλων, και η ιστορία των «λυκοφιλιών» της. Η φράση «ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου» ίσχυσε στο εσωτερικό της ουκ ολίγες φορές.
Η πρώτη μεγάλη ρωγμή εμφανίζεται το 1980, όταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής μετακινείται στην Προεδρία της Δημοκρατίας και η διαδοχή του στην ηγεσία της Ν.Δ. οδηγεί σε αναμέτρηση Γεωργίου Ράλλη και Ευάγγελου Αβέρωφ. Ο Ράλλης επικρατεί με 88 ψήφους έναντι 84 του Αβέρωφ. Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί την πρώτη μεγάλη δοκιμασία των εσωκομματικών ισορροπιών και την απαρχή μιας μακράς αντιπαράθεσης ανάμεσα σε καραμανλικούς και αβερωφικούς. Η σκιά του «Εθνάρχη» ήταν πολύ βαριά που δύσκολα μπορεί να ισχυριστεί κανείς πως εκείνος δεν επηρέασε το αποτέλεσμα.
Τέσσερα χρόνια αργότερα, οι ρόλοι
μοιάζει να αντιστρέφονται
Ο Αβέρωφ, πλέον αρχηγός της Ν.Δ., καλείται να διαχειριστεί τη διαδοχή του. Η επιλογή του Κωστή Στεφανόπουλου δεν επικρατεί και ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης αναδεικνύεται πρόεδρος με 70 ψήφους έναντι 41 του Στεφανόπουλου. Η πολιτική ανάγνωση της εποχής επιτρέπει να δει κανείς στη σύγκλιση Αβέρωφ και Μητσοτάκη όχι μόνο ιδεολογικές συγγένειες αλλά και την επιθυμία ανατροπής του παλαιού καραμανλικού συσχετισμού. Εδώ εμφανίζεται καθαρά η λογική του αρνητικού συνασπισμού: διαφορετικές εσωκομματικές ομάδες συναντώνται επειδή έχουν κοινό αντίπαλο. Η ΝΔ έψαχνε τον αντι-Ανδρέα της και ο Αβέρωφ να «πονέσει» τον Καραμανλή για το 1980.
Το 1997, η ιστορία επαναλαμβάνεται με διαφορετικούς πρωταγωνιστές. Ο Μιλτιάδης Έβερτ βρίσκεται αντιμέτωπος με την υποψηφιότητα του Κώστα Καραμανλή, ενώ ο Γιώργος Σουφλιάς αποτελεί την ισχυρή εναλλακτική πρόταση. Στον πρώτο γύρο ο Καραμανλής λαμβάνει 40,73%, ο Σουφλιάς 30,52%, ο Έβερτ 25,34% και ο Βύρων Πολύδωρας 3,40%. Στον δεύτερο γύρο, ο Καραμανλής επικρατεί συντριπτικά του Σουφλιά με 69,16% έναντι 30,84%. Η εξέλιξη μπορεί να διαβαστεί ως χαρακτηριστικό παράδειγμα φραξιονισμού και στρατηγικής ανασύνταξης των εσωκομματικών ελίτ: η ανάδειξη μιας νέας ηγετικής ομάδας δεν υπήρξε απλώς προσωπική επικράτηση, αλλά αναδιάταξη ολόκληρου του εσωκομματικού συστήματος εξουσίας. Αξίζει να σημειωθεί πως στην έναρξη αυτής της διαδικασίας και πριν οι λεγόμενοι «λοχαγοί» στηρίξουν τον Κώστα Καραμανλή, ο Έβερτ ήταν βέβαιος για την επανεκλογή του..
Το 2016, σχεδόν δύο δεκαετίες αργότερα, η Ν.Δ. γνωρίζει μια ακόμη αναμέτρηση που μπορεί να διαβαστεί μέσα από το πρίσμα των παλαιών εσωκομματικών ανταγωνισμών. Απέναντι στον Βαγγέλη Μεϊμαράκη, που εξέφραζε σε σημαντικό βαθμό τη συνέχεια της καραμανλικής παράδοσης, ο Κυριάκος Μητσοτάκης συγκροτεί μια διαφορετική πλειοψηφία. Στον δεύτερο γύρο λαμβάνει 173.297 ψήφους και 52,43%, έναντι 157.224 και 47,57% του Μεϊμαράκη. Η στάση τμήματος του σαμαρικού χώρου υπέρ του Κυριάκου μπορεί να ερμηνευθεί —χωρίς αυτό να αποτελεί αποδείξιμη μονοσήμαντη αιτιότητα— ως περίπτωση στρατηγικής ψήφου και δια-φραξιονικής σύμπραξης: η επιλογή ενός παλαιού αντιπάλου μπορεί να καταστεί ορθολογική όταν ο βασικός στόχος είναι η αποτροπή της επικράτησης ενός άλλου εσωκομματικού πόλου.
Από τον Αβέρωφ στον Καραμανλή, από τον Καραμανλή στον Μητσοτάκη και από τον Σαμαρά στον Κυριάκο Μητσοτάκη, η Νέα Δημοκρατία αποδεικνύει ότι οι εσωκομματικές συγγένειες σπανίως είναι μόνιμες. Οι σύμμαχοι αλλάζουν, οι αντίπαλοι αλλάζουν, αλλά η λογική παραμένει: στην εσωκομματική πολιτική, η σύγκλιση δεν προϋποθέτει πάντοτε κοινή ιδεολογία· αρκεί πολλές φορές ένας κοινός αντίπαλος. Αυτό ακριβώς είναι η πολιτική της «εκλεκτικής συγγένειας»: μια πρόσκαιρη σύμπραξη διαφορετικών πόλων, με κοινό παρονομαστή όχι την ταύτιση, αλλά τον συσχετισμό ισχύος.
Διονύσης Γράψας
ιστορικός






