Με τρεμάμενη φωνή η Μαρία Καραγιάννη, επιζήσασα της τραγωδίας της Marfin, η οποία πριν από 16 χρόνια βγήκε στο μπαλκόνι του κτιρίου για να σωθεί από τις φλόγες — μια στιγμή που αποτυπώθηκε σε μια χαρακτηριστική φωτογραφία-σύμβολο εκείνης της μαύρης μέρας μιλά για τις συλλήψεις που ανακοίνωσε η αστυνομία για την υπόθεση. Οπως είπε εάν πρόκειται για τους πραγματικούς δράστες θα πρέπει να πληρώσουν, ενώ ευχήθηκε αυτή τη φορά να έχουν συλληφθεί οι υπαίτιοι και όχι άτομα που δεν έχουν καμία σχέση με την τραγωδία.
«Είμαι πολύ ταραγμένη, έχω τρέμουλο αυτή τη στιγμή… Αν πραγματικά είναι αυτοί οι άνθρωποι… επανέρχεται όλο το μακελειό. Είναι και θυμός, είναι και φόβος, είναι και απόγνωση, είναι και απελπισία, που τόσα χρόνια αυτή η πολιτεία δεν έχει κάνει τίποτα. Μακάρι να μην είναι μόνο φήμη και να είναι οι πραγματικοί δράστες», δήλωσε στον τηλεοπτικό σταθμό Star.
«Οι αρμόδιοι της αστυνομίας να μην μας δουλεύουν για μια ακόμη φορά, γιατί το έχουμε ξανακούσει και στο παρελθόν. Επιτέλους να βρεθούν, δεν θέλω να είναι ελεύθεροι και να ζουν τη ζωούλα τους. Αυτοί που κάνουν εγκλήματα πρέπει να τιμωρούνται», είπε χαρακτηριστικά.
«Σκέφτομαι τους τρεις ανθρώπους που δεν μπορέσαμε να κάνουμε τίποτα για να τους σώσουμε, γιατί τρέχαμε σαν τρελοί… Εκείνη την ώρα, από την αγωνία, δεν σκέφτεσαι ψύχραιμα, σου φεύγει το μυαλό. Δεν μπορείτε να διανοηθείτε τι είναι να ζεις την επιθανάτια πιθανότητα. Λες: “Πόσες ανάσες; Δεν έχω άλλες ανάσες, κόλλησε ο λαιμός, δεν βλέπω απέναντι, κλαίνε τα μάτια μου”. Αυτά δεν σβήνουν. Περάσαμε πάρα πολύ δύσκολα. Ακούω τον συναγερμό του κτιρίου όταν μας κάνουν άσκηση και τρελαίνομαι. Έχει αλλάξει η ζωή μας», πρόσθεσε στη συνέχεια.

Το ανώνυμο email που «άνοιξε» ξανά τον φάκελο της τραγωδίας
Ένα ανώνυμο ηλεκτρονικό μήνυμα προς τη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος στάθηκε, σύμφωνα με πληροφορίες, η αφορμή για την ανάσυρση της δικογραφίας της υπόθεσης της Marfin από το αρχείο. Σύμφωνα με πηγές, το συγκεκριμένο email κατονόμαζε ως υπαίτιους της φονικής επίθεσης τρία συγκεκριμένα πρόσωπα. Τα δύο από αυτά έχουν ήδη συλληφθεί, ενώ μια ακόμη γυναίκα, η οποία φέρεται να διαμένει στη Μεγάλη Βρετανία τα τελευταία χρόνια, αναζητείται. Στο ίδιο μήνυμα κατονομάζονταν και επιπλέον μέλη που φέρονται να ανήκουν στην ίδια εγκληματική ομάδα.
Όπως έγινε γνωστό, έχουν συλληφθεί δύο άνδρες ηλικίας 42 ετών, ενώ αναζητείται μια 46χρονη γυναίκα. Οι δύο συλληφθέντες οδηγούνται σήμερα στις 17:00 στα δικαστήρια της Πρώην Σχολής Ευελπίδων.
Πώς έφτασαν οι Αρχές στα ίχνη των υπόπτων
Η συγκεκριμένη πληροφορία αξιολογήθηκε ως ιδιαίτερα σοβαρή από τις αρχές, οι οποίες άνοιξαν εκ νέου τον φάκελο, επανεξετάζοντας εξονυχιστικά το προανακριτικό υλικό. Μάλιστα, στο πλαίσιο της έρευνας, πραγματοποιήθηκε διασταύρωση στοιχείων με άλλες εκκρεμείς δικογραφίες.
Από τη συγκριτική ανάλυση του υλικού προέκυψε ότι τα τρία αυτά πρόσωπα εμπλέκονται και σε άλλη δικογραφία, ενώ ταυτίζονται ως προς τα εξωτερικά τους χαρακτηριστικά, την αμφίεση και την κινησιολογία με τους δράστες του θανατηφόρου εμπρησμού της τράπεζας. Οι Αρχές κατάφεραν να φτάσουν στην ταυτοποίηση των συλληφθέντων μέσα από εκτενή ανάλυση βίντεο από παλαιότερες πορείες, όπου οι ύποπτοι φορούσαν τα ίδια ρούχα, αλλά είχαν ακάλυπτα τα πρόσωπά τους.
Η μεγάλη επιχείρηση της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος του λεγόμενου «ελληνικού FBI»πραγματοποιήθηκε νωρίς το πρωί της Παρασκευής 10/07/2026 στα Άνω Λιόσια, για τη σύλληψη του ενός εκ των δύο 42χρονων, οι οποίοι φέρονται ως οι φυσικοί αυτουργοί της δολοφονικής, εμπρηστικής επίθεσης στο υποκατάστημα της Marfin τον Μάιο του 2010. Παράλληλα, στο κέντρο της Αθήνας, συνελήφθη και ο δεύτερος 42χρονος.


Οι αστυνομικοί είχαν την πληροφορία ότι ο πρώτος 42χρονος είχε μετακομίσει το τελευταίο διάστημα στα Άνω Λιόσια. Αφού παρακολούθησαν διακριτικά τις κινήσεις του, περικύκλωσαν το ισόγειο διαμέρισμά του. Λίγο μετά τις 9:00 το πρωί, περίπου 20 πάνοπλοι αστυνομικοί με καλυμμένα τα χαρακτηριστικά τους (full face) έφτασαν στη γειτονιά με συμβατικά αυτοκίνητα και εισέβαλαν στο διαμέρισμα της διπλοκατοικίας. Μετά από λίγα λεπτά, οδήγησαν έξω με χειροπέδες τον 42χρονο μαζί με τη σύντροφό του, με την οποία διέμενε εκεί τους τελευταίους 6 μήνες. Σχεδόν ταυτόχρονα, ο δεύτερος 42χρονος εντοπίστηκε και συνελήφθη σε διαμέρισμα κοντά στην πλατεία Αμερικής.
Το χρονικό της μαύρης 5ης Μαΐου του 2010
Στις 5 Μαΐου 2010, στο κέντρο της Αθήνας, τρεις εργαζόμενοι της Marfin Egnatia Bank μεταξύ των οποίων και η Αιγιώτισσα Αγγελική Παπαθανασοπούλου και το αγέννητο μωρό της καθώς βρισκόταν σε ενδιαφέρουσαν, έχασαν άδικα τη ζωή τους, όταν το υποκατάστημα της τράπεζας στην οδό Σταδίου 23 πυρπολήθηκε με βόμβες μολότοφ κατά τη διάρκεια μεγάλης διαδήλωσης ενάντια στο πρώτο Μνημόνιο. Νεκροί από την επίθεση έπεσαν η Αγγελική Παπαθανασοπούλου (32 ετών και έγκυος), η Παρασκευή Ζούλια (35 ετών) και ο Επαμεινώνδας Τσάκαλης (36 ετών).

Η Ελλάδα βρισκόταν τότε στην απαρχή της μνημονιακής περιόδου. Η κυβέρνηση είχε ανακοινώσει σκληρά οικονομικά μέτρα και η ψηφοφορία για το πρώτο Μνημόνιο είχε προγραμματιστεί στη Βουλή για την επόμενη ημέρα, 6 Μαΐου. Η 5η Μαΐου είχε κηρυχθεί ημέρα γενικής απεργίας, με αποτέλεσμα να πραγματοποιηθεί στο κέντρο της πρωτεύουσας μία από τις μεγαλύτερες διαδηλώσεις των τελευταίων δεκαετιών.
Κατά τη διάρκεια της πορείας, κουκουλοφόροι επιτέθηκαν στο υποκατάστημα της τράπεζας. Έσπασαν την τζαμαρία και πέταξαν βόμβες μολότοφ και εύφλεκτο υλικό στο εσωτερικό του κτιρίου, την ώρα που μέσα βρίσκονταν υπάλληλοι. Αν και οι περισσότεροι κατάφεραν να διαφύγουν από τις στέγες ή να διασωθούν με τη βοήθεια των πυροσβεστών, οι τρεις άτυχοι εργαζόμενοι εγκλωβίστηκαν και πέθαναν από ασφυξία λόγω του πυκνού καπνού και των τοξικών αναθυμιάσεων.

Το δικαστικό παρασκήνιο και οι ευθύνες
Η τραγωδία προκάλεσε σοκ στην ελληνική κοινωνία και μετατράπηκε σε ένα από τα πιο σκοτεινά σύμβολα της περιόδου της οικονομικής κρίσης. Παρά το γεγονός ότι η επίθεση σημάδεψε ανεξίτηλα τη συλλογική μνήμη, οι φυσικοί αυτουργοί δεν καταδικάστηκαν ποτέ. Δύο άτομα που είχαν παραπεμφθεί στο παρελθόν σε δίκη αθωώθηκαν ομόφωνα το 2016 λόγω έλλειψης στοιχείων.
Παράλληλα, η υπόθεση είχε και δικαστική συνέχεια ως προς τις συνθήκες λειτουργίας και ασφάλειας του κτιρίου. Το 2013, στελέχη της τράπεζας αντιμετώπισαν κατηγορίες για ανθρωποκτονία από αμέλεια, καθώς στο επίκεντρο της έρευνας βρέθηκαν τα ελλιπή μέτρα πυρασφάλειας, η απουσία εξόδων διαφυγής και η έλλειψη εκπαίδευσης του προσωπικού. Το 2024, απόφαση του Αρείου Πάγου επανέφερε την υπόθεση στο προσκήνιο, καταλογίζοντας οριστικά ευθύνες στην τότε μισθώτρια τράπεζα για τη μη λήψη των απαραίτητων μέτρων ασφαλείας και παραπέμποντας το αστικό σκέλος σε νέα κρίση.








