Πήραμε μια κιμωλία και σβήσαμε τα πάντα; Σαν να μην συνέβη ποτέ τίποτα,σαν να διαγράφηκε μονομιάς η συλλογική μνήμη ενός λαού που έζησε την πιο σκληρή πολιτική και οικονομική κρίση της μεταπολίτευσης.
Ξεχάσαμε το δημοψήφισμα του 2015, όπου το περήφανο «Όχι» μετατράπηκε μέσα σε λίγες ημέρες σε «Ναι», με ένα νέο μνημόνιο και ακόμα πιο βαριά μέτρα,ξεχάσαμε τις ουρές στα ΑΤΜ, τις κλειστές τράπεζες και τα capital controls που γονάτισαν την αγορά και κυρίως τους μικρομεσαίους επιχειρηματίες.
Ξεχάσαμε τη Συμφωνία των Πρεσπών, που δίχασε την ελληνική κοινωνία και παρουσιάστηκε τότε ως εθνική παραχώρηση από χιλιάδες πολίτες. Ξεχάσαμε τις φωνές, τις υποσχέσεις, τις «κόκκινες γραμμές» και τις πολιτικές κορώνες που τελικά χάθηκαν μόλις άλλαξαν οι πολιτικοί συσχετισμοί.
Ξεχάσαμε τη διάλυση της μεσαίας τάξης, τα λουκέτα, την υπερφορολόγηση, τη μείωση συντάξεων και μισθών, τη φυγή νέων ανθρώπων στο εξωτερικό. Ξεχάσαμε πως οι μικρομεσαίοι έγιναν το μεγαλύτερο θύμα μιας πολιτικής που υποσχόταν «ελπίδα» αλλά έφερε ασφυξία στην πραγματική οικονομία.
Και μέσα σε όλα αυτά, η πολιτική υποκρισία συνεχίζεται,ο Γιώργος Παπανδρέου παρουσιάστηκε ως ο απόλυτος υπεύθυνος της κρίσης μέσα από τη φράση «λεφτά υπάρχουν», μια φράση που χρησιμοποιήθηκε αποσπασματικά και μετατράπηκε σε σύμβολο λαϊκισμού. Σήμερα όμως βλέπουμε ξανά επιστροφές, νέα κόμματα, νέες διακηρύξεις και προσπάθειες αναβίωσης παλιών πολιτικών μύθων, με αναφορές ακόμη και στον Ανδρέα Παπανδρέου και τη ρητορική του.
Και την ίδια στιγμή βλέπουμε να επιστρέφουν ξανά στο προσκήνιο πολιτικά πρόσωπα που πριν από λίγο καιρό είχαν ηττηθεί πολιτικά. Πρόσωπα που ως αρχηγοί του ΣΥΡΙΖΑ οδηγήθηκαν σε εκλογικές ήττες, αποχώρησαν και μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα επανέρχονται με νέο κόμμα και νέα πολιτική ταμπέλα, σαν να μην προηγήθηκε τίποτα. Και εδώ γεννάται εύλογα το ερώτημα: γιατί αυτή η βιαστική επιστροφή; Τι ακριβώς επιδιώκεται; Πρόκειται για πραγματική πολιτική ανανέωση ή για μια ακόμη προσπάθεια ανακύκλωσης των ίδιων προσώπων και των ίδιων αφηγημάτων με διαφορετική συσκευασία;
Το πιο ανησυχητικό όμως είναι άλλο,ο ρόλος των μέσων ενημέρωσης. Τα κανάλια πλέον δεν λειτουργούν μόνο ως φορείς ενημέρωσης αλλά πολλές φορές ως μηχανισμοί πολιτικής κατασκευής εικόνας. Πρόσωπα που μέχρι χθες είχαν πολιτικά απαξιωθεί παρουσιάζονται ξανά ως «σωτήρες», ενώ κρίσιμα γεγονότα και ευθύνες θάβονται κάτω από έναν συνεχή επικοινωνιακό θόρυβο. Η προπαγάνδα δεν χρειάζεται πλέον να πείσει· αρκεί να κουράσει, να αποπροσανατολίσει και τελικά να κάνει τον πολίτη να ξεχάσει.
Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα της ελληνικής πολιτικής ζωής, όχι μόνο ότι έγιναν λάθη, αλλά ότι επιχειρείται συστηματικά να διαγραφούν από τη μνήμη της κοινωνίας. Γιατί ένας λαός που ξεχνά εύκολα είναι καταδικασμένος να ξαναζήσει τα ίδια.Ρε τι έγινε τελικά σε αυτή τη χώρα; Πήραμε μια κιμωλία και σβήσαμε τα πάντα; Σαν να μην συνέβη ποτέ τίποτα,σαν να διαγράφηκε μονομιάς η συλλογική μνήμη ενός λαού που έζησε την πιο σκληρή πολιτική και οικονομική κρίση της μεταπολίτευσης.
Ξεχάσαμε το δημοψήφισμα του 2015, όπου το περήφανο «Όχι» μετατράπηκε μέσα σε λίγες ημέρες σε «Ναι», με ένα νέο μνημόνιο και ακόμα πιο βαριά μέτρα,ξεχάσαμε τις ουρές στα ΑΤΜ, τις κλειστές τράπεζες και τα capital controls που γονάτισαν την αγορά και κυρίως τους μικρομεσαίους επιχειρηματίες.
Ξεχάσαμε τη Συμφωνία των Πρεσπών, που δίχασε την ελληνική κοινωνία και παρουσιάστηκε τότε ως εθνική παραχώρηση από χιλιάδες πολίτες. Ξεχάσαμε τις φωνές, τις υποσχέσεις, τις «κόκκινες γραμμές» και τις πολιτικές κορώνες που τελικά χάθηκαν μόλις άλλαξαν οι πολιτικοί συσχετισμοί.
Ξεχάσαμε τη διάλυση της μεσαίας τάξης, τα λουκέτα, την υπερφορολόγηση, τη μείωση συντάξεων και μισθών, τη φυγή νέων ανθρώπων στο εξωτερικό. Ξεχάσαμε πως οι μικρομεσαίοι έγιναν το μεγαλύτερο θύμα μιας πολιτικής που υποσχόταν «ελπίδα» αλλά έφερε ασφυξία στην πραγματική οικονομία.
Και μέσα σε όλα αυτά, η πολιτική υποκρισία συνεχίζεται,ο Γιώργος Παπανδρέου παρουσιάστηκε ως ο απόλυτος υπεύθυνος της κρίσης μέσα από τη φράση «λεφτά υπάρχουν», μια φράση που χρησιμοποιήθηκε αποσπασματικά και μετατράπηκε σε σύμβολο λαϊκισμού. Σήμερα όμως βλέπουμε ξανά επιστροφές, νέα κόμματα, νέες διακηρύξεις και προσπάθειες αναβίωσης παλιών πολιτικών μύθων, με αναφορές ακόμη και στον Ανδρέα Παπανδρέου και τη ρητορική του.
Και την ίδια στιγμή βλέπουμε να επιστρέφουν ξανά στο προσκήνιο πολιτικά πρόσωπα που πριν από λίγο καιρό είχαν ηττηθεί πολιτικά. Πρόσωπα που ως αρχηγοί του ΣΥΡΙΖΑ οδηγήθηκαν σε εκλογικές ήττες, αποχώρησαν και μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα επανέρχονται με νέο κόμμα και νέα πολιτική ταμπέλα, σαν να μην προηγήθηκε τίποτα. Και εδώ γεννάται εύλογα το ερώτημα: γιατί αυτή η βιαστική επιστροφή; Τι ακριβώς επιδιώκεται; Πρόκειται για πραγματική πολιτική ανανέωση ή για μια ακόμη προσπάθεια ανακύκλωσης των ίδιων προσώπων και των ίδιων αφηγημάτων με διαφορετική συσκευασία;
Το πιο ανησυχητικό όμως είναι άλλο,ο ρόλος των μέσων ενημέρωσης. Τα κανάλια πλέον δεν λειτουργούν μόνο ως φορείς ενημέρωσης αλλά πολλές φορές ως μηχανισμοί πολιτικής κατασκευής εικόνας. Πρόσωπα που μέχρι χθες είχαν πολιτικά απαξιωθεί παρουσιάζονται ξανά ως «σωτήρες», ενώ κρίσιμα γεγονότα και ευθύνες θάβονται κάτω από έναν συνεχή επικοινωνιακό θόρυβο. Η προπαγάνδα δεν χρειάζεται πλέον να πείσει· αρκεί να κουράσει, να αποπροσανατολίσει και τελικά να κάνει τον πολίτη να ξεχάσει.
Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα της ελληνικής πολιτικής ζωής, όχι μόνο ότι έγιναν λάθη, αλλά ότι επιχειρείται συστηματικά να διαγραφούν από τη μνήμη της κοινωνίας. Γιατί ένας λαός που ξεχνά εύκολα είναι καταδικασμένος να ξαναζήσει τα ίδια.
Παναγιώτης Τρικόγιας
ΣΥΝΕΔΡΟΣ ΠΑΣΟΚ – ΑΧΑΙΑ





