Η δήλωση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα, ότι «οι δημόσιες συντάξεις, από μόνες τους, δύσκολα θα μπορούν στο μέλλον να εξασφαλίσουν επαρκή ποσοστά αναπλήρωσης για τους συνταξιούχους», δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη.Δεν πρόκειται για μια τεχνοκρατική παρατήρηση χωρίς πολιτικό περιεχόμενο. Πρόκειται για μια τοποθέτηση που αγγίζει τον πυρήνα του κοινωνικού συμβολαίου και επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για το μέλλον της κοινωνικής ασφάλισης στην Ελλάδα.
Το ερώτημα που τίθεται είναι απλό: θα αποδεχθεί η κοινωνία ως «κανονικότητα» ένα δημόσιο συνταξιοδοτικό σύστημα που αδυνατεί να εξασφαλίσει αξιοπρεπείς συντάξεις; Θα συμβιβαστούμε με την ιδέα ότι ο εργαζόμενος, ύστερα από 35 ή 40 χρόνια καταβολήςεισφορών, θα πρέπει να αναζητά ιδιωτικά ασφαλιστικά προϊόντα για να συμπληρώσει το εισόδημά του στα γηρατειά;
Η απάντηση οφείλει να είναι κατηγορηματικά αρνητική.
Η κοινωνική ασφάλιση δεν είναι χρηματοπιστωτικό προϊόν. Δεν αποτελεί ατομική επένδυση ούτε πεδίο κερδοσκοπίας των αγορών. Είναι θεμελιώδες κοινωνικό δικαίωμα, αποτέλεσμα δεκαετιών αγώνων του κόσμου της εργασίας και βασικός πυλώνας του κοινωνικούκράτους. Η δημόσια σύνταξη δεν σχεδιάστηκε για να λειτουργεί ως επίδομα φτώχειας, αλλά ως μηχανισμός αναπλήρωσης του εισοδήματος και διασφάλισης αξιοπρεπούς διαβίωσης μετά το τέλος του εργασιακού βίου.
Γι’ αυτό η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται στις δημογραφικές προβολές ή στις αναλογιστικές εκθέσεις. Οφείλει να επεκτείνεται και στο ζήτημα της διαχείρισης των αποθεματικών που δημιουργήθηκαν από τις εισφορές εκατομμυρίων εργαζομένων καισυνταξιούχων.
Πού βρίσκεται σήμερα ο περίφημος «κουμπαράς» του ασφαλιστικού συστήματος; Πώς αξιοποιούνται τα περίπου 22 δισεκατομμύρια ευρώ του ΑΚΑΓΕ, τα οποία συγκεντρώθηκαν ακριβώς για να στηρίξουν τις μελλοντικές γενιές συνταξιούχων; Πού κατέληξαν τααποθεματικά του πρώην Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας, που δημιουργήθηκαν από εισφορές εργαζομένων και εργοδοτών με αποκλειστικό σκοπό τη χρηματοδότηση στεγαστικών πολιτικών;
Τα τελευταία χρόνια, η πολιτική επιλογή υπήρξε η συγκέντρωση των διαθεσίμων των ασφαλιστικών ταμείων και των λοιπών φορέων της Γενικής Κυβέρνησης στην Τράπεζα της Ελλάδος και η αξιοποίησή τους μέσω πράξεων επαναγοράς (repos) από το ΕλληνικόΔημόσιο. Με άλλα λόγια, το κράτος δανείζεται από τα ίδια του τα ταμεία και τους οργανισμούς προκειμένου να καλύπτει τις χρηματοδοτικές του ανάγκες και να βελτιώνει τη διαχείριση του δημόσιου χρέους.
Η πρακτική αυτή εγείρει ένα σοβαρό πολιτικό και κοινωνικό ερώτημα: μπορούν τα αποθεματικά που προορίζονται για τις συντάξεις, την κοινωνική προστασία και τη στεγαστική πολιτική να χρησιμοποιούνται για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους καιτην κάλυψη των ταμειακών αναγκών του κράτους;
Όταν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι ακούν ότι οι μελλοντικές συντάξεις δεν θα επαρκούν, δικαιούνται να αναρωτηθούν γιατί τα κεφάλαια που δημιουργήθηκαν από τις δικές τους θυσίες δεν κατευθύνονται κατά προτεραιότητα στην ενίσχυση του ασφαλιστικού συστήματοςκαι στη βελτίωση των συνταξιοδοτικών παροχών.
Η ιστορική εμπειρία της χώρας δεν επιτρέπει αφέλειες. Οι ασφαλισμένοι έχουν πληρώσει βαρύ τίμημα στο παρελθόν. Από τις δεκαετίες των άτοκων καταθέσεων των αποθεματικών μέχρι τις απώλειες που υπέστησαν τα ασφαλιστικά ταμεία μέσω του PSI καιτις δραματικές περικοπές της μνημονιακής περιόδου, οι συντάξεις χρησιμοποιήθηκαν επανειλημμένα ως μεταβλητή δημοσιονομικής προσαρμογής.
Η κρίση του 2010 δεν ήταν μια αφηρημένη οικονομική έννοια. Μεταφράστηκε σε περικοπές συντάξεων που σε ορισμένες περιπτώσεις ξεπέρασαν το 40%, σε συρρίκνωση εισοδημάτων και σε μαζική φτωχοποίηση ανθρώπων που είχαν εργαστεί και ασφαλιστεί επίδεκαετίες.
Γι’ αυτό και η σημερινή συζήτηση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένα στενά τεχνικό ζήτημα. Αφορά το δικαίωμα των νέων εργαζομένων να γνωρίζουν ότι οι εισφορές τους δεν θα μετατραπούν σε ένα πενιχρό βοήθημα όταν φτάσουν στη συνταξιοδότηση.Αφορά το δικαίωμα των σημερινών συνταξιούχων να μη χρηματοδοτούν μέσω πρόσθετων κρατήσεων ένα σύστημα του οποίου η επάρκεια αμφισβητείται διαρκώς.
Αντί να θεωρείται δεδομένη η υποχώρηση του δημόσιου πυλώνα ασφάλισης, η συζήτηση θα έπρεπε να επικεντρώνεται στην ενίσχυσή του. Στην αξιοποίηση των αποθεματικών προς όφελος των ασφαλισμένων. Στην αύξηση της απασχόλησης και των μισθών που τροφοδοτούντο σύστημα. Στην καταπολέμηση της εισφοροδιαφυγής. Στην ανάπτυξη πολιτικών κοινωνικής κατοικίας για τους νέους εργαζομένους. Και, κυρίως, στη διασφάλιση αξιοπρεπών ποσοστών αναπλήρωσης για όλους.
Διότι το πραγματικό δίλημμα δεν είναι αν οι δημόσιες συντάξεις θα επαρκούν ή αν θα χρειάζονται ιδιωτικά συμπληρώματα. Το πραγματικό δίλημμα είναι αν η κοινωνία θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει την κοινωνική ασφάλιση ως συλλογικό δικαίωμα ή ανθα την παραδώσει οριστικά στη λογική της ατομικής ευθύνης και της αγοράς.
Και σε αυτό το ερώτημα, όσοι πιστεύουν σε ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος οφείλουν να δώσουν μια ξεκάθαρη απάντηση: οι συντάξεις δεν είναι κόστος. Είναι κοινωνική κατάκτηση, θεμελιώδης έκφραση αλληλεγγύης μεταξύ των γενεών και βασική προϋπόθεσηκοινωνικής συνοχής και αξιοπρέπειας.
Θεόδωρος Ξούλος
Οικονομολόγος – Σύμβουλος Ασφαλιστικών, Εργατικών & Συνταξιοδοτικών θεμάτων


