Ένα διαρκές κύμα αποχωρήσεων γιατρών από το δημόσιο σύστημα υγείας αποτυπώνεται και στην Πάτρα, με το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο στο Ρίο και τον «Άγιο Ανδρέα» να αντιμετωπίζουν σημαντικά προβλήματα στελέχωσης.
Το φαινόμενο δεν έχει μία μόνο κατεύθυνση: γιατροί αναζητούν επαγγελματική διέξοδο στο εξωτερικό, άλλοι μετακινούνται προς Αθήνα και Θεσσαλονίκη, ενώ αρκετοί επιλέγουν τον ιδιωτικό τομέα ή τη δημιουργία δικού τους ιατρείου.
Την ίδια ώρα, η κατάσταση επιβαρύνεται από τις συνεχείς μετακινήσεις γιατρών από νοσοκομείο σε νοσοκομείο και από περιοχή σε περιοχή, προκειμένου να καλυφθούν οι ελλείψεις. Ένας μηχανισμός που σχεδιάστηκε για να αντιμετωπίζει προσωρινά τα κενά κινδυνεύει να γίνει ένας από τους λόγους που προκαλούν νέες αποχωρήσεις.
Γιατροί με βεβαίωση για εργασία στο εξωτερικό

Τα στοιχεία του Ιατρικού Συλλόγου Πατρών είναι αποκαλυπτικά για τη διάσταση που έχει λάβει η έξοδος του ιατρικού δυναμικού από τη χώρα.
Σύμφωνα με την πρόεδρο του Ιατρικού Συλλόγου Πατρών, Άννα Μαστοράκου, στο Patrapress από το 2020 μέχρι και την περίοδο καταγραφής έχουν λάβει βεβαίωση για εργασία εκτός Ελλάδας συνολικά 402 γιατροί που ανήκουν στον Ιατρικό Σύλλογο Πατρών.
Η ετήσια καταγραφή παρουσιάζει αξιοσημείωτη σταθερότητα:
- 2020: 76 γιατροί
- 2021: 73
- 2022: 74
- 2023: 68
- 2024: 75
- 2025: 36
Οι αριθμοί δείχνουν ότι η φυγή δεν περιορίστηκε στα χρόνια της πανδημίας. Η τάση συνεχίζεται και το 2026 κυρίως λόγω της υγειονομικής κρίσης, γεγονός που δείχνει ότι οι αιτίες είναι βαθύτερες και συνδέονται με τον τρόπο εργασίας και τις προοπτικές που προσφέρει το ελληνικό δημόσιο σύστημα υγείας.
Γερμανία, Σουηδία, Γαλλία, Βρετανία
οι βασικοί προορισμοί
Οι περισσότεροι γιατροί που επιλέγουν να φύγουν εκτός Ελλάδας κατευθύνονται σε ευρωπαϊκές χώρες, με τη Γερμανία, τη Σουηδία, τη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία να αποτελούν βασικούς προορισμούς.
Η επιλογή δεν σχετίζεται μόνο με τις οικονομικές απολαβές.
Όπως εξηγεί η Άννα Μαστοράκου, σημαντικό ρόλο παίζουν οι καλύτερες συνθήκες εργασίας, η επιστημονική αξιοποίηση και η δυνατότητα άσκησης της ιατρικής σε ένα πιο οργανωμένο νοσοκομειακό περιβάλλον, ενώ ιδιαίτερα επιβαρυντικός παράγοντας στην Ελλάδα είναι οι εξαντλητικές εφημερίες.
Για πολλούς γιατρούς, επομένως, η έξοδος στο εξωτερικό αποτελεί συνολική επαγγελματική επιλογή και όχι απλώς μια αναζήτηση υψηλότερου μισθού.
Η Αθήνα και ο ιδιωτικός τομέας
Υπάρχει, όμως, και ένας δεύτερος δρόμος.
Γιατροί που δεν επιλέγουν το εξωτερικό εγκαταλείπουν το Δημόσιο και στρέφονται σε μεγάλα ιατρικά κέντρα και ιδιωτικές κλινικές, κυρίως σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη.
Η διαφορά στις απολαβές λειτουργεί ως ισχυρό κίνητρο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι αμοιβές στον ιδιωτικό τομέα μπορούν να φτάσουν ακόμη και σε πολλαπλάσια επίπεδα σε σχέση με τις αντίστοιχες αποδοχές του Δημοσίου.
Παράλληλα, υπάρχουν γιατροί που επιλέγουν να παραμείνουν στην Πάτρα, αλλά να αποχωρήσουν από το νοσοκομειακό σύστημα και να δραστηριοποιηθούν ιδιωτικά.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ιατρικού Συλλόγου Πατρών, 68 γιατροί από ΕΣΥ, ΔΕΠ και Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας έχουν αποχωρήσει από το 2021 μέχρι σήμερα λόγω συνταξιοδότησης, ενώ καταγράφονται και περιπτώσεις διακοπής της επαγγελματικής δραστηριότητας ή έναρξης ιδιωτικού ιατρείου.
«Δεν αντέχεται» η πίεση – Οι εφημερίες
και οι μετακινήσεις στο επίκεντρο

Ο πρόεδρος της Ένωσης Ιατρών Νοσοκομείων Αχαΐας, Χρήστος Δάβουλος, περιγράφει στο Patrapress μια διαφορετική αλλά συμπληρωματική πλευρά του προβλήματος.
Όπως επισημαίνει, η αποχώρηση ενός γιατρού από το ΕΣΥ δεν είναι συνήθως μια απόφαση που λαμβάνεται εύκολα ή για έναν και μόνο λόγο. Πίσω από αυτή βρίσκονται η οικονομική πίεση, η επαγγελματική κόπωση, οι αυξημένες υποχρεώσεις και οι συνθήκες εργασίας.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στις συνεχείς μετακινήσεις γιατρών από νοσοκομείο σε νοσοκομείο, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις ανάγκες που υπάρχουν στα νοσοκομεία των νησιών του Ιονίου.
Οι μετακινήσεις, σύμφωνα με τον κ. Δάβουλο, επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο τους γιατρούς που παραμένουν στο ΕΣΥ, ενώ δημιουργούν και αβεβαιότητα για όσους εξετάζουν το ενδεχόμενο να διεκδικήσουν μια μόνιμη θέση.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, σε πρόσφατη προκήρυξη μόνιμης θέσης για το Ρίο δεν υπήρξε ενδιαφέρον, καθώς οι γιατροί γνωρίζουν ότι ακόμη και μετά τον διορισμό τους μπορεί να βρεθούν αντιμέτωποι με μετακινήσεις.
8-9 κενές θέσεις στην Παθολογική και νέες απώλειες
Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα έντονο στην Παθολογική Κλινική.
Στο Ρίο υπάρχουν ήδη περίπου 8-9 κενές θέσεις στην Παθολογική, ενώ νέες αποχωρήσεις ή μακροχρόνιες απουσίες μπορούν να διευρύνουν περαιτέρω το κενό.
Η εικόνα που μεταφέρει ο Χρήστος Δάβουλος είναι χαρακτηριστική της πίεσης που δέχεται το σύστημα: γιατροί καλούνται να ανταποκριθούν σε μεγάλο αριθμό ασθενών, ενώ την ίδια ώρα καλύπτουν ανάγκες που δημιουργούνται αλλού.
Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την Πάτρα.
Στα νοσοκομεία των νησιών, οι ελλείψεις είναι ακόμη πιο έντονες, με γιατρούς από την Αχαΐα να καλούνται να μετακινηθούν για να καλύψουν ανάγκες.
Όταν φεύγουν, οι εναπομείναντες δουλεύουν περισσότερο
Η αποχώρηση ενός γιατρού δημιουργεί ένα ντόμινο.
Λιγότερο προσωπικό σημαίνει περισσότερες εφημερίες και μεγαλύτερο φόρτο για όσους παραμένουν, γεγονός που με τη σειρά του αυξάνει την επαγγελματική εξουθένωση και μπορεί να οδηγήσει σε νέες αποχωρήσεις.
Ο Χρήστος Δάβουλος θέτει και τη διάσταση της επιστημονικής εξέλιξης. Οι γιατροί που εργάζονται διαρκώς υπό συνθήκες πίεσης και με μεγάλο αριθμό εφημεριών δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν συνέδρια και εκπαιδευτικά σεμινάρια ή να παραμένουν ενήμεροι για τις τελευταίες επιστημονικές εξελίξεις.
Η επαγγελματική εξουθένωση, επομένως, δεν είναι μόνο σωματική. Είναι και επιστημονική.
Πάτρα: Ο Ιατρικός ζητά ενίσχυση των υποστελεχωμένων Νοσοκομείων της 6ης Υπε
Το μεγάλο στοίχημα
Η εικόνα που προκύπτει από τα στοιχεία του Ιατρικού Συλλόγου Πατρών και τις επισημάνσεις των νοσοκομειακών γιατρών δείχνει ότι η Πάτρα βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα σύνθετο πρόβλημα.
Οι γιατροί φεύγουν προς το εξωτερικό, προς Αθήνα και Θεσσαλονίκη, προς τον ιδιωτικό τομέα ή προς την αυτοαπασχόληση, ενώ παράλληλα συνταξιοδοτούνται έμπειροι γιατροί και δημιουργούνται νέα κενά.
Το κρίσιμο ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο πόσοι γιατροί αποχωρούν από τα νοσοκομεία της Πάτρας. Είναι αν το ΕΣΥ μπορεί να δημιουργήσει τις συνθήκες που θα κάνουν έναν γιατρό να επιλέξει να μείνει.
Για τον Χρήστο Δάβουλο, η απάντηση περνά από ουσιαστικές αυξήσεις αποδοχών, καλύτερες συνθήκες εργασίας, περιορισμό της εξουθενωτικής εφημεριακής επιβάρυνσης και επένδυση στην επιστημονική κατάρτιση.
Γιατί, όπως διαμορφώνεται σήμερα η κατάσταση, κάθε γιατρός που φεύγει δεν είναι απλώς μία ακόμη κενή θέση. Είναι ένας κρίκος που αφαιρείται από μια ήδη πιεσμένη αλυσίδα, αφήνοντας μεγαλύτερο βάρος στους υπόλοιπους και αυξάνοντας τον κίνδυνο για νέες αποχωρήσεις.
Η πανελλαδική εικόνα
Το 2020 έφυγαν από τη χώρα 347 ανειδίκευτοι, 554 ειδικευμένοι, σύνολο 901 γιατροί. Οι περισσότεροι επιλέξανε την Αγγλία, 428 γιατροί και ακολουθεί η Κύπρος με 162 γιατρούς.
Ίδια περίπου εικόνα και για το 2021. «Μετανάστευσαν» 314 ανειδίκευτοι, 552 ειδικευμένοι, σύνολο 866 γιατροί. Και πάλι πρώτη χώρα η Αγγλία με 379 γιατρούς να την επιλέγουν και δεύτερη η Κύπρος με 160 γιατρούς.
Το 2022 χώρες του εξωτερικού επιλέξανε 808 γιατροί- ανειδίκευτοι 304, ειδικευμένοι 504. Οι περισσότεροι πήγαν στην Αγγλία, 288 γιατροί και ακολουθούν 61 στη Γαλλία, 54 Γερμανία, 50 Ελβετία.
Το 2023 η εικόνα παραμένει ίδια, καθώς 808 γιατροί έφυγαν από τη χώρα, ανειδίκευτοι 283 και ειδικευμένοι 525, με την Αγγλία να είναι πρώτη επιλογή για 288 γιατρούς και να ακολουθεί η Κύπρος για 97 γιατρούς.
Αύξηση των γιατρών που φεύγουν από την Ελλάδα καταγράφηκε το 2024.
Συνολικά ο ΙΣΑ εξέδωσε 1.047 πιστοποιητικά γιατρών για το εξωτερικό-398 ανειδίκευτοι και 649 ειδικευμένοι. Πρώτη χώρα επιλογής πάλι η Αγγλία με 274 γιατρούς να την επιλέγουν και δεύτερη η Κύπρος με 118 γιατρούς.
Μικρή πτώση παρατηρήθηκε το 2025. Έφυγαν 384 ανειδίκευτοι και 584 ειδικευμένοι. Οι περισσότεροι προτίμησαν την Αγγλία, 319 γιατροί και ακολουθεί η Κύπρος με 142 γιατρούς.
«Οι νέοι γιατροί δεν φεύγουν τυχαία. Φεύγουν γιατί αναζητούν συνθήκες αξιοπρέπειας. Φεύγουν γιατί θέλουν εκπαίδευση υψηλού επιπέδου. Φεύγουν γιατί σε άλλες χώρες της Ευρώπης και όχι μόνο, βρίσκουν οργανωμένα συστήματα, σαφή επαγγελματική προοπτική και αμοιβές που ανταποκρίνονται στην επιστημονική τους αξία.
Η αλήθεια είναι σκληρή: αν δεν δημιουργήσουμε ένα σύγχρονο, ανταγωνιστικό περιβάλλον, δεν θα μπορέσουμε να συγκρατήσουμε τους νέους επιστήμονες. Και τότε, το πρόβλημα δεν θα αφορά μόνο το ιατρικό σώμα θα αφορά την ίδια τη βιωσιμότητα του συστήματος υγείας», τονίζει ο Γιώργος Πατούλης.






