Μπερέδες, bucket hats, τραγιάσκες και πιο σύγχρονες γραμμές έχουν θέση στη σημερινή γκαρνταρόμπα.
Ο Παναγιώτης Καλογερόπουλος, τέταρτη γενιά της πιλοποιίας «Κλαυδιανός» στην Πάτρα, εξηγεί πώς άλλαξε ο ρόλος του καπέλου, τι επιλέγουν σήμερα οι γυναίκες και γιατί το σωστό σχέδιο πρέπει να συμπληρώνει το ντύσιμο, χωρίς να το επιβάλλει.
Υπήρξαν εποχές που το καπέλο αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της καθημερινής εμφάνισης, τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες. Δεν ήταν απλώς ένα αξεσουάρ, αλλά βασικό στοιχείο της ένδυσης, που ολοκλήρωνε την εικόνα και ακολουθούσε τους κανόνες του ντυσίματος κάθε εποχής. Σήμερα, η θέση του έχει αλλάξει. Το καπέλο δεν αποτελεί πλέον αυτονόητη επιλογή, αλλά ένα στοιχείο προσωπικού στιλ για όσους θέλουν να δώσουν διαφορετικό χαρακτήρα στην εμφάνισή τους.

Η μετάβαση από την υποχρέωση στην προσωπική επιλογή αποτυπώνει τις ευρύτερες αλλαγές στον τρόπο που ντυνόμαστε. Τα ρούχα έγιναν πιο απλά, οι καθημερινές εμφανίσεις πιο χαλαρές και τα καπέλα χρειάστηκε να προσαρμοστούν στις νέες ανάγκες. Για να διατηρήσουν τη θέση τους στη σύγχρονη γκαρνταρόμπα, έπρεπε να γίνουν πιο ευκολοφόρετα και να συνδυάζονται με τα ρούχα που ήδη επιλέγουν γυναίκες και άνδρες.
Για την εξέλιξη αυτή μιλά ο Παναγιώτης Καλογερόπουλος, τέταρτη γενιά της πιλοποιίας «Κλαυδιανός» στην Πάτρα, μιας επιχείρησης που ξεκίνησε το 1919 και συνεχίζει την πορεία της μέχρι σήμερα. Με την εμπειρία του στον χώρο της κατασκευής καπέλων, περιγράφει τις αλλαγές που έχουν συντελεστεί και εξηγεί τι επιλέγουν σήμερα οι γυναίκες, ποια σχέδια προτιμούν οι άνδρες και γιατί το καπέλο χρειάζεται να προσαρμόζεται στο προσωπικό ύφος του καθενός.

Από βασικό είδος ένδυσης σε προσωπική επιλογή
Όπως εξηγεί ο κ. Καλογερόπουλος, μέχρι και τη δεκαετία του 1980 το καπέλο αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της γκαρνταρόμπας ανδρών και γυναικών. Η παρουσία του αποτυπώνεται και στις παλιές ελληνικές ταινίες, όπου το ντύσιμο ακολουθούσε διαφορετικούς αισθητικούς κανόνες και το καπέλο είχε συγκεκριμένη θέση στην εμφάνιση.
Εκείνη την εποχή, το καπέλο δεν αντιμετωπιζόταν πρωτίστως ως αξεσουάρ, αλλά ως βασικό είδος ένδυσης. Ένα μαντό, για παράδειγμα, μπορούσε να συνοδεύεται από το αντίστοιχο καπέλο, ενώ ακόμη και ένα καθημερινό χειμερινό σύνολο μπορούσε να περιλαμβάνει ένα συγκεκριμένο σχέδιο.
Σήμερα, αντίθετα, το καπέλο αποτελεί κυρίως επιλογή. Εξαιρώντας τις περιπτώσεις όπου κάποιος το φορά για προστασία από το κρύο ή τον ήλιο, η απόφαση συνδέεται περισσότερο με την αισθητική, το προσωπικό στιλ και την επιθυμία να ενταχθεί ένα ιδιαίτερο στοιχείο στην εμφάνιση.
Η αλλαγή έγινε ιδιαίτερα αισθητή από τη δεκαετία του 1980, όταν απλοποιήθηκε το ντύσιμο και άλλαξαν οι συνήθειες τόσο των ανδρών όσο και των γυναικών. Για να εξακολουθήσει να έχει θέση στην καθημερινότητα, το καπέλο έπρεπε να ακολουθήσει αυτή την εξέλιξη.
Μπερέδες, bucket hats και τραγιάσκες
στη γυναικεία γκαρνταρόμπα
Ο μπερές εξακολουθεί να έχει ξεχωριστή θέση στις προτιμήσεις του Παναγιώτη Καλογερόπουλου, ο οποίος δηλώνει ιδιαίτερη αδυναμία στο συγκεκριμένο σχέδιο. Όπως αναφέρει, ο κλασικός γαλλικός μπερές αποτελεί μια ιδιαίτερα κομψή επιλογή για τη γυναίκα και μπορεί να συνδυαστεί με ένα παλτό και ένα μαντήλι ή κασκόλ στον λαιμό, δημιουργώντας μια ολοκληρωμένη εμφάνιση.
Οι σημερινές επιλογές, ωστόσο, δεν περιορίζονται στους μπερέδες. Οι γυναίκες στρέφονται επίσης στα bucket hats, τόσο σε καλοκαιρινές όσο και σε χειμερινές εκδοχές, αλλά και σε πιο φαρδιές τραγιάσκες, με γραμμές που παραπέμπουν σε παλαιότερα αγγλικά στιλ.
Παράλληλα, οι μπερέδες και οι σκούφοι εξακολουθούν να αποτελούν επιλογές για τους ψυχρότερους μήνες. Το σχέδιο εξαρτάται από το προσωπικό γούστο, το ντύσιμο και το πόσο άνετα αισθάνεται κάθε γυναίκα φορώντας καπέλο.
Υπάρχει, βέβαια, και ένας ακόμη παράγοντας που επηρεάζει τη γυναικεία επιλογή: τα μαλλιά. Όπως παρατηρεί ο κ. Καλογερόπουλος, πολλές γυναίκες θέλουν να φαίνεται το χτένισμά τους, γεγονός που επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο επιλέγουν και φορούν ένα καπέλο.
Παρά ταύτα, όπως σημειώνει, υπάρχει ενδιαφέρον από γυναίκες ηλικίας 25 ετών και πάνω, οι οποίες εντάσσουν το καπέλο στην εμφάνισή τους και το φορούν με άνεση και χάρη.

Οι άνδρες επιλέγουν τραγιάσκες τον χειμώνα
Στους άνδρες, η τραγιάσκα παραμένει μία από τις δημοφιλέστερες επιλογές κατά τη χειμερινή περίοδο.
Σύμφωνα με τον κ. Καλογερόπουλο, από τα 100 ανδρικά καπέλα που διαθέτουν, περίπου τα 60 έως 80 είναι τραγιάσκες. Το συγκεκριμένο σχέδιο επιλέγεται από άνδρες ηλικίας 20 ετών και πάνω.
Οι νεότεροι μπορεί να στραφούν και σε πιο κλασικά καπέλα, όπως εκείνα που θυμίζουν τις παλιές κινηματογραφικές εικόνες. Πρόκειται, ωστόσο, για πιο εξειδικευμένες επιλογές, οι οποίες απαιτούν μεγαλύτερη προσοχή στο ντύσιμο.
Όπως εξηγεί, τα πιο δομημένα και κλασικά καπέλα ταιριάζουν ευκολότερα σε όσους έχουν ήδη συνηθίσει να φορούν καπέλο και γνωρίζουν πώς να το εντάξουν στην εμφάνισή τους. Για κάποιον που θέλει να ξεκινήσει, η τραγιάσκα είναι μια πιο εύκολη επιλογή, καθώς συνδυάζεται με διαφορετικά στιλ, από το σπορ μέχρι το πιο προσεγμένο καθημερινό ντύσιμο, πρωί και βράδυ.
Η επιλογή, επομένως, δεν αφορά μόνο το σχέδιο που αρέσει στον καθένα, αλλά και το πόσο εύκολα μπορεί να ενταχθεί στην καθημερινή του εμφάνιση.

Το καλοκαίρι κυριαρχούν τα φαρδιά καπέλα
Οι προτιμήσεις αλλάζουν ανάλογα με την εποχή. Τον χειμώνα κυριαρχούν οι τραγιάσκες, ενώ το καλοκαίρι οι άνδρες επιλέγουν συχνότερα φαρδιά ψάθινα καπέλα, όπως τα καπέλα Παναμά που, σύμφωνα με τον κ. Καλογερόπουλο, φέρνουν από τον Ισημερινό, καθώς και λινά καπέλα.
Τα φαρδιά καπέλα προσφέρουν μεγαλύτερη προστασία από τον ήλιο, γεγονός που τα καθιστά πιο πρακτικά κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Παράλληλα, οι πιο κλασικές γραμμές φοριούνται ευκολότερα και από γυναίκες, καθώς συνδυάζουν την προστασία με την αισθητική.
Όπως επισημαίνει ο ίδιος, η ζήτηση για φαρδιά καπέλα είναι μεγαλύτερη το καλοκαίρι σε σχέση με τον χειμώνα, ακριβώς επειδή εξυπηρετούν περισσότερο την ανάγκη προστασίας από τον ήλιο.
Αντίθετα, το τζόκεϊ έχει περιοριστεί κυρίως σε αθλητικές δραστηριότητες και στην εργασία, καθώς δεν διατηρεί την ίδια θέση ως επιλογή για μια ολοκληρωμένη καθημερινή εμφάνιση.
Ο κ. Καλογερόπουλος διαχωρίζει τα καπέλα που επιλέγονται για το στιλ από τα πιο χρηστικά καλύμματα κεφαλής, όπως τα τζόκεϊ και οι σκούφοι.

Πώς άλλαξε το καπέλο μαζί με τη μόδα
Η αλλαγή της μόδας επηρέασε όχι μόνο το πόσο συχνά φοριούνται τα καπέλα, αλλά και την ίδια την εμφάνισή τους.
Όπως εξηγεί ο κ. Καλογερόπουλος, παλαιότερα το ντύσιμο ήταν αισθητικά πιο επίσημο και το καπέλο αποτελούσε συχνά αναγκαίο συμπλήρωμά του.
Σήμερα, οι άνθρωποι ντύνονται διαφορετικά. Τα καθημερινά ρούχα είναι πιο απλά και οι συνδυασμοί πιο χαλαροί. Έτσι, τα καπέλα χρειάστηκε να προσαρμοστούν, αποκτώντας πιο σπορ γραμμές, πιο ευχάριστα χρώματα και σχεδιασμό που επιτρέπει το εύκολο φόρεμα.
Στόχος είναι να συμβαδίζουν με τα ήδη υπάρχοντα ρούχα και να μην απαιτούν από τον άνθρωπο να αλλάξει ολόκληρο το ντύσιμό του για να τα φορέσει.
Αυτή είναι, σύμφωνα με τον ίδιο, και η βασική αιτία που το καπέλο κατάφερε να διατηρήσει τη θέση του στη σύγχρονη γκαρνταρόμπα. Αν είχε παραμείνει απαράλλακτο σε σχέση με εκείνα που φοριούνταν μέχρι τις δεκαετίες του 1980 και του 1990, εκτιμά ότι σήμερα σχεδόν κανείς δεν θα το επέλεγε.
Το καπέλο χρειάστηκε να ακολουθήσει τις ανάγκες της εποχής, τις αλλαγές στην ένδυση και τη φυσιογνωμία του σύγχρονου ανθρώπου, ιδιαίτερα της γυναίκας.
Στο παρελθόν, σχέδια όπως τα τουρμπάν και τα μικρά καπέλα τύπου τοκ συνδέονταν με διαφορετικό ύφος ένδυσης και μπορούσαν να συνοδεύουν πιο επίσημα ρούχα, όπως τα μαντό. Σήμερα, που οι γυναίκες φορούν πολύ λιγότερο τέτοιου είδους ενδύματα, τα συγκεκριμένα καπέλα δεν έχουν την ίδια θέση στην καθημερινότητα.
Το σωστό καπέλο δεν πρέπει
να επιβάλλει διαφορετικό στιλ
Η βασική συμβουλή του Παναγιώτη Καλογερόπουλου είναι ότι το καπέλο πρέπει να προσαρμόζεται στο ντύσιμο και όχι το αντίστροφο.
Όπως εξηγεί, όταν κάποιος αλλάζει το ύφος και τον τρόπο που ντύνεται αποκλειστικά για να φορέσει ένα καπέλο, υπάρχει ο κίνδυνος να μην πετύχει ούτε τον σωστό συνδυασμό ούτε την κατάλληλη επιλογή. Το καπέλο πρέπει να ταιριάζει στα ρούχα που ήδη φορά ο άνθρωπος και να ανταποκρίνεται στη φυσιογνωμία και στο προσωπικό του στιλ.
Η επιτυχία βρίσκεται στο να αποτελεί ένα διακριτικό, όμορφο συμπλήρωμα της εμφάνισης, χωρίς να γίνεται υπερβολικά έντονο ή κραυγαλέο. Να ολοκληρώνει το σύνολο και να δένει αρμονικά με τα υπόλοιπα στοιχεία του ντυσίματος.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα τα καπέλα ταιριάζουν σε όλους. Αντίθετα, όπως υπογραμμίζει ο ίδιος, η επιλογή είναι προσωπική υπόθεση. Όπως δεν ταιριάζουν όλα τα παντελόνια σε κάθε σωματότυπο, έτσι και στα καπέλα υπάρχουν συγκεκριμένα σχέδια που αναδεικνύουν περισσότερο κάθε άνθρωπο.
Η τιμή και η σημασία της σωστής καθοδήγησης
Η τιμή αποτελεί, επίσης, παράγοντα που επηρεάζει την αγορά.
Ο κ. Καλογερόπουλος αναγνωρίζει ότι οι αυξήσεις των τιμών έχουν επηρεάσει σημαντικά και τον χώρο των καπέλων, με αποτέλεσμα οι καταναλωτές να εξετάζουν προσεκτικότερα τις επιλογές τους.
Για τον ίδιο, όμως, η αγορά ενός καπέλου δεν πρέπει να περιορίζεται στην επιλογή ενός σχεδίου από το ράφι. Όπως τονίζει, η εμπειρία του ως κατασκευαστή τού επιτρέπει να βοηθήσει τον πελάτη να βρει το καπέλο που ταιριάζει στο ύφος του και στην ανάγκη για την οποία το αγοράζει.
Η διαδικασία απαιτεί καθοδήγηση, καθώς ένα καπέλο μπορεί να δείχνει εξαιρετικό σε κάποιον άλλον, χωρίς να σημαίνει ότι θα ταιριάζει εξίσου καλά σε όλους. Γι’ αυτό και θεωρεί σημαντικό να εντοπίζονται τα σχέδια που πραγματικά αναδεικνύουν τον άνθρωπο που θα τα φορέσει.
Το καπέλο, λοιπόν, εξακολουθεί να έχει θέση στη σύγχρονη γκαρνταρόμπα, αρκεί να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της εποχής και να επιλέγεται με βάση το προσωπικό στιλ. Για τη γυναίκα που θέλει να το εντάξει στην εμφάνισή της, ο μπερές, το bucket hat ή μια φαρδιά τραγιάσκα μπορούν να αποτελέσουν διαφορετικές επιλογές, ανάλογα με το ντύσιμο και την αισθητική της.
Το ζητούμενο δεν είναι να επιστρέψει η εποχή κατά την οποία το καπέλο αποτελούσε υποχρεωτικό στοιχείο της εμφάνισης. Είναι να παραμείνει μια συνειδητή επιλογή, ένα κομμάτι που συμπληρώνει το ντύσιμο και αναδεικνύει το προσωπικό στιλ, χωρίς να χρειάζεται κανείς να αλλάξει τον εαυτό του για να το φορέσει.

Μετά τον Παναγιώτη Καλογερόπουλο και την ιστορία του «Κλαυδιανός», η συζήτηση για τη θέση του καπέλου στη σύγχρονη εμφάνιση συνεχίζεται με τη κ. Δήμητρα Τζατζαδάκη.
Το ιστορικό κατάστημα Τζατζαδάκη, με τη μακρόχρονη παρουσία του στην Πάτρα, έχει περάσει πλέον στα παιδιά του Νικόλαου Τζαδάκη, συνεχίζοντας τη διαδρομή του στην πόλη.
Η κόρη του, Δήμητρα Τζατζαδάκη, μιλά στο PatraPress για το καπέλο και την ομπρέλα, τη θέση τους στη σύγχρονη γυναικεία εμφάνιση και τον τρόπο με τον οποίο οι συνήθειες των καταναλωτών έχουν αλλάξει.
Στην Πάτρα του 2026, παρατηρεί πώς αυτά τα αξεσουάρ εντάσσονται σήμερα στην καθημερινότητα, ποιοι εξακολουθούν να τα επιλέγουν και πόσο πιθανό είναι το καπέλο να διατηρήσει τον ρόλο του ως στοιχείο στιλ.
Δήμητρα Τζατζαδάκη: Το καπέλο δεν αποτελεί
πλέον βασικό αξεσουάρ
Το καπέλο εξακολουθεί να έχει θέση στην εμφάνιση, ωστόσο στην Πάτρα δεν φοριέται με την ίδια συχνότητα που φοριόταν παλαιότερα.
Όπως επισημαίνει η Δήμητρα Τζατζαδάκη, οι περισσότεροι το επιλέγουν κυρίως για πρακτικούς λόγους, όπως η προστασία από το κρύο και τον ήλιο, με τη χρήση του να είναι πιο απαραίτητη κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.
«Αξεσουάρ είναι, αλλά το καπέλο δεν το φοράνε πάρα πολύ εδώ στην Πάτρα. Το φοράνε πιο πολύ για το κρύο, για τον ήλιο, που είναι πιο απαραίτητο το καλοκαίρι. Δεν το έχουν ως κύριο αξεσουάρ», αναφέρει, περιγράφοντας τη διαφορά σε σχέση με παλαιότερες εποχές.
Η ίδια παρατηρεί ότι η σημερινή ενδυμασία είναι πιο λιτή, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το ενδιαφέρον για τα αξεσουάρ έχει εκλείψει. Ιδιαίτερα το καλοκαίρι, οι γυναίκες εξακολουθούν να θέλουν καπέλα, ενώ δίνουν σημασία και στην επιλογή της ομπρέλας, προσέχοντας το χρώμα της και το κατά πόσο ταιριάζει με τα ρούχα τους.

«Το προτιμούν, το θέλουν το καπέλο, ειδικά το καλοκαίρι πάρα πολύ. Και την ομπρέλα θέλουν να είναι το χρώμα που τους αρέσει, να ταιριάζει με τα ρούχα τους. Το προσέχουν, δηλαδή, λίγο παραπάνω», σημειώνει.
Οι νεότεροι προσέχουν περισσότερο το στιλ
Παρότι το καπέλο δεν αποτελεί βασικό στοιχείο της καθημερινής εμφάνισης, η Τζατζαδάκη διακρίνει ενδιαφέρον από τη νεότερη γενιά. Όπως λέει, όλο και περισσότεροι νέοι προσέχουν το καπέλο ή το σκουφί που θα φορέσουν, δίνοντας σημασία στο χρώμα και στο στιλ τους.
Η παρουσία των νεότερων καταναλωτών έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς συνδέεται με τη συνέχεια αυτής της συνήθειας και με τη δυνατότητα να διατηρηθεί το ενδιαφέρον για το καπέλο και στο μέλλον.
«Βέβαια, γιατί τώρα έχει ευαισθητοποιηθεί αυτή η μερίδα, η νεολαία, που είναι η συνέχεια», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, εξακολουθούν να υπάρχουν γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας που διατηρούν μια πιο κλασική σχέση με την εμφάνισή τους και αντιμετωπίζουν το καπέλο ως μέρος της συνολικής τους ενδυμασίας. Πρόκειται, όπως τις περιγράφει, για γυναίκες που περιποιούνται τον εαυτό τους και φροντίζουν να συνδυάζουν τα επιμέρους στοιχεία της εμφάνισής τους.
«Υπάρχουν οι κλασικές κυρίες που περιποιούνται, που θα συνδυάσουν το καπέλο, το ρούχο τους, το παλτό τους, όλα αυτά», λέει.

Θα διατηρηθεί το καπέλο ως διακοσμητικό στοιχείο;
Το ερώτημα, ωστόσο, είναι αν το καπέλο θα συνεχίσει να υπάρχει ως επιλογή στιλ ή αν η χρήση του θα περιοριστεί ακόμη περισσότερο.
Η Τζατζαδάκη διαχωρίζει το καπέλο που φοριέται για πρακτικούς λόγους, όπως τα αθλητικά καπέλα για τον ήλιο, από εκείνο που επιλέγεται κυρίως ως διακοσμητικό στοιχείο της εμφάνισης.
Για τη δεύτερη κατηγορία, η εκτίμησή της είναι συγκρατημένη. Όταν ερωτάται αν πιστεύει ότι το καπέλο θα συνεχίσει να υπάρχει ως στοιχείο στιλ, απαντά: «Δύσκολα θα υπάρχει».
Η τοποθέτησή της αποτυπώνει την αβεβαιότητα γύρω από το μέλλον ενός αξεσουάρ που κάποτε αποτελούσε πολύ πιο συνηθισμένο μέρος της ένδυσης. Σήμερα, το καπέλο εξακολουθεί να επιλέγεται από όσους θέλουν να το εντάξουν συνειδητά στην εμφάνισή τους, αλλά η διατήρησή του ως διακοσμητικού στοιχείου δεν θεωρείται δεδομένη.









