Η αγαπημένη καλοκαιρινή απόλαυση των Ελλήνων εξακολουθεί να έχει σταθερή θέση στις καθημερινές επιλογές των καταναλωτών, όμως η ακρίβεια έχει αφήσει το αποτύπωμά της και στο παγωτό. Στην Πάτρα, η ζήτηση δεν φαίνεται να έχει υποχωρήσει δραματικά, ωστόσο η εικόνα στην αγορά έχει αλλάξει: οι καταναλωτές συνεχίζουν να αγοράζουν παγωτό, αλλά πλέον με μεγαλύτερη προσοχή και σαφώς μικρότερες ποσότητες.
Η ανάγκη για μια δροσερή καλοκαιρινή απόλαυση παραμένει, όμως το κόστος λειτουργεί πλέον ως βασικό κριτήριο στις αγορές. Εκεί όπου στο παρελθόν μια οικογένεια ή ένας καταναλωτής μπορούσε να επιλέξει μεγαλύτερη ποσότητα χωρίς δεύτερη σκέψη, σήμερα η αγορά γίνεται πιο μετρημένα, με το παγωτό να παραμένει στο καλάθι, αλλά σε μικρότερη ποσότητα.

Μιλώντας στο PatraPress, ο συνιδιοκτήτης των ζαχαροπλαστείων Αχαϊκόν Εντελβάις, Βενιζέλος Μιχαλόπουλος, περιγράφει την εικόνα που καταγράφει η αγορά και εξηγεί πως ο κόσμος εξακολουθεί να θέλει να απολαύσει το παγωτό, αλλά πλέον αγοράζει πολύ πιο μετρημένα.

«Δεν έχει μειωθεί η ζήτηση, αλλά η ποσότητα»
Όπως σημειώνει ο κ. Μιχαλόπουλος, οι πωλήσεις είναι ελαφρώς χαμηλότερες σε σχέση με προηγούμενα χρόνια, χωρίς ωστόσο να υπάρχει εικόνα κατάρρευσης της αγοράς.
«Δεν είναι οι προηγούμενες πωλήσεις των προηγούμενων ετών. Δεν έχουμε τη δυναμικότητα που υπήρχε παλαιότερα. Είναι λίγο χαμηλότερα, όχι όμως σε σημείο ξεπεσμού. Πιστεύω ότι αυτό οφείλεται στην οικονομική κατάσταση», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Το σημαντικότερο στοιχείο, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι πως ο καταναλωτής δεν έχει σταματήσει να αγοράζει παγωτό. Έχει, όμως, περιορίσει την ποσότητα.
«Δεν διαθέτει ο κόσμος την ποσότητα που έπαιρνε τα προηγούμενα χρόνια. Το παίρνει πάρα πολύ μετρημένο. Ένας πελάτης που μπορούσε να φάει γύρω στα 200 γραμμάρια παγωτό, τώρα το έχει φέρει κάτω από τα 100. Το ίδιο γίνεται και με τις οικογένειες. Η μείωση είναι περισσότερο στην ποσότητα που καταναλώνει ο πελάτης. Λαχταράει να κάνει κατανάλωση, αλλά κάνει μικρή ποσότητα», εξηγεί.
Από τα 200 γραμμάρια… κάτω από 100
Η αλλαγή αυτή αποτυπώνεται ξεκάθαρα στην καθημερινή αγορά. Ο καταναλωτής, όπως λέει ο κ. Μιχαλόπουλος, θέλει να απολαύσει ένα παγωτό, αλλά πλέον υπολογίζει πολύ περισσότερο το κόστος.
«Η ζήτηση δεν έχει μειωθεί ταυτόχρονα. Ο κόσμος ψωνίζει, αλλά αγοράζει λιγότερες ποσότητες. Κοιτάει να περάσει με 100 γραμμάρια. Όμως αυτή δεν είναι ποσότητα για να γευθεί ένας άνθρωπος ένα ωραίο παγωτό και να το ευχαριστηθεί», σημειώνει.
Την ίδια ώρα, οι τιμές έχουν αυξηθεί, με την εποχή που ένα ευρώ αρκούσε για μια γενναιόδωρη ποσότητα παγωτού να αποτελεί πλέον παρελθόν.
«Δεν υπάρχει τώρα παγωτό που να θέλει κάτω από 3-4 ευρώ τα 100-120 γραμμάρια. Η εποχή του ενός ευρώ δεν υπάρχει πλέον. Ο κόσμος τρώει ελάχιστο παγωτό. Δεν τρώει την ποσότητα που θα ήθελε για να το γευτεί και να το ευχαριστηθεί», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Οι νέοι αναζητούν νέες γεύσεις
Σε ό,τι αφορά τις προτιμήσεις του κοινού, ο κ. Μιχαλόπουλος επισημαίνει πως υπάρχει σημαντική διαφοροποίηση ανάμεσα στις ηλικίες. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία καταναλωτές παραμένουν περισσότερο πιστοί στις κλασικές γεύσεις, ενώ οι νεότεροι αναζητούν συνεχώς κάτι διαφορετικό.
«Οι κλασικές γεύσεις έχουν παραμείνει περισσότερο στις μεγαλύτερες ηλικίες. Οι νέοι άνθρωποι θέλουν να γεύονται συνέχεια κάτι ιδιαίτερο», σημειώνει.
Όπως εξηγεί, η μεγάλη ποικιλία γεύσεων που προσφέρει η επιχείρηση δίνει στον καταναλωτή τη δυνατότητα να αλλάζει και να δοκιμάζει διαφορετικά προϊόντα.
«Ο κόσμος προτιμάει να αλλάζει λίγο. Δεν μπορεί να φάει το ίδιο παγωτό συνέχεια. Θέλει λίγο από όλα. Η αλλαγή υπάρχει και εμείς προσπαθούμε να την καλύψουμε, παράγοντας πολλούς διαφορετικούς κωδικούς», αναφέρει.
«Ο καταναλωτής έχει κουμπωθεί»
Η ακρίβεια, πάντως, φαίνεται πως έχει επηρεάσει συνολικά την ψυχολογία του καταναλωτή. Ακόμη και για ένα προϊόν που παραδοσιακά αποτελεί μικρή καλοκαιρινή απόλαυση, πλέον γίνεται σκέψη πριν από την αγορά.
«Το παγωτό έχει ακριβύνει πολύ και ιδιαίτερα τα καλοκαιρινά προϊόντα έχουν φτάσει σε τιμές που κάνουν τον καταναλωτή να το σκέφτεται. Εδώ εμείς παραμένουμε στην ίδια κατάσταση, μόνο που ο άνθρωπος δεν μπορεί να πει “θέλω να φάω δύο ή τρία παγωτά την ημέρα”. Το σκέφτεται. Ο καταναλωτής έχει κουμπωθεί», τονίζει ο κ. Μιχαλόπουλος.
Παρά τις πιέσεις, ωστόσο, εκτιμά πως το παγωτό εξακολουθεί να έχει σημαντική θέση στις καταναλωτικές συνήθειες και πως στην Ελλάδα η κατανάλωσή του, ιδιαίτερα κατά τη χειμερινή περίοδο, παραμένει χαμηλότερη σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
«Εδώ στην Ελλάδα δεν έχει γίνει ακόμα αυτό που γίνεται στις ευρωπαϊκές χώρες. Το παγωτό το σταματάνε όταν πιέζονται οικονομικά, ενώ εμείς έχουμε ακόμη περιθώριο. Οι τιμές έχουν ανέβει, αλλά όχι σε βαθμό που να έχει σταματήσει η κατανάλωση», καταλήγει.

«Βουτιά» 20%-30% στην κατανάλωση παγωτού – «Έγινε ακριβότερο και μικρότερο»
Αισθητή πτώση καταγράφει φέτος η κατανάλωση παγωτού στην Πάτρα, με την ακρίβεια να επηρεάζει πλέον ακόμη και μια από τις πιο αγαπημένες καλοκαιρινές απολαύσεις. Οι τιμές έχουν αυξηθεί, οι συσκευασίες έχουν μικρύνει και οι καταναλωτές φαίνεται πως περιορίζουν τις αγορές τους, αναζητώντας πιο οικονομικές επιλογές.
O πρόεδρος των Περιπτερούχων Πάτρας, κ. Παναγιώτης Ταλαγάνης, περιγράφει μια αγορά στην οποία το παγωτό παραμένει δημοφιλές, αλλά αγοράζεται πλέον σε μικρότερες ποσότητες.

Όπως αναφέρει, η φετινή εικόνα είναι αισθητά διαφορετική σε σχέση με προηγούμενες χρονιές.
«Έχει πέσει το παγωτό γύρω στο 20%-30% φέτος. Αυτό οφείλεται και στην τιμή των προϊόντων των εταιρειών, αλλά και στη γενικότερη οικονομική κατάσταση», σημειώνει.
Την ίδια στιγμή, οι τιμές έχουν αυξηθεί σημαντικά σε σχέση με πέρυσι, με τις διαφοροποιήσεις να εξαρτώνται από την εταιρεία και το προϊόν.
«Οι τιμές έχουν μια αύξηση 15%-20% από πέρυσι. Είναι ανάλογα με τις εταιρείες, γιατί είναι τρεις εταιρείες που κυριαρχούν στην αγορά. Το παγωτό πλέον είναι ακριβό, ειδικά για τα γραμμάρια που δίνουν», εξηγεί.

Από τα 1,50 ευρώ στα 3 ευρώ
Χαρακτηριστικό της αλλαγής είναι η σχέση τιμής και ποσότητας. Σύμφωνα με τον πρόεδρο των περιπτερούχων, ένα παγωτό 100 γραμμαρίων πλέον μπορεί να κοστίζει πάνω από 3 ευρώ.
«Ένα παγωτό 100 γραμμάρια πωλείται από 3 ευρώ και πάνω. Παλιά υπήρχαν αυτές οι τιμές και στο 1,50 ευρώ. Υπάρχουν ακόμη παγωτά στο 1,50 και στα 2 ευρώ, αλλά δεν είναι τα ίδια. Είναι παγωτά των 30-40 γραμμαρίων», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Όπως προσθέτει, για ένα παγωτό 100 γραμμαρίων η τιμή πλέον κυμαίνεται περίπου από 3,20 έως και 3,80 ευρώ.
«Δεν μπορεί ένα παγωτό να έχει την ίδια τιμή με ένα πακέτο τσιγάρα»
Ο κ. Ταλαγάνης εκφράζει την ανησυχία του για την πορεία της αγοράς, εάν συνεχιστούν οι αυξήσεις.
«Όπως φοβάμαι την κατάσταση, κάποια στιγμή θα εξαφανιστούν όλοι από το να αγοράζουν, αν συνεχίσουν οι εταιρείες να κρατούν αυτές τις υψηλές τιμές. Δεν μπορεί αυτή τη στιγμή ένα παγωτό να έχει την ίδια τιμή με ένα πακέτο τσιγάρα. Δεν υπάρχει λογική. Παλιά υπήρχε μεγάλη διαφορά στην τιμή», τονίζει.
«Μια τετραμελής οικογένεια δυσκολεύεται να πάρει τέσσερα παγωτά»
Η αλλαγή στις καταναλωτικές συνήθειες είναι ιδιαίτερα εμφανής στις οικογένειες. Ο κόσμος, όπως λέει, στρέφεται ολοένα και περισσότερο σε οικονομικότερες επιλογές.
«Ένα μεγάλο μέρος του κόσμου αυτή τη στιγμή στρέφεται στο φρέσκο παγωτό. Αλλά και αυτό έχει ακριβύνει πλέον. Δεν είναι του ενός ευρώ. Έχει πάει στο 1,50 και στο 1,80 και τελείωσε», αναφέρει.
Και φέρνει ως χαρακτηριστικό παράδειγμα μια οικογένεια τεσσάρων ατόμων:
«Μια οικογένεια τεσσάρων ατόμων για να πάρει τέσσερα παγωτά πρέπει να δώσει 15-20 ευρώ. Το έχω πει και στις εταιρείες: αν δεν κάνετε κάτι με την τιμή, δεν θα πουλάτε παγωτά».

Μικρότερες συσκευασίες, μεγαλύτερο κόστος
Ο ίδιος επισημαίνει πως η συρρίκνωση των συσκευασιών αποτελεί πλέον μια πραγματικότητα στην αγορά, την ώρα που το κόστος για τις επιχειρήσεις παραμένει υψηλό.
«Οι εταιρείες σκέφτονται το κέρδος και τον τζίρο. Όταν βλέπουν ότι ο τζίρος χάνεται, τι κάνουν; Μειώνουν τα γραμμάρια και ανεβάζουν την τιμή, για να φέρουν τον τζίρο ξανά στα προηγούμενα επίπεδα», σημειώνει.
Ωστόσο, προειδοποιεί πως αν η ίδια πρακτική συνεχιστεί, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι αντίθετο από το επιδιωκόμενο.
«Αν συνεχιστεί αυτό κάθε χρόνο, κάποια στιγμή δεν θα υπάρχει αγορά. Ο καταναλωτής δεν θα μπορεί να ακολουθήσει αυτές τις τιμές», καταλήγει ο πρόεδρος των Περιπτερούχων Πάτρας.

Τη δική του εικόνα για την κατανάλωση παγωτού μέσα από τον χώρο της εστίασης μεταφέρει ο Νίκος Μπάτσικας, ιδιοκτήτης του καταστήματος «Acera», στη Ρήγα Φεραίου. Όπως σημειώνει, δεν έχει παρατηρηθεί μέχρι στιγμής κάποια ιδιαίτερη μεταβολή στην κατανάλωση ή στις τιμές, με την κίνηση να κινείται περίπου στα συνηθισμένα για την εποχή επίπεδα.

Η εικόνα της κατανάλωσης παγωτού από την εστίαση – «Όπως κάθε χρόνο»
Όπως εξηγεί, η επιχείρηση συνεχίζει να προσφέρει τις ίδιες ποσότητες, χωρίς να έχει προχωρήσει σε αλλαγές στις τιμές.
«Εμείς δεν έχουμε κάποια διαφορά σε αυτό που δίνουμε τώρα. Δεν έχουμε αλλάξει τιμές. Καλοκαίρι το κέντρο είναι μαζεμένο, έχει ζέστη πολύ. Λογικό να μην έχουμε κίνηση τόσο πολύ. Τώρα είμαστε όπως κάθε χρόνο τέτοια εποχή», αναφέρει.
Σύμφωνα με τον ίδιο, επομένως, δεν μπορεί να αποδοθεί κάποια διαφοροποίηση αποκλειστικά στην ακρίβεια, καθώς η κίνηση στο κέντρο της Πάτρας επηρεάζει συνολικά την επισκεψιμότητα των καταστημάτων.

«Ο κόσμος πλέον σκέφτεται ακόμη και αν θα πάρει ένα παγωτό»
Ο κ. Παναγιώτης Ιωάννου, ο ιδιοκτήτης των παντοπωλείων «Ιωάννου» στην Πάτρα, μιλά στο PatrasPress για τις αλλαγές στις καταναλωτικές συνήθειες και την προσπάθεια των πολιτών να περιορίσουν τις αγορές τους στα απολύτως απαραίτητα.
Όπως περιγράφει ο κ. Ιωάννου, ο κόσμος πλέον είναι περισσότερο συγκρατημένος και προσπαθεί να περιορίσει τις αγορές του στα βασικά.
«Ο κόσμος έχει σταματήσει να παίρνει κάποια πράγματα και πλέον κοιτάζει περισσότερο τα βασικά», σημειώνει χαρακτηριστικά, περιγράφοντας μια εικόνα που, όπως λέει, γίνεται ολοένα και πιο εμφανής στην αγορά.
«Ακόμα και το παγωτό θα σκεφτεί να το πάρει», αναφέρει χαρακτηριστικά ο κ. Ιωάννου, θέλοντας να αποτυπώσει με αυτόν τον τρόπο πόσο έχει αλλάξει η καταναλωτική συμπεριφορά.
Ο κ. Ιωάννου μιλά για μια πραγματικότητα που πλέον αποτυπώνεται καθημερινά στα καταστήματα της Πάτρας: ο καταναλωτής δεν αγοράζει απλώς λιγότερα, αλλά σκέφτεται περισσότερο τι πραγματικά χρειάζεται.













