Απόστολος Βανταράκης:
Με μεγάλη χαρά συμμετείχα στο 3rd Synergies Forum on Cancer: Policy, Research & Funding Strategies, στην Αθήνα που οργανώθηκε από τον ΕΛΛΟΚ σήμερα 30-6-2026. Η διαδικτυακή παρέμβασή μου (λόγω της συμμετοχής μου σε σεμινάριο στο Βερολίνο) ήταν στο ερώτημα του συντονιστή “Πώς εξελίσσεται ο ρόλος της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας στην έγκαιρη ανίχνευση κινδύνου και στη διασύνδεση με προγράμματα πρόληψης σε επίπεδο κοινότητας” ήταν η παρακάτω:
“Για δεκαετίες αντιλαμβανόμασταν την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας ως το σημείο όπου ο πολίτης απευθύνεται όταν αρρωσταίνει. Σήμερα, όμως, βιώνουμε μια βαθιά μετατόπιση παραδείγματος: από μια φροντίδα που αντιδρά στη νόσο, σε μια φροντίδα που προβλέπει και προλαμβάνει τον κίνδυνο, πολύ πριν αυτός εκδηλωθεί κλινικά. Και αυτό τοποθετεί την Πρωτοβάθμια Φροντίδα στο επίκεντρο της στρατηγικής μας για τη δημόσια υγεία. Ας σταθούμε πρώτα στην έγκαιρη ανίχνευση κινδύνου. Ο οικογενειακός ιατρός, η νοσηλεύτρια κοινότητας, η ομάδα του ΤΟΜΥ, αποτελούν το πρώτο και συχνά το μοναδικό σημείο επαφής με το σύστημα υγείας για το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού. Αυτή η θέση τους δίνει ένα μοναδικό προνόμιο: τη συνέχεια. Δεν βλέπουν μια μεμονωμένη εξέταση· βλέπουν την πορεία ενός ανθρώπου στον χρόνο, το ιστορικό, τις συνθήκες διαβίωσης, τη συμπεριφορά. Αυτό τους καθιστά το ιδανικό περιβάλλον για τη διαστρωμάτωση κινδύνου — για να εντοπίσουμε ποιος είναι ευάλωτος στον διαβήτη, στην καρδιαγγειακή νόσο, στον καρκίνο, και να παρέμβουμε στοχευμένα. Ο ρόλος αυτός σήμερα ψηφιοποιείται, γίνεται πιο συστηματικός — η ανίχνευση παύει να είναι ευκαιριακή και γίνεται οργανωμένη — και πιο ολιστικός, ενσωματώνοντας τους κοινωνικούς προσδιοριστές της υγείας. Γιατί ο κίνδυνος δεν κατανέμεται ισότιμα. Η ανίχνευση, όμως, από μόνη της δεν έχει αξία αν δεν οδηγεί κάπου. Γι’ αυτό ο πιο ουσιαστικός ρόλος της σύγχρονης Πρωτοβάθμιας Φροντίδας είναι η διασύνδεση — η λειτουργία της ως «κόμβου» που γεφυρώνει τον μεμονωμένο πολίτη με τα οργανωμένα προγράμματα πρόληψης στην κοινότητα. Ο οικογενειακός ιατρός γίνεται «πλοηγός»: αυτός που προσκαλεί ενεργά, που πείθει τον διστακτικό, που φροντίζει ώστε ένα θετικό εύρημα να μη χαθεί στο κενό μεταξύ των βαθμίδων του συστήματος. Χωρίς αυτή τη γέφυρα, τα καλύτερα προγράμματα φτάνουν μόνο σε όσους έχουν ήδη τη γνώση και τους πόρους να τα αναζητήσουν — διευρύνοντας, αντί να μειώνουν, τις ανισότητες.
Πού βρίσκεται η Ελλάδα; Με ειλικρίνεια, για τα φώτα και τις σκιές. Από τη θετική πλευρά, έγινε ένα ιστορικό βήμα: με το Εθνικό Πρόγραμμα «ΠΡΟΛΑΜΒΑΝΩ» η χώρα απέκτησε, για πρώτη φορά, οργανωμένη και συστηματική πρόληψη σε εθνική κλίμακα. Το πρόγραμμα «Φώφη Γεννηματά» προσφέρει δωρεάν έλεγχο για τον καρκίνο του μαστού σε γυναίκες 45–74 ετών, ενώ προστέθηκαν προγράμματα για τον τράχηλο, το παχύ έντερο και την εκτίμηση καρδιαγγειακού κινδύνου. Όλα στηρίζονται σε εντυπωσιακή ψηφιακή υποδομή — προσκλήσεις μέσω SMS, άυλη συνταγογράφηση, αξιοποίηση του ΑΜΚΑ — που επιτρέπει την ενεργό, μαζική πρόσκληση αντί της παθητικής αναμονής. Παράλληλα, οι θεσμοί του Προσωπικού Ιατρού και των ΤΟΜΥ δημιουργούν την αρχιτεκτονική μιας Πρωτοβάθμιας Φροντίδας προσανατολισμένης στην πρόληψη.
Οφείλουμε όμως να μιλήσουμε και για τις σκιές. Η συμμετοχή παραμένει συχνά χαμηλότερη από τους στόχους — η εθνική φιλοδοξία είναι να φτάσουμε στο 70% έως το 2030. Η ψηφιακή πρόσκληση, όσο κομψή κι αν είναι, αφήνει εκτός όσους δεν τη διαβάζουν ή δεν την εμπιστεύονται: ηλικιωμένους, κατοίκους απομακρυσμένων περιοχών, ευάλωτες ομάδες — ακριβώς εκείνους που την έχουν περισσότερο ανάγκη. Οι γεωγραφικές ανισότητες παραμένουν οξείες· σε αυτές προστίθενται η έλλειψη και η άνιση κατανομή οικογενειακών ιατρών, η μη πλήρης εγγραφή στον Προσωπικό Ιατρό, και ο διαχρονικός κατακερματισμός μεταξύ Πρωτοβάθμιας και νοσοκομειακής φροντίδας. Με λίγα λόγια: χτίσαμε τον μηχανισμό της πρόσκλησης· δεν ολοκληρώσαμε ακόμη τον μηχανισμό της διασύνδεσης και της ισότιμης πρόσβασης.
Και εδώ η ευρωπαϊκή διάσταση γίνεται πολύτιμη. Η Κοινή Δράση EUCanScreen είναι η βασική ευρωπαϊκή πρωτοβουλία που στηρίζει την εφαρμογή της Σύστασης του Συμβουλίου του 2022, στο πλαίσιο του EU4Health και του Ευρωπαϊκού Σχεδίου για την Καταπολέμηση του Καρκίνου. Χρηματοδοτείται με 31 εκατομμύρια ευρώ και υλοποιείται από τον Ιούνιο του 2024 έως τον Μάιο του 2028, με στόχο τη βιώσιμη εφαρμογή υψηλής ποιότητας ελέγχου για μαστό, τράχηλο και παχύ έντερο, και την προετοιμασία για πνεύμονα, προστάτη και στομάχι. Το ουσιώδες για εμάς: η EUCanScreen δεν εστιάζει μόνο στην τεχνική του ελέγχου, αλλά στη διακυβέρνηση, στη διασφάλιση ποιότητας, στα συγκρίσιμα δεδομένα και, κυρίως, στον εντοπισμό και την άρση των εμποδίων πρόσβασης. Δηλαδή, απαντά ακριβώς στις αδυναμίες που περιέγραψα για τη χώρα μας — και είναι ενθαρρυντικό ότι η Ελλάδα συμμετέχει ενεργά, αντλώντας κοινή μεθοδολογία, δείκτες και εμπειρία από όλη την Ευρώπη.
Κλείνοντας: η Πρωτοβάθμια Φροντίδα του μέλλοντος δεν θα κρίνεται μόνο από το πόσο καλά θεραπεύει, αλλά από το πόσο έγκαιρα ανιχνεύει, πόσο αποτελεσματικά διασυνδέει και πόσο δίκαια κατανέμει την πρόληψη.
Η Ελλάδα έκανε το δύσκολο πρώτο βήμα. Το επόμενο, και κρισιμότερο, είναι να μετατρέψουμε την πρόσκληση σε πραγματική, ισότιμη συμμετοχή — και αυτό περνά μέσα από μια ισχυρή, στελεχωμένη και συνδεδεμένη Πρωτοβάθμια Φροντίδα”.
Το τελικό πρόγραμμα του Forum, είναι διαθέσιμο και στην ιστοσελίδα του Forum.



