Φλέγεται για 17η μέρα η Μέση Ανατολή. ΗΠΑ και Ισραήλ, εξακολουθούν να σφυροκοπούν το Ιράν, που χαρακτηρίζει οικοκτονία τις επιθέσεις σε πετρελαϊκές του εγκαταστάσεις. Οι ιρανικές αντεπιθέσεις, επίσης συνεχίζονται με αναφορές για ζημιές σε ισραηλινές πόλεις, ενώ φωτιά ξέσπασε κοντά στο διεθνές αεροδρόμιο του Ντουμπάι, μετά από «περιστατικό με drone».
«Η Τεχεράνη δεν είναι ακόμη έτοιμη να τερματίσει τον πόλεμο», υποστηρίζει ο Τραμπ, που απαιτεί από τους συμμάχους του ΝΑΤΟ να συνδράμουν στην επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ. Το Ισραήλ εξαπολύει νέες επιθέσεις στον Λίβανο, ενώ συγκεντρώνει άρματα μάχης και στρατιώτες στα σύνορα.
Η επόμενη μέρα του πολέμου ανάμεσα σε ΗΠΑ – Ισραήλ και Ιράν δεν θα θυμίζει το τέλος μιας κλασικής αναμέτρησης. Δεν θα είναι μια καθαρή γραμμή ανάμεσα σε σύγκρουση και ειρήνη. Θα είναι, πολύ περισσότερο, η αρχή μιας νέας φάσης. Μιας περιόδου κατά την οποία η άμεση αντιπαράθεση μπορεί να περιοριστεί σε ένταση, αλλά η περιφερειακή αποσταθεροποίηση θα βαθύνει. Και αυτό είναι ίσως το πιο κρίσιμο στοιχείο της στιγμής ή, για την ακρίβεια, του νέου κεφαλαίου για την ευρύτερη περιοχή, αλλά όχι μόνο.
Η Μέση Ανατολή δεν βρίσκεται απλώς μπροστά σε έναν πόλεμο, αλλά σε μια νέα αρχιτεκτονική κρίσης. Το βασικό συμπέρασμα είναι σκληρό αλλά μάλλον καθαρό. Καμία πλευρά δεν μπαίνει στην επόμενη μέρα με εξασφαλισμένη στρατηγική νίκη. Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ διαθέτουν συντριπτική στρατιωτική ισχύ, αεροπορική και τεχνολογική υπεροχή, με δυνατότητα βαθιών πληγμάτων. Μπορούν να καταστρέψουν υποδομές, να πλήξουν κέντρα διοίκησης, να περιορίσουν πυραυλικές δυνατότητες και να προκαλέσουν σοβαρή φθορά στην ιρανική στρατιωτική μηχανή. Δεν μπορούν όμως εύκολα να επιβάλουν πολιτικό αποτέλεσμα στην Τεχεράνη χωρίς μια πολύ πιο μακρά και πολύ πιο ακριβή σύγκρουση.
Από την άλλη πλευρά, το Ιράν δεν μπορεί να κερδίσει έναν συμβατικό πόλεμο με όρους ανοιχτής αναμέτρησης απέναντι στις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Μπορεί όμως να πετύχει κάτι άλλο, που στην πράξη είναι εξίσου σημαντικό: να μετατρέψει τη στρατιωτική πίεση που δέχεται σε πολλαπλασιασμένο κόστος για τους αντιπάλους του. Να χτυπήσει έμμεσα. Να φθείρει. Να δια σπείρει την κρίση. Να μεταφέρει το βάρος από τα πεδία των αεροπορικών επιδρομών στις θάλασσες, στις αγορές ενέργειας, στις αμερικανικές βάσεις, στους συμμάχους της Ουάσινγκτον στον Κόλπο και στο εσωτερικό μέτωπο του Ισραήλ.
📍 ⏳ Δείτε και άλλες ειδήσεις για ΗΠΑ
Εκεί ακριβώς βρίσκεται η ουσία της ιρανικής στρατηγικής. Η Τεχεράνη δεν χρειάζεται να νικήσει με όρους κλασικού πολέμου. Χρειάζεται να πείσει ότι δεν ηττάται καθαρά. Χρειάζεται να επιβιώσει πολιτικά, να διατηρήσει επαρκή δομή διοίκησης, να κρατήσει ενεργά περιφερειακά εργαλεία πίεσης και να δείξει ότι μπορεί να επαναφέρει το κόστος ξανά και ξανά. Αν το καταφέρει, τότε θα έχει αποτρέψει τον βασικό στόχο των αντιπάλων της, που δεν είναι μόνο η στρατιωτική της αποδυνάμωση, αλλά και η στρατηγική της κάμψη.
Το πιθανότερο σενάριο για την επόμενη μέρα είναι μια μορφή ατελούς αποκλιμάκωσης. Δηλαδή λιγότερα ευθέα, μαζικά χτυπήματα μεταξύ Ιράν και Ισραήλ, αλλά περισσότερη έμμεση σύγκρουση. Περισσότερες επιθέσεις διά αντιπροσώπων, περισσότερες επιχειρήσεις παρενόχλησης στη θάλασσα, περισσότερα κυβερνοχτυπήματα, περισσότερες στοχευμένες πιέσεις σε κρίσιμες υποδομές και μεγαλύτερη προσπάθεια να διαχυθεί ο πόλεμος χωρίς να αναληφθεί πλήρως η ευθύνη του. Αυτό είναι το σενάριο που βολεύει περισσότερο την Τεχεράνη, αλλά σε σημαντικό βαθμό και την Ουάσινγκτον. Το Ιράν γιατί αγοράζει χρόνο. Οι ΗΠΑ γιατί αποφεύγουν να μετατραπούν σε δύναμη κατοχής ενός νέου μεσανατολικού μετώπου.
Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο σενάριο. Μια σύντομη αλλά βίαιη κλιμάκωση πριν από μια νέα ισορροπία φόβου. Σε αυτή την εκδοχή, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ επιλέγουν να ανεβάσουν απότομα την πίεση με στόχο να καταστρέψουν κρίσιμες ιρανικές δυνατότητες και να επιβάλουν ένα νέο πλαίσιο αποτροπής. Το Ιράν απαντά όχι με συμμετρικό τρόπο, αλλά με επέκταση της ασύμμετρης πίεσης. Χτυπά τη ναυτιλία. Ενθαρρύνει επιθέσεις από ιρακινές πολιτοφυλακές. Αυξάνει την ένταση μέσω της Υεμένης. Δοκιμάζει αντοχές στον Κόλπο. Και πάνω απ’ όλα, προσπαθεί να δείξει ότι κάθε επιπλέον πλήγμα εναντίον του θα μεταφράζεται σε δυσανάλογο κόστος για την παγκόσμια οικονομία.
Το τρίτο σενάριο είναι το πιο ανησυχητικό. Ενας πόλεμος χωρίς καθαρό τέλος, ένας αγώνας αντοχής στον οποίο η στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ και του Ισραήλ δεν παράγει τελική πολιτική λύση. Αν το ιρανικό καθεστώς παραμείνει λειτουργικό, αν οι γραμμές διοίκησης δεν καταρρεύσουν και ο μηχανισμός περιφερειακής πίεσης επιβιώσει, τότε η σύγκρουση μπορεί να περάσει σε μια μακρά γκρίζα ζώνη. Εκεί όπου ο πόλεμος δεν τελειώνει, απλώς αλλάζει μορφή. Και αυτή είναι συχνά η πιο επικίνδυνη μορφή του.
Για το Ισραήλ, το μεγάλο ζήτημα δεν είναι μόνο η στρατιωτική ισχύς, αλλά και η αντοχή του εσωτερικού του μετώπου. Το ισραηλινό κράτος έχει αποδείξει επανειλημμένα ότι μπορεί να κινητοποιείται γρήγορα, να συντονίζει πολλαπλά επίπεδα άμυνας και να απορροφά τα πρώτα κύματα μιας κρίσης. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να το κάνει επί μήνες, με διαρκή ένταση από διαφορετικές κατευθύνσεις. Αν δηλαδή μπορεί να κρατά ανοιχτό το αντιπυραυλικό του πλέγμα, να στηρίζει μαζική κινητοποίηση εφέδρων, να διατηρεί επιχειρησιακή ετοιμότητα στον Βορρά και στον Νότο και να αντέχει ταυτόχρονα την οικονομική και ψυχολογική πίεση μιας παρατεταμένης ανασφάλειας. Εκεί ακριβώς εισέρχεται το βόρειο μέτωπο.
Το μέτωπο Ισραήλ – Χεζμπολάχ είναι το πιο παραπλανητικό στοιχείο αυτής της κρίσης. Υπάρχει η εντύπωση ότι η Χεζμπολάχ, έχοντας δεχτεί σημαντικά πλήγματα, δεν διαθέτει πια την ίδια επιχειρησιακή βαρύτητα. Αυτό είναι μόνο εν μέρει αλήθεια. Η οργάνωση έχει πράγματι φθαρεί, έχει χάσει στελέχη, έχει υποστεί διαταραχές στη δομή της και λειτουργεί μέσα σε έναν Λίβανο οικονομικά εξαντλημένο και πολιτικά εύθραυστο. Δεν έχει όμως πάψει να αποτελεί σοβαρό στρατηγικό εργαλείο.










