Η Ελλάδα δεν χρειάζεται κάθε φορά έναν νέο τρόπο να μοιράσει την ίδια πίτα. Χρειάζεται ένα σχέδιο για να μεγαλώσει την πίτα – και να τη μοιράσει δικαιότερα.
Στην Ελλάδα, όταν ανοίγει η συζήτηση για την κοινωνική πολιτική, τη δημοσιονομική ισορροπία ή τη δικαιότερη κατανομή των βαρών, πολύ συχνά καταλήγουμε στο ίδιο ερώτημα:
Ποιον θα φορολογήσουμε;
Ποιος έχει περισσότερα; Ποιος μπορεί να πληρώσει λίγο ακόμη; Ποια περιουσία, ποιο εισόδημα ή ποια οικονομική δραστηριότητα μπορεί να αποτελέσει την επόμενη πηγή πρόσθετων εσόδων;
- Χρειαζόμαστε περισσότερα χρήματα; Δημιουργούμε έναν νέο φόρο.
- Χρειαζόμαστε περισσότερα έσοδα; Διευρύνουμε έναν υπάρχοντα.
Και πολλές φορές αλλάζουμε ακόμη και την ονομασία του, προσθέτοντας έναν σκοπό που ακούγεται κοινωνικά δίκαιος ή αναπτυξιακός.
Όμως, όσο κοινωνικά δίκαιος κι αν είναι ο σκοπός μιας νέας φορολογικής παρέμβασης, παραμένει μια μεταφορά πόρων από την ιδιωτική οικονομία προς το κράτος. Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν αυτοί οι πόροι επιστρέφουν στην κοινωνία με τρόπο αποτελεσματικό, δίκαιο και παραγωγικό.
Και, κυρίως, εάν κάθε νέα ανάγκη της χώρας πρέπει να οδηγεί σχεδόν αυτομάτως στην αναζήτηση μιας νέας φορολογικής επιβάρυνσης.
Το περιτύλιγμα αλλάζει. Ο λογαριασμός παραμένει
Μπορεί να τον ονομάσεις φόρο περιουσίας, έκτακτη εισφορά, τέλος, περιβαλλοντικό τέλος, αναπτυξιακή εισφορά ή «περιφερειακό φόρο ανάπτυξης». Η ονομασία έχει ασφαλώς πολιτική σημασία. Για τον πολίτη ή την επιχείρηση που καλείται να τον καταβάλει, όμως, το αποτέλεσμα είναι συγκεκριμένο: ένα ακόμη μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος ή του κεφαλαίου κατευθύνεται προς το κράτος.
Και ανάλογα με το ποια κοινωνική ομάδα επιβαρύνεται, δημιουργείται κάθε φορά μια διαφορετική πολιτική αντίδραση.
Εκείνος που πληρώνει μπορεί να αισθάνεται ότι αδικείται. Εκείνος που δεν πληρώνει μπορεί να θεωρεί ότι αποκαθίσταται μια κοινωνική αδικία επειδή «θα πληρώσει κάποιος άλλος».
Κάπως έτσι, όμως, κινδυνεύουμε να εγκλωβιστούμε σε μια διαρκή συζήτηση για το ποιος θα πληρώσει περισσότερο από τον υπάρχοντα πλούτο, αντί να συζητούμε εξίσου επίμονα για το πώς θα δημιουργήσουμε περισσότερο πλούτο.
Η φορολογία είναι εργαλείο. Δεν είναι αναπτυξιακό σχέδιο
Μια οργανωμένη πολιτεία χρειάζεται φόρους. Χωρίς δημόσια έσοδα δεν υπάρχουν νοσοκομεία, σχολεία, υποδομές, κοινωνική προστασία, ασφάλεια και λειτουργικό κράτος. Η φορολογία αποτελεί επίσης εργαλείο αναδιανομής και δικαιότερης συμμετοχής στα δημόσια βάρη.
Επομένως, το ερώτημα δεν είναι εάν πρέπει να υπάρχει φορολογία.
Το πραγματικό ερώτημα είναι διαφορετικό:
Μπορούμε να χρηματοδοτήσουμε ένα ισχυρότερο κοινωνικό κράτος χωρίς κάθε νέα ανάγκη να μεταφράζεται αυτομάτως σε μια νέα φορολογική επιβάρυνση;
Γιατί η επιβολή ενός φόρου μπορεί να αποτυπωθεί σχετικά εύκολα σε ένα δημοσιονομικό μοντέλο: τόσοι φορολογούμενοι, τόσος συντελεστής, τόσα προσδοκώμενα έσοδα.
Η πραγματική οικονομική πολιτική αρχίζει στο επόμενο και πολύ δυσκολότερο ερώτημα:
Πώς θα αυξήσουμε το ΑΕΠ, την παραγωγικότητα, τις επενδύσεις, τις εξαγωγές, τους πραγματικούς μισθούς και τελικά τη φορολογική βάση, χωρίς να αυξάνουμε συνεχώς τους φορολογικούς συντελεστές;
Το δύσκολο είναι να δημιουργήσεις, όχι να αφαιρέσεις
Είναι σχετικά εύκολο να υπολογίσεις πόσα εκατομμύρια ευρώ προσδοκάς ότι θα αποφέρει μια νέα επιβάρυνση.
Πολύ δυσκολότερο είναι να παρουσιάσεις ένα συγκεκριμένο σχέδιο που θα δημιουργήσει μέσα στα επόμενα πέντε ή δέκα χρόνια νέες παραγωγικές επιχειρήσεις, καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας και περισσότερο διαθέσιμο εισόδημα.
Είναι δυσκολότερο να απαντήσεις:
- Πώς θα μεγαλώσουν οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις;
- Πώς μια μικρή ελληνική επιχείρηση θα γίνει μεσαία και μια μεσαία θα αποκτήσει διεθνή παρουσία;
- Πώς θα συνδέσουμε ουσιαστικά τα πανεπιστήμια και την έρευνα με την παραγωγή;
- Πώς θα κρατήσουμε τους νέους επιστήμονες στη χώρα και θα δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις για να επιστρέψουν όσοι έφυγαν;
- Πώς θα αυξήσουμε την παραγωγικότητα χωρίς να εξαντλήσουμε τον εργαζόμενο;
- Πώς θα κατευθύνουμε περισσότερα κεφάλαια σε παραγωγικές επενδύσεις και όχι μόνο στην κατανάλωση ή στην αξιοποίηση υφιστάμενων περιουσιακών στοιχείων;
- Πώς θα αποκτήσει η ελληνική οικονομία περισσότερη βιομηχανία, τεχνολογία, έρευνα, αγροδιατροφική παραγωγή υψηλής προστιθέμενης αξίας και περισσότερες εξαγωγικές επιχειρήσεις;
Αυτές είναι οι δύσκολες ερωτήσεις. Και εκεί κρίνεται ένα πραγματικό αναπτυξιακό σχέδιο.
Από τις διαπιστώσεις σε ένα μετρήσιμο παραγωγικό σχέδιο
Δεν αρκεί, όμως, να λέμε ότι χρειαζόμαστε ανάπτυξη. Η λέξη «ανάπτυξη» έχει χρησιμοποιηθεί τόσο πολύ στην πολιτική συζήτηση, ώστε χωρίς συγκεκριμένο περιεχόμενο κινδυνεύει να μετατραπεί και αυτή σε σύνθημα.
Χρειάζεται ένα παραγωγικό σχέδιο με συγκεκριμένους και μετρήσιμους στόχους.
Πρώτον, σταθερό φορολογικό και θεσμικό περιβάλλον, ώστε ο εργαζόμενος, ο επαγγελματίας και η επιχείρηση να μπορούν να σχεδιάζουν την επόμενη πενταετία και όχι να περιμένουν κάθε χρόνο τι θα αλλάξει.
Δεύτερον, πραγματική πρόσβαση των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων στη χρηματοδότηση, ώστε η ανάπτυξη να μην αποτελεί προνόμιο μόνο όσων διαθέτουν ήδη επαρκή κεφάλαια ή εύκολη πρόσβαση στον τραπεζικό δανεισμό.
Τρίτον, ισχυρά κίνητρα για επανεπένδυση κερδών, για νέες προσλήψεις, τεχνολογικό εκσυγχρονισμό, έρευνα και ανάπτυξη και εξαγωγική δραστηριότητα.
Τέταρτον, ουσιαστική σύνδεση πανεπιστημίων, ερευνητικών κέντρων και επιχειρήσεων, ώστε η γνώση που παράγεται στη χώρα να μπορεί να μετατρέπεται σε καινοτομία, επιχειρήσεις και καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας.
Πέμπτον, μια σύγχρονη παραγωγική στρατηγική, που θα επενδύει στα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας αλλά παράλληλα θα δημιουργεί νέα: τεχνολογία, βιομηχανία, ενέργεια, αγροδιατροφή υψηλής προστιθέμενης αξίας, logistics, έρευνα και εξαγωγές.
Και όλα αυτά με έναν στόχο που πρέπει να βρίσκεται πάνω από τους οικονομικούς δείκτες:
η ανάπτυξη να μεταφράζεται σε καλύτερη καθημερινότητα και μεγαλύτερο πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα για τον πολίτη.
Η μεσαία τάξη δεν αναπτύσσεται με αναδιανομή της στασιμότητας
Χρειαζόμαστε μια ισχυρή μεσαία τάξη. Όχι μόνο επειδή αποτελεί μεγάλο μέρος της κοινωνίας, αλλά επειδή αποτελεί βασικό πυλώνα κοινωνικής σταθερότητας, κατανάλωσης, αποταμίευσης, επιχειρηματικότητας και επένδυσης.
Μια οικογένεια που μετά το ενοίκιο ή τη δόση, την ενέργεια, το supermarket, τις μετακινήσεις και τις ανάγκες των παιδιών της δεν μπορεί να αποταμιεύσει, δύσκολα αισθάνεται ότι συμμετέχει στην ανάπτυξη.
Ένας ελεύθερος επαγγελματίας που εργάζεται για να καλύπτει φόρους, εισφορές και λειτουργικά έξοδα δύσκολα θα προσλάβει έναν ακόμη εργαζόμενο.
Μια μικρή επιχείρηση που δεν μπορεί να συσσωρεύσει κεφάλαιο δύσκολα θα επενδύσει για να γίνει μεγαλύτερη.
Γι’ αυτό η ανάπτυξη της μεσαίας τάξης δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στην αναδιανομή.
Χρειάζεται πρωτίστως παραγωγή νέου εισοδήματος.
Και χρειάζεται αυτό το νέο εισόδημα να διαχέεται στην κοινωνία μέσα από καλύτερους μισθούς, περισσότερες ευκαιρίες, κοινωνική κινητικότητα και πραγματική δυνατότητα αποταμίευσης και δημιουργίας περιουσίας.
Γιατί ανάπτυξη που αποτυπώνεται στους μακροοικονομικούς δείκτες αλλά δεν γίνεται αντιληπτή στο πορτοφόλι και στη ζωή του πολίτη δεν αρκεί για να δημιουργήσει κοινωνική πρόοδο.
Κοινωνικό κράτος χωρίς ισχυρή οικονομία δεν μπορεί να είναι διαρκώς ισχυρό
Υπάρχει και μια δεύτερη πλευρά που συχνά παραβλέπουμε.
Όσο ισχυρότερο κοινωνικό κράτος θέλουμε – και δικαίως το θέλουμε – τόσο ισχυρότερη παραγωγική οικονομία χρειαζόμαστε για να το χρηματοδοτήσουμε.
Η κοινωνική πολιτική δεν βρίσκεται απέναντι στην ανάπτυξη.
Η βιώσιμη κοινωνική πολιτική προϋποθέτει βιώσιμη ανάπτυξη.
Μια οικονομία που δημιουργεί περισσότερες επιχειρήσεις, περισσότερες θέσεις εργασίας και υψηλότερα εισοδήματα μπορεί να δημιουργεί ταυτόχρονα περισσότερα δημόσια έσοδα.
Όχι απαραίτητα επειδή το κράτος αύξησε τον φόρο στον καθένα, αλλά επειδή αυξήθηκαν η οικονομική δραστηριότητα, η απασχόληση, οι επενδύσεις, οι εξαγωγές και η παραγόμενη προστιθέμενη αξία.
Αυτή είναι ίσως η πιο υγιής και βιώσιμη μορφή αύξησης των δημόσιων εσόδων.
Να περάσουμε από το «ποιος θα πληρώσει» στο «πώς θα παράγουμε περισσότερο»
Η Ελλάδα χρειάζεται κοινωνική δικαιοσύνη.
Χρειάζεται αποτελεσματική φορολογία, πραγματική καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και δίκαιη συμμετοχή όλων στα δημόσια βάρη ανάλογα με τις δυνατότητές τους.
Χρειάζεται, όμως, κάτι ακόμη πιο δύσκολο:
μια εθνική συζήτηση για τη δημιουργία πλούτου και για το πώς αυτός ο πλούτος θα μετατρέπεται σε κοινωνική ευημερία.
Να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε την οικονομία σαν μια πίτα συγκεκριμένου μεγέθους, για την οποία κάθε πολιτική δύναμη πρέπει απλώς να αποφασίσει ποιος δικαιούται μεγαλύτερο κομμάτι και ποιος πρέπει να δώσει λίγο από το δικό του.
Γιατί αν η πίτα παραμένει μικρή, η σύγκρουση για τη μοιρασιά της θα γίνεται διαρκώς μεγαλύτερη.
Η πραγματική πρόκληση είναι να τη μεγαλώσουμε – και να φροντίσουμε η ανάπτυξή της να ωφελεί όσο το δυνατόν περισσότερους.
Η μεγάλη διαφορά βρίσκεται στις προτάσεις
Η πολιτική χρειάζεται ιδέες που μπορούν να μετρηθούν.
- Όχι μόνο συνθήματα.
- Όχι μόνο νέες ονομασίες φόρων.
- Όχι μόνο εξαγγελίες για το ποιος θα πληρώσει περισσότερο και ποιος λιγότερο.
Χρειάζεται συγκεκριμένους στόχους: πόσες νέες επιχειρήσεις θέλουμε να δημιουργηθούν, πόσες μικρές επιχειρήσεις να γίνουν μεσαίες, πόσες νέες καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας να προκύψουν, πόσο να αυξηθούν οι επενδύσεις και οι εξαγωγές, πόσο να αυξηθεί η παραγωγικότητα και – κυρίως – πόσο να αυξηθεί το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών.
Και μετά να μετράμε το αποτέλεσμα.
Γιατί τελικά το δύσκολο στην οικονομική πολιτική δεν είναι να βρεις ποιον θα φορολογήσεις.
Το δύσκολο είναι να δημιουργήσεις τις συνθήκες ώστε ένας εργαζόμενος να κερδίζει περισσότερα, μια οικογένεια να μπορεί ξανά να αποταμιεύει, ένας νέος να μπορεί να σχεδιάζει τη ζωή του χωρίς να θεωρεί αυτονόητη τη φυγή στο εξωτερικό, μια μικρή επιχείρηση να μπορεί να γίνει μεγαλύτερη και μια οικονομία να παράγει περισσότερο.
Και τότε μπορείς να έχεις περισσότερα δημόσια έσοδα, ισχυρότερο κοινωνικό κράτος και δικαιότερη αναδιανομή, χωρίς η πρώτη σκέψη κάθε φορά που χρειαζόμαστε χρήματα να είναι ένας ακόμη φόρος.
Αυτή είναι η συζήτηση που αξίζει να κάνουμε.
Όχι μόνο ποιος θα πληρώσει περισσότερο και ποιος λιγότερο, αλλά πώς θα δημιουργήσουμε μια Ελλάδα που παράγει περισσότερο, δημιουργεί καλές θέσεις εργασίας, δίνει ευκαιρίες στους νέους της και μετατρέπει την οικονομική ανάπτυξη σε κοινωνική πρόοδο.
Γιατί το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι απλώς να μοιράσουμε δικαιότερα τον υπάρχοντα πλούτο.
Είναι να δημιουργήσουμε περισσότερο πλούτο και να διασφαλίσουμε ότι το όφελος από αυτόν φτάνει σε περισσότερους.
Μια Ελλάδα που δημιουργεί πλούτο, ανοίγει δρόμους για τη νέα γενιά και μετατρέπει την οικονομική πρόοδο σε καλύτερη ζωή για τους πολίτες.
Θέμης Μπάκας
πολιτευτής Αχαΐας






