Δώδεκα χρόνια. Πέντε με τον Τσίπρα και επτά με τον Μητσοτάκη.
Δύο κυβερνήσεις που δεν θα μπορούσαν να φαίνονται πιο διαφορετικές στη ρητορική και δεν θα μπορούσαν να είναι πιο όμοιες στα αποτελέσματα. Η μία ήρθε στην εξουσία με το σύνθημα της ρήξης με τους δανειστές, υπέγραψε το πιο σκληρό μνημόνιο και παρέδωσε τα δημόσια περιουσιακά στοιχεία στο Υπερταμείο — αυτό που ο ίδιος ο Τσίπρας είχε χαρακτηρίσει εθνική προδοσία πριν καθίσει στο Μαξίμου. Η άλλη μίλησε για καθαρά χέρια και παρέδωσε τις παρακολουθήσεις. Και στο μεταξύ, η Ελλάδα έμεινε στάσιμη, οι μισθοί δεν ακολούθησαν την ακρίβεια, τα νοικοκυριά στριμώχτηκαν, και η αίσθηση ότι κανείς δεν σε εκπροσωπεί πραγματικά έγινε η κυρίαρχη πολιτική συνθήκη της εποχής.
Σε αυτό το κλίμα, η κυβέρνηση επιλέγει να παίξει το μόνο χαρτί που της έχει απομείνει: τον εκφοβισμό. «Ποιος θα σηκώσει στις 3 η ώρα το τηλέφωνο;» ρωτά ο Πρωθυπουργός, σαν η διακυβέρνηση να είναι προσωπικό του προνόμιο και όχι δημόσια ευθύνη. Δεν το είπε αυτό ο Καραμανλής. Δεν το είπε ο Παπανδρέου. Το λέει ένας Πρωθυπουργός που έχει εξαντλήσει τα επιχειρήματά του και καταφεύγει στην αλαζονεία ως τελευταίο άσυλο. Το αφήγημα «Μητσοτάκης ή χάος» δεν κατέρρευσε από την αντιπολίτευση — κατέρρευσε από την ίδια την πραγματικότητα που παρήγαγε η κυβέρνησή του.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν παίζει αυτό το παιχνίδι. Απαντά στην ακρίβεια με συγκεκριμένες προτάσεις: έλεγχος στην αγορά, τσουχτερά πρόστιμα στα καρτέλ και τα ολιγοπώλια, μειωμένος ΦΠΑ στα βασικά αγαθά. Η Κύπρος το έκανε. Άλλες ευρωπαϊκές χώρες το έκαναν. Η Ελλάδα δεν το κάνει όχι γιατί δεν μπορεί, αλλά γιατί δεν θέλει — γιατί τα συμφέροντα που πλουτίζουν στις πλάτες των νοικοκυριών έχουν διεύθυνση, και αυτή η διεύθυνση γνωρίζει πολύ καλά πού να χτυπά την πόρτα.
Αυτή είναι η ουσιαστική διαφορά μεταξύ ενός «επιτελικού διευθυντηρίου» που υπηρετεί τους λίγους και ενός κράτους που βάζει κανόνες για όλους. Το ΠΑΣΟΚ δεν μιλά για αδύναμο κράτος που αφήνει τους ισχυρούς να κάνουν ό,τι θέλουν. Μιλά για ισχυρό κράτος με διαφάνεια, λογοδοσία και εκσυγχρονισμό — για μια χώρα που θα λειτουργεί με τους κανόνες που εφαρμόζει η υπόλοιπη Ευρώπη και που εδώ εξακολουθούν να μοιάζουν με πολυτέλεια.
Η απογοήτευση των πολιτών είναι κατανοητή και δικαιολογημένη. Όποιος έχει ζήσει τα τελευταία δώδεκα χρόνια έχει κάθε λόγο να μην εμπιστεύεται. Αλλά η απογοήτευση δεν είναι πολιτική πρόταση — είναι η πρώτη ύλη που καλλιεργούν όσοι θέλουν τους πολίτες παγωμένους και αδρανείς. Δεν είναι ίδιοι αυτοί που υποσχέθηκαν «κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη» και παρέδωσαν χιλιάδες πλειστηριασμούς με αυτούς που αρνούνται να έχουν αφεντικά και να εξυπηρετούν συμφέροντα άλλα από αυτά του ελληνικού λαού. Το ΠΑΣΟΚ δεν έχει νταβατζήδες. Δεν έχει εξαρτήσεις. Και αυτό, στην Ελλάδα του 2024, δεν είναι αυτονόητο.
Η Ελλάδα μπορεί να γίνει μια κανονική ευρωπαϊκή χώρα. Όχι αύριο, όχι με μαγικές λύσεις, αλλά με δουλειά, με σχέδιο και με ηγεσία που δεν φοβάται να συγκρουστεί με τα συμφέροντα όταν χρειαστεί. Η αλαζονεία, η διαφθορά, η ατιμωρησία δεν είναι μοίρα — είναι επιλογές που γίνονται από συγκεκριμένους ανθρώπους για συγκεκριμένους λόγους. Και οι επιλογές αλλάζουν όταν αλλάζει η εξουσία. Το ερώτημα είναι αν θα αφήσουμε αυτή την ευκαιρία να πάει χαμένη για άλλη μια φορά.
Γιώργος Καρβουνιάρης
Δημοσιογράφος, Αν. Γραμματέας Τομέα Επικοινωνίας ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής


