Ένα εντυπωσιακό εύρημα έφεραν στο φως επιστήμονες, εντοπίζοντας ερυθρά αιμοσφαίρια ηλικίας 115 εκατομμυρίων ετών σε απολίθωμα δεινοσαύρου. Πρόκειται για τα αρχαιότερα κύτταρα αυτού του είδους που έχουν ανακαλυφθεί σε δεινόσαυρο, προσφέροντας νέα δεδομένα για τη μελέτη της βιολογίας και της φυσιολογίας των προϊστορικών ζώων.
Ερυθρά αιμοσφαίρια έχουν εντοπιστεί και στο παρελθόν σε απολιθώματα δεινοσαύρων, μεταξύ άλλων σε οστά ηλικίας 75 εκατομμυρίων ετών που βρέθηκαν στον Καναδά το 2015, καθώς και στο μηριαίο οστό ενός Τυραννόσαυρου ρεξ, ηλικίας 68 εκατομμυρίων ετών, που ανακαλύφθηκε στη Μοντάνα των ΗΠΑ το 2005. Αυτή είναι όμως η πρώτη φορά που εντοπίζονται τόσο παλιά δείγματα αίματος.
Η νέα ανακάλυψη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό PNAS, έγινε από την Κλίτι Γκράις και τους συνεργάτες της στο Πανεπιστήμιο Κέρτιν της Αυστραλίας. Οι ερευνητές εξέτασαν απολιθώματα του δεινοσαύρου Aratasaurus museunacionali, ενός σαρκοφάγου θηριόποδου που βρέθηκε στη Βραζιλία το 2008. Το συγκεκριμένο ζώο δεν είχε φτάσει ακόμη στην πλήρη ανάπτυξή του, καθώς είχε μήκος λίγο μεγαλύτερο από τρία μέτρα και βάρος περίπου 34 κιλά.
Απρόσμενη ανακάλυψη
Τα οστά που εξετάστηκαν δεν παρουσίαζαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον εξωτερικά. «Δεν πρόκειται για απολιθώματα που θα εκτίθεντο σε ένα μουσείο. Κοιτάζοντάς τα, θα πίστευε κανείς ότι δεν έχουν τίποτα σημαντικό να αποκαλύψουν», εξηγεί η Γκράις στο New Scientist.

Curtin University
Ωστόσο, όταν οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν υδροχλωρικό οξύ για να διαλύσουν το πέτρωμα που περιέβαλλε τα απολιθώματα, αποκαλύφθηκαν πολυάριθμα ερυθρά αιμοσφαίρια. Σε ένα παρασκεύασμα πλάτους μόλις 0,2 χιλιοστών εντοπίστηκαν 20 κύτταρα, όλα μέσα σε απολιθωμένα αιμοφόρα αγγεία.
«Πηδούσα από τη χαρά μου. Έτρεξα στο γραφείο του επικεφαλής της σχολής μου και ήμουν τόσο ενθουσιασμένη, ώστε μου έδωσε ένα ουίσκι για να ηρεμήσω», θυμάται η ερευνήτρια, επισημαίνοντας ότι ποτέ προηγουμένως δεν είχαν παρατηρηθεί ερυθρά αιμοσφαίρια δεινοσαύρων σε τόσο υψηλή ανάλυση.
Η χημική ανάλυση αποκάλυψε την παρουσία αίμης Β, συστατικού της αιμοσφαιρίνης που δεσμεύει το οξυγόνο, ενισχύοντας την ταυτοποίηση των κυττάρων. Παράλληλα, οι επιστήμονες απέκλεισαν το ενδεχόμενο επιμόλυνσης από τα περιβάλλοντα ιζήματα, τα οποία περιείχαν κυρίως φύκη. Διαπίστωσαν ότι οι ουσίες εκτός των οστών προέρχονταν από χλωροφύλλη, ενώ στο εσωτερικό τους κυριαρχούσαν μόρια προερχόμενα από την αίμη.

Curtin University
Συγκρίνοντας τα κύτταρα με εκείνα των πτηνών και των κροκοδείλων, των πλησιέστερων ζώντων συγγενών των δεινοσαύρων, διαπίστωσαν ότι ήταν σημαντικά μεγαλύτερα. Αυτό ενδέχεται να οφείλεται σε διόγκωση κατά την απολίθωση ή στο γεγονός ότι το συγκεκριμένο είδος αποκτούσε πολύ μεγαλύτερο μέγεθος στην ενηλικίωση.
Σύμφωνα με την Γκράις, η ανακάλυψη υποδηλώνει ότι χιλιάδες παραμελημένα απολιθώματα στις συλλογές μουσείων ενδέχεται να κρύβουν πολύτιμες πληροφορίες, οι οποίες μπορούν πλέον να αποκαλυφθούν χάρη στις σύγχρονες μοριακές και αναλυτικές τεχνικές.









