Μια βόλτα στη Βασιλέως Κωνσταντίνο, στο Αίγιο, ξυπνά μνήμες. Η κλασική ζυγαριά, οι εμβολιασμοί και το άγχος της μάνας για το αν το μωρό… «έβαλε βάρος».
Για όσους μεγάλωσαν στο Αίγιο τις περασμένες δεκαετίες, μια ματιά στο αριστερό χέρι ανεβαίνοντας την οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου αρκεί για να πλημμυρίσει η καρδιά με αναμνήσεις. Εκεί στέκει, βουβό και εγκαταλειμμένο πια από τον χρόνο και την επίσημη πολιτεία, το παλιό κτίριο του ΠΙΚΠΑ (Πατριωτικό Ίδρυμα Κοινωνικής Πρόνοιας και Αντίληψης).
Μπορεί σήμερα η εικόνα του να προκαλεί θλίψη λόγω της εγκατάλειψης, όμως κάποτε το κτίριο αυτό έσφυζε από ζωή. Ήταν το σημείο αναφοράς για κάθε νέα μητέρα του Αιγίου και των γύρω χωριών. Εκεί μας πήγαιναν οι γονείς μας, κρατώντας στο χέρι το κλασικό, χάρτινο βιβλιάριο υγείας, σε μια εποχή που η δημόσια παιδιατρική φροντίδα είχε το δικό της, μοναδικό «σπίτι».
Η ιεροτελεστία του ζυγίσματος και το «παχουλό» μωρό
Ποιος μπορεί να ξεχάσει τις χαρακτηριστικές εκείνες στιγμές;
Το ζύγισμα: Η τοποθέτηση πάνω στην κλασική, μεταλλική βρετανική ζυγαριά με τα βαρίδια, όπου η νοσοκόμα μετακινούσε τον κέρσορα για να δει αν είμαστε «παχουλά και υγιή μωρά». Το βάρος του παιδιού ήταν τότε το μεγαλύτερο παράσημο για την Αιγιώτισσα μάνα και τη γιαγιά!
Οι εμβολιασμοί: Το κλάμα που αντηχούσε στους διαδρόμους πριν και μετά το τσίμπημα της βελόνας, με τις νοσηλεύτριες να προσπαθούν να μας καλμάρουν με μια καραμέλα ή ένα χάδι.
Οι συμβουλές: Οι πολύτιμες οδηγίες των γιατρών και των επισκεπτριών υγείας για το γάλα, τις πρώτες κρέμες και την ανάπτυξη.
Το ΠΙΚΠΑ δεν ήταν απλά ένα ιατρείο· ήταν μια μεγάλη αγκαλιά, ένας κοινωνικός θεσμός που μεγάλωσε το μισό και πλέον Αίγιο με αγάπη, φροντίδα και απόλυτη ανιδιοτέλεια.
Σήμερα, το κτίριο αυτό αποτελεί ένα ακόμη «κουφάρι» της πόλης που προσπερνάμε βιαστικά. Η εικόνα του μας υπενθυμίζει ότι συχνά ξεχνάμε να προστατεύσουμε τα τοπόσημα που σφράγισαν την ιστορία μας.
Ίσως, όμως, αυτή η νοσταλγική υπενθύμιση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να αποτελέσει το έναυσμα ώστε να σκεφτούν οι αρμόδιοι μια μελλοντική αξιοποίηση του χώρου, μετατρέποντάς τον ίσως σε έναν χώρο πολιτισμού ή κοινωνικής μέριμνας, κρατώντας ζωντανή την προσφορά του στον τόπο.






