Τρεισήμισι χρόνια μετά το ανείπωτο έγκλημα στα Τέμπη, η εικόνα της Μαρίας Ντόλκα, μητέρας της 18χρονης Αναστασίας Παπαγγελή, από τα Καλάβρυτα να στέκεται στις δικαστικές αίθουσες και να διεκδικεί τα αυτονόητα –την ολόκληρη αλήθεια, τη διερεύνηση και τη λογοδοσία– δεν προκαλεί απλώς συγκίνηση. Προκαλεί βαθιά ντροπή για μια Πολιτεία που εξακολουθεί να δοκιμάζει την αντοχή και την αξιοπρέπεια των οικογενειών των θυμάτων.
Η διαρκής αναζήτηση δικαίωσης φέρνει ξανά στο προσκήνιο τα κρίσιμα ερωτήματα που άφησε πίσω της η τραγωδία: από τις καθυστερήσεις στην υλοποίηση της σύμβασης 717 και τις προειδοποιήσεις που αγνοήθηκαν, μέχρι την αλλοίωση του χώρου και τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες που άφησαν πίσω τους περισσότερη δυσπιστία παρά απαντήσεις.
Το πολιτικό και κοινωνικό «καθρέφτισμα»
Πέρα από τις θεσμικές ευθύνες, η υπόθεση των Τεμπών γεννά ένα βαρύτατο ερώτημα για την ίδια την κοινωνία και τα κριτήρια επιλογής των πολιτικών εκπροσώπων. Το γεγονός ότι πρόσωπα που συνδέθηκαν με πολιτικές ευθύνες επανεξέλεγησαν θριαμβευτικά στις περιφέρειές τους αναδεικνύει μια στρεβλή σχέση πολιτών και πολιτικού συστήματος.
Όπως επισημαίνεται, η Δημοκρατία δεν εξαντλείται στην ελευθερία της κάλπης, αλλά απαιτεί διαρκή έλεγχο, μηδενική ανοχή στα λάθη που στοιχίζουν ανθρώπινες ζωές και την απαίτηση για ίση αυστηρότητα απέναντι σε όλους, ανεξαρτήτως κομματικής ταυτότητας.
Οι 57 ψυχές των Τεμπών δεν ήταν αριθμοί, ούτε η μνήμη τους προσφέρεται για κομματικές αντιπαραθέσεις.
Αυτό που απαιτείται είναι μια κοινωνία που δεν θα συνηθίσει ποτέ το αδιανόητο και δεν θα θεωρήσει ποτέ «φυσιολογικό» μια μάνα να αγωνίζεται χρόνια για να μάθει γιατί το παιδί της δεν γύρισε ποτέ.









