Η ενεργειακή ακρίβεια, το κόστος θέρμανσης και οι τιμές των καυσίμων εξακολουθούν να επιβαρύνουν τον οικογενειακό προϋπολογισμό, επαναφέροντας στο προσκήνιο τη συζήτηση για την αποτελεσματικότητα των μέτρων στήριξης και την ανάγκη πρόσθετων παρεμβάσεων.
Το ερώτημα δεν αφορά μόνο το ύψος της επιδότησης στο πετρέλαιο θέρμανσης, αλλά και το συνολικό κόστος ενέργειας, τη φορολογία των καυσίμων, τις τιμές στην αγορά και τις μακροπρόθεσμες επιλογές της ενεργειακής πολιτικής.
Στο πλαίσιο αυτό, οι προσεγγίσεις που καταθέτουν ο Θανάσης Γιανναδάκης από το ΠΑΣΟΚ, ο Γιώργος Παππάς, αναπληρωτής τομεάρχης Οικονομικών της ΕΛΑΣ, και ο Δημήτρης Γ. Παλούμπης, πολιτικός επιστήμονας και πολιτευτής Αχαΐας με την Ελληνική Λύση, αναδεικνύουν διαφορετικές πτυχές του προβλήματος.
Από την απεξάρτηση από τους υδρογονάνθρακες και την ενίσχυση εναλλακτικών λύσεων θέρμανσης έως τη μείωση των φόρων και την έκτακτη φορολόγηση των κερδών των διυλιστηρίων, κοινός παρονομαστής είναι η ανάγκη να περιοριστεί η οικονομική πίεση στα νοικοκυριά.
«Απεξάρτηση από τους υδρογονάνθρακες και
παρέμβαση στη φορολογία των καυσίμων»

Ο Θανάσης Γιανναδάκης δίνει έμφαση στη μακροπρόθεσμη αλλαγή του ενεργειακού μείγματος, υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα πρέπει να περιορίσει σταδιακά την εξάρτησή της από τους υδρογονάνθρακες και να ενισχύσει εναλλακτικές μορφές κάλυψης των ενεργειακών αναγκών.
Στο πλαίσιο αυτό, προτείνει μεγαλύτερη αξιοποίηση της ηλεκτρικής ενέργειας για τη θέρμανση των κατοικιών, μέσω κλιματιστικών με τεχνολογία αντλίας θερμότητας.
Όπως επισημαίνει, η λύση αυτή μπορεί να αποδειχθεί οικονομικότερη, υπό την προϋπόθεση ότι τα νοικοκυριά διαθέτουν κατάλληλο και σταθερό τιμολόγιο ηλεκτρικής ενέργειας. Διαφορετικά, η αυξημένη κατανάλωση ρεύματος μπορεί να περιορίσει το οικονομικό όφελος.
Η πρότασή του συνδέεται με την ανάγκη οι επιλογές θέρμανσης να εξετάζονται συνολικά, λαμβάνοντας υπόψη τόσο την αποδοτικότητα των συστημάτων όσο και το πραγματικό κόστος ενέργειας για τον καταναλωτή.
Η βενζίνη και η φορολογική επιβάρυνση
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει ο κ. Γιανναδάκης στη βενζίνη, θεωρώντας ότι η συζήτηση για την ενεργειακή ακρίβεια δεν μπορεί να περιορίζεται στο πετρέλαιο θέρμανσης και κίνησης.
Όπως υποστηρίζει, ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης και ο ΦΠΑ επιβαρύνουν σημαντικά την τελική τιμή της βενζίνης, με αποτέλεσμα οι καταναλωτές να αντιμετωπίζουν αυξημένο κόστος στις καθημερινές μετακινήσεις τους.
Κατά την άποψή του, οι ενισχύσεις μέσω του Fuel Pass δεν αντιμετωπίζουν από μόνες τους το σύνολο του προβλήματος, καθώς δεν μεταβάλλουν άμεσα τη φορολογική επιβάρυνση που ενσωματώνεται στην τιμή του καυσίμου.
Παράλληλα, θέτει ζήτημα για τα πρόσθετα δημόσια έσοδα που μπορεί να προκύπτουν από την αύξηση των τιμών, υποστηρίζοντας ότι απαιτείται συνολικότερη εξέταση της σχέσης μεταξύ φορολογίας, ενεργειακού κόστους και διαθέσιμου εισοδήματος.
Από τα καύσιμα στο κόστος των προϊόντων
Ο Θανάσης Γιανναδάκης επισημαίνει ότι η ενεργειακή ακρίβεια δεν αφορά μόνο τους οδηγούς και τα νοικοκυριά που θερμαίνουν τις κατοικίες τους. Το κόστος των καυσίμων επηρεάζει επίσης τις μεταφορές και, κατ’ επέκταση, την εφοδιαστική αλυσίδα.
Η εξάρτηση των εμπορευματικών μεταφορών από το οδικό δίκτυο καθιστά το πετρέλαιο κίνησης κρίσιμο παράγοντα για το κόστος διακίνησης των προϊόντων.
Η αύξηση του κόστους μεταφοράς μπορεί να μεταφερθεί στις τελικές τιμές των αγαθών, ενισχύοντας την πίεση που ήδη αντιμετωπίζουν οι καταναλωτές από τις καθημερινές δαπάνες.
Ο ίδιος αναφέρεται, παράλληλα, στην ανάγκη να λαμβάνονται υπόψη οι διαφορετικές ανάγκες θέρμανσης ανά περιοχή. Οι κλιματολογικές συνθήκες και το υψόμετρο διαφοροποιούν σημαντικά την κατανάλωση ενέργειας, γεγονός που, σύμφωνα με την προσέγγισή του, πρέπει να συνεκτιμάται κατά τον σχεδιασμό των ενισχύσεων.
Τέσσερις παρεμβάσεις για τη
μείωση των τιμών των καυσίμων

Συγκεκριμένους στόχους για τις τιμές των καυσίμων και τέσσερα εργαλεία παρέμβασης προτείνει ο Γιώργος Παππάς, αναπληρωτής τομεάρχης Οικονομικών της ΕΛΑΣ.
«Τον περσινό χειμώνα, σχεδόν 1 στους 5 Έλληνες δυσκολευόταν να ζεστάνει το σπίτι του, ποσοστό διπλάσιο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έχουμε από τις υψηλότερες τιμές καυσίμων, όχι μόνο στην ΕΕ, αλλά σε όλο τον κόσμο. Η βενζίνη στην Ελλάδα είναι πιο ακριβή από ό,τι είναι στο Μονακό», αναφέρει.
Όπως τονίζει, η αύξηση του ενεργειακού κόστους δεν περιορίζεται στην αντλία των πρατηρίων, αλλά επηρεάζει την παραγωγή, τη μεταφορά και την αποθήκευση των προϊόντων, μεταφέροντας πρόσθετες επιβαρύνσεις στα ράφια των σούπερ μάρκετ.
Ο ίδιος θέτει ως στόχο η τιμή του πετρελαίου θέρμανσης να μην ξεπερνά το 1,40 ευρώ ανά λίτρο και του πετρελαίου κίνησης το 1,80 ευρώ ανά λίτρο, καλώντας την κυβέρνηση να επιλέξει τα μέτρα που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αυτή την κατεύθυνση.
Οι τέσσερις προτάσεις της ΕΛΑΣ, όπως τις παρουσιάζει, είναι:
- Πλαφόν στα περιθώρια κέρδους σε όλη την αλυσίδα, από τα διυλιστήρια έως την αντλία.
- Έκτακτη φορολόγηση των έκτακτων κερδών των διυλιστηρίων.
- Μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στο μισό.
- Μείωση του ΦΠΑ στα καύσιμα στο 13%, κατά το πρότυπο της Ισπανίας.
«Αυτά είναι τα τέσσερα εργαλεία. Ας απαντήσει ποιο ή ποιον συνδυασμό θα χρησιμοποιήσει για τη δραστική μείωση των τιμών», σημειώνει.
Τα υπερκέρδη των διυλιστηρίων στο επίκεντρο
Ο κ. Παππάς δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στην έκτακτη φορολόγηση των κερδών των διυλιστηρίων, υποστηρίζοντας ότι μπορεί να εξασφαλίσει πόρους για τη χρηματοδότηση μέτρων ανακούφισης των καταναλωτών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται, τα κέρδη των δύο ομίλων διύλισης κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026 ανέρχονται σε 1,998 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 1,278 δισ. ευρώ χαρακτηρίζονται έκτακτα κέρδη.
Όπως αναφέρει, το πλαφόν στα περιθώρια κέρδους των διυλιστηρίων δεν συνεπάγεται δημοσιονομική δαπάνη, ενώ η έκτακτη φορολόγηση των υπερκερδών θα μπορούσε να δημιουργήσει έσοδα για πρόσθετες παρεμβάσεις στις τιμές ή για μειώσεις φόρων.
«Όταν υπάρχουν δύο μέτρα που δεν απαιτούν δημοσιονομική δαπάνη, η συζήτηση δεν μπορεί να τελειώνει στο “δεν γίνεται”. Πρέπει να απαντήσει η κυβέρνηση γιατί δεν επιβάλλει πλαφόν κέρδους και στα διυλιστήρια, όπως στα πρατήρια, και γιατί δεν προχωρά στην έκτακτη φορολόγηση των έκτακτων κερδών των διυλιστηρίων», σημειώνει.
Η ευρωπαϊκή διάσταση και η αντιπαράθεση με την κυβέρνηση
Ο αναπληρωτής τομεάρχης Οικονομικών της ΕΛΑΣ επικαλείται τις συζητήσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την επιβολή φόρου στα έκτακτα κέρδη πετρελαϊκών και ενεργειακών εταιρειών.
Σύμφωνα με το υλικό που παραθέτει, έξι χώρες —Γερμανία, Ισπανία, Ιταλία, Πορτογαλία, Πολωνία και Αυστρία— έχουν ζητήσει να εξεταστεί η συγκεκριμένη παρέμβαση. Παράλληλα, επικαλείται το προηγούμενο της έκτακτης εισφοράς που θεσπίστηκε στην ΕΕ το 2022 για τα πλεονάζοντα κέρδη ενεργειακών επιχειρήσεων.
Η ΕΛΑΣ υποστηρίζει ότι η Ελλάδα μπορεί να εξετάσει εθνική έκτακτη εισφορά, εφόσον τηρούνται οι κανόνες του ευρωπαϊκού δικαίου. Στην πρότασή της περιλαμβάνονται εκτιμώμενα καθαρά δημόσια έσοδα από 399 έως 797 εκατ. ευρώ, ανάλογα με τον συντελεστή φορολόγησης.
Ο κ. Παππάς αναφέρεται, επίσης, στην κυβερνητική αντίδραση στις προτάσεις της ΕΛΑΣ, υποστηρίζοντας ότι στις 22 Σεπτεμβρίου το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας τις χαρακτήρισε «εύκολες εξαγγελίες».
«Η ΕΛΑΣ ρωτά γιατί η κυβέρνηση Μητσοτάκη ζητά από την Ευρώπη πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο για την ενεργειακή κρίση, αλλά αρνείται να δημιουργήσει πρόσθετα δημόσια έσοδα φορολογώντας τα νέα υπερκέρδη των διυλιστηρίων. Όταν η ΕΛΑΣ το πρότεινε, το χαρακτήρισε “εύκολη εξαγγελία”. Τώρα που το συζητά η Ευρώπη, τι απαντά;», αναφέρει.
Καταλήγοντας, υποστηρίζει ότι η μη υιοθέτηση των προτάσεων αποτελεί πολιτική επιλογή της κυβέρνησης και όχι αποτέλεσμα έλλειψης διαθέσιμων εργαλείων.
«Το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη εργαλείων. Είναι η πολιτική επιλογή της κυβέρνησης να προστατεύει τα έκτακτα κέρδη αντί να φορολογεί ένα μέρος τους για να ελαφρύνει τους πολίτες».
«Η κυβέρνηση αυξάνει το επίδομα, αλλά δεν διευρύνει τα κριτήρια πρόσβασης. Έτσι, ακόμη και οικογένειες με δύο εργαζόμενους και σχετικά χαμηλές καθαρές αποδοχές μπορεί να μένουν εκτός ενίσχυσης.
Η ΕΛΑΣ, όπως ανέφερα παραπάνω, προτείνει παρέμβαση στις τιμές των καυσίμων, έλεγχο των περιθωρίων κέρδους και φορολόγηση των υπερκερδών, με στόχο το πετρέλαιο θέρμανσης στα 1,40 €/λίτρο.
Το κρίσιμο δεν είναι μόνο πόσο αυξάνεται το επίδομα, αλλά και πόσα νοικοκυριά μπορούν τελικά να το λάβουν».
«Ο πόλεμος δεν μπορεί να αποτελεί
μόνιμη δικαιολογία για την ακρίβεια»

Την ανάγκη να εξετάζονται τα μέτρα για τη θέρμανση μέσα στο συνολικό οικονομικό περιβάλλον υπογραμμίζει ο Δημήτρης Γ. Παλούμπης, πολιτικός επιστήμονας και πολιτευτής Αχαΐας με την Ελληνική Λύση.
«Κάθε μείωση στο κόστος του πετρελαίου θέρμανσης είναι θετική. Ωστόσο, δεν μπορούμε να εξετάζουμε τα νέα κυβερνητικά μέτρα αποκομμένα από τη συνολική οικονομική πραγματικότητα», αναφέρει.
Όπως επισημαίνει, τα νοικοκυριά καλούνται να καλύψουν ταυτόχρονα το κόστος στέγασης, τους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος, τα καύσιμα μετακίνησης, τα τρόφιμα και τις υπόλοιπες καθημερινές ανάγκες.
«Όταν όλα αυτά απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος, ακόμη και μια μείωση στο πετρέλαιο θέρμανσης δεν αρκεί», τονίζει.
Μείωση ΦΠΑ και Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης
Ο κ. Παλούμπης επικαλείται στοιχεία της Eurostat, σύμφωνα με τα οποία το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας σε μονάδες αγοραστικής δύναμης βρίσκεται περίπου 32% κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Με βάση αυτή την εικόνα, ζητά από την κυβέρνηση να προχωρήσει πέρα από τις προσωρινές επιδοτήσεις και να υιοθετήσει μέτρα που θα μειώνουν άμεσα το κόστος ζωής.
Ειδικότερα, προτείνει μείωση του ΦΠΑ στα βασικά αγαθά, μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα και ουσιαστικούς ελέγχους στην αγορά.
Η προσέγγισή του εστιάζει στην ανάγκη η στήριξη των πολιτών να μην εξαντλείται σε έκτακτες οικονομικές ενισχύσεις, αλλά να περιλαμβάνει παρεμβάσεις στις επιβαρύνσεις που επηρεάζουν καθημερινά τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες για τον
πόλεμο και την ενέργεια
Ο πολιτευτής Αχαΐας συνδέει την ενεργειακή επιβάρυνση με τις ευρύτερες ευρωπαϊκές εξελίξεις, αναφερόμενος στον πόλεμο στην Ουκρανία και στην ενεργειακή αποσύνδεση της Ευρώπης από τη Ρωσία.
Όπως υποστηρίζει, οι εξελίξεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ευρωπαϊκή οικονομία και θεωρεί αναγκαία την ανάληψη διπλωματικών πρωτοβουλιών για τον τερματισμό του πολέμου.
Παράλληλα, ζητά μια βιώσιμη ειρηνευτική συμφωνία και επανεξέταση των οικονομικών και ενεργειακών κυρώσεων, με προοπτική την άρση τους στο πλαίσιο της ειρηνευτικής διευθέτησης.
Κλείνοντας, ο Δημήτρης Παλούμπης υπογραμμίζει την ανάγκη συνδυασμού εθνικών και ευρωπαϊκών παρεμβάσεων, σημειώνοντας:
«Ο πόλεμος δεν μπορεί να αποτελεί μόνιμη δικαιολογία για την ακρίβεια στην Ελλάδα. Χρειαζόμαστε εθνική πολιτική που μειώνει το κόστος ζωής και ευρωπαϊκή πολιτική που αντιμετωπίζει τις βαθύτερες αιτίες της ενεργειακής κρίσης».









