Χιλιάδες νεκρά ψάρια έχουν καλύψει σε μεγάλη έκταση τις όχθες της λιμνοθάλασσας της Καλόγριας, δημιουργώντας μια εικόνα που προκαλεί σοκ και ταυτόχρονα ανοίγει μια πολύ μεγαλύτερη συζήτηση για την κατάσταση του υγροτόπου.
Η ακριβής αιτία της μαζικής θανάτωσης δεν έχει ακόμη αποδειχθεί, με τους επιστήμονες να βρίσκονται ήδη στην περιοχή και να πραγματοποιούν ελέγχους.
Το ερώτημα, πλέον, είναι τι συνέβη μέσα στα νερά της λιμνοθάλασσας και εάν η εικόνα αποτελεί ένα ακόμη επεισόδιο ανοξίας ή το αποτέλεσμα ενός σύνθετου συνδυασμού παραγόντων.
Υψηλές θερμοκρασίες, χαμηλή στάθμη νερού, περιορισμένη ανανέωση με τη θάλασσα, ευτροφισμός και γεωργικές απορροές μπαίνουν στο μικροσκόπιο.
Από την πρώτη εικόνα στην επιστημονική αυτοψία

Ο Αντιπεριφερειάρχης Αγροτικής Ανάπτυξης Ανδρέας Φίλιας χαρακτηρίζει στο Patrapress.gr το φαινόμενο γνωστό, καθώς έχει παρατηρηθεί και στο παρελθόν. Ωστόσο, όπως σημειώνει, η συγκεκριμένη έκταση του περιστατικού απαιτεί διερεύνηση.
Ήδη επιστήμονες βρίσκονται στην περιοχή, προκειμένου να εξετάσουν τις συνθήκες που επικρατούν στη λιμνοθάλασσα και να αναζητήσουν τα αίτια της μαζικής θανάτωσης.
Η διαδικασία αυτή είναι κρίσιμη, καθώς η εικόνα των νεκρών ψαριών από μόνη της δεν μπορεί να αποκαλύψει τι συνέβη μέσα στο νερό. Χρειάζονται μετρήσεις και αναλύσεις ώστε να διαπιστωθεί εάν πρόκειται για ένα τυπικό επεισόδιο ανοξίας ή εάν έχουν συνυπάρξει και άλλοι παράγοντες.
Η Περιφέρεια μετά την ολοκλήρωση της επιστημονικής εξέτασης,αναμένεται να συνδράμει τον αρμόδιο Δήμο Δυτικής Αχαΐας στην περισυλλογή των νεκρών ψαριών, ώστε να απομακρυνθούν από τις ακτές.
Το οξυγόνο που μπορεί να «εξαφανίσει» τη ζωή

Ένα από τα βασικά σενάρια που εξετάζονται σε ρηχές λιμνοθάλασσες είναι η λεγόμενη ανοξία, δηλαδή η κατάσταση κατά την οποία το διαθέσιμο οξυγόνο στο νερό μειώνεται δραματικά.
Ο Καθηγητής Περιβαλλοντολόγος του Πανεπιστημίου Πατρών Παναγιώτης Δημόπουλος εξηγεί στο Patrapress.gr ότι οι μαζικές θανατώσεις ψαριών στις μεσογειακές λιμνοθάλασσες συνήθως δεν έχουν μία και μοναδική αιτία.
Αντίθετα, μπορεί να αποτελούν το αποτέλεσμα ενός συνδυασμού παραγόντων: υψηλές θερμοκρασίες, χαμηλή στάθμη νερού, περιορισμένη ανανέωση με τη θάλασσα, αλλαγές στην αλατότητα και ευτροφισμός.
Η Καλόγρια είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη σε τέτοιες μεταβολές λόγω της ρηχότητάς της.
Όπως επισημαίνει ο Δημόπουλος, το μέσο βάθος της λιμνοθάλασσας είναι περίπου μισό μέτρο.
Αυτό σημαίνει ότι κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού η θερμοκρασία του νερού μπορεί να ανεβαίνει σημαντικά. Και όσο αυξάνεται η θερμοκρασία, τόσο μειώνεται η ικανότητα του νερού να συγκρατεί οξυγόνο.
Το αποτέλεσμα μπορεί να γίνει ιδιαίτερα κρίσιμο για τους οργανισμούς που ζουν μέσα στη λιμνοθάλασσα.
Όταν ο ευτροφισμός μετατρέπεται σε παγίδα
Στην εξίσωση προστίθεται ο ευτροφισμός.
Η αυξημένη παρουσία θρεπτικών στοιχείων στο νερό μπορεί να προκαλέσει υπερβολική ανάπτυξη φυκιών και άλλων υδρόβιων οργανισμών.
Αρχικά, η εικόνα μπορεί να μοιάζει με αυξημένη βιολογική δραστηριότητα.
Όταν όμως αυτή η οργανική ύλη πεθαίνει και αποσυντίθεται, η διαδικασία απαιτεί μεγάλες ποσότητες οξυγόνου.
Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: περισσότερη οργανική ύλη, μεγαλύτερη κατανάλωση οξυγόνου και τελικά συνθήκες υποξίας ή ανοξίας.
Σε ένα ρηχό οικοσύστημα, όπου οι θερμοκρασίες είναι υψηλές και η ανανέωση του νερού μπορεί να μην είναι επαρκής, η κατάσταση μπορεί να επιδεινωθεί γρήγορα.
Ο κ. Δημόπουλος επισημαίνει μάλιστα έναν ακόμη παράγοντα που αξίζει να εξεταστεί: τη σύνδεση της λιμνοθάλασσας με τον Λαρισσό ποταμό και την παρουσία στραγγιστικών νερών από γεωργικές εκτάσεις.
Τα θρεπτικά στοιχεία που μεταφέρονται από τις γεωργικές απορροές μπορούν να συμβάλουν στον ευτροφισμό, γεγονός που καθιστά απαραίτητη την εξέταση και αυτής της παραμέτρου.
«Δεν μπορούμε να κάνουμε διάγνωση»

Ο Γιώργος Κανέλλης, μέλος της ΟΙΚΙΠΑ μιλώντας στο Patrapress.gr στέκεται στην ανάγκη να μην υπάρξουν βιαστικά συμπεράσματα στέκεται και ο
Όπως εξηγεί, τέτοια φαινόμενα μπορούν να προκύψουν από ακραίες καιρικές συνθήκες, αλλά και από άλλους παράγοντες, όπως η εισροή ρύπων ή θρεπτικών στοιχείων.
Κεντρικός παράγοντας παραμένει το διαλυμένο οξυγόνο. Όταν αυτό πέσει κάτω από τα επίπεδα που μπορούν να αντέξουν οι υδρόβιοι οργανισμοί, τα πιο ευαίσθητα ψάρια αρχίζουν να πεθαίνουν και, σε περίπτωση μεγάλης πτώσης, μπορεί να ακολουθήσει μαζική θνησιμότητα.
Ο Γ.Κανέλλης συνδέει επίσης το ενδεχόμενο με τον ευτροφισμό, χωρίς όμως να αποδίδει σε αυτόν με βεβαιότητα το συγκεκριμένο περιστατικό.
«Η διάγνωση δεν μπορεί να γίνει από εμάς», είναι ουσιαστικά το μήνυμα της περιβαλλοντικής πλευράς. Η απάντηση πρέπει να προκύψει από τις μετρήσεις και την επιστημονική αξιολόγηση.
Τι πρέπει να μετρηθεί για να βρεθεί η αιτία
Για τον καθηγητή Δημόπουλο, η επιστημονική διερεύνηση πρέπει να είναι συγκεκριμένη και ολοκληρωμένη.
Χρειάζονται επιτόπιες μετρήσεις διαλυμένου οξυγόνου, θερμοκρασίας, αλατότητας, θρεπτικών στοιχείων και φυτοπλαγκτού, αλλά και εργαστηριακές αναλύσεις στα ψάρια.
Μόνο μέσα από αυτά τα δεδομένα θα μπορεί να αποδειχθεί ποιος παράγοντας είχε τον σημαντικότερο ρόλο.
Παράλληλα, ο ίδιος παραπέμπει στους αρμόδιους επιστημονικούς και διαχειριστικούς φορείς, όπως το Ελληνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών και τον Οργανισμό Φυσικού Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής, που έχει αρμοδιότητα για τη διαχείριση των προστατευόμενων οικοσυστημάτων της περιοχής.
Το ζητούμενο δεν είναι μόνο να διαπιστωθεί τι συνέβη αυτή την εβδομάδα, αλλά να καταγραφεί η εξέλιξη των συνθηκών στη λιμνοθάλασσα: τι συμβαίνει με το οξυγόνο, τη θερμοκρασία, την αλατότητα και την ανανέωση του νερού.
Στο κάδρο τις ανθρώπινες παρεμβάσεις

Πιο έντονα τη διάσταση της ανθρώπινης δραστηριότητας αναδεικνύει στο Patrapress.gr ο Κυριάκος Γαλάνης, ο οποίος αναφέρει ότι ενημερώθηκε πως βρίσκονται σε εξέλιξη επιτόπιες έρευνες σε συνεργασία με τον Δήμο και αναμένονται τα αποτελέσματα.
Κατά την εκτίμησή του, σημαντικό ρόλο μπορεί να διαδραματίζουν οι γεωργικές καλλιέργειες που περιβάλλουν τη λιμνοθάλασσα, καθώς και τα λιπάσματα και τα φυτοφάρμακα που, όπως υποστηρίζει, καταλήγουν μέσω των απορροών στο υδάτινο οικοσύστημα.
Ο ίδιος συνδέει την κατάσταση και με τη μορφή ανανέωσης των υδάτων της λιμνοθάλασσας, υποστηρίζοντας ότι η επικοινωνία με τη θάλασσα είναι περιορισμένη και ότι σε περιόδους λειψυδρίας η ανανέωση του νερού δεν είναι επαρκής.
Σύμφωνα με τον κ. Γαλάνη, ο συνδυασμός περιορισμένης ανανέωσης, θρεπτικών φορτίων και αυξημένης υδρόβιας βλάστησης μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερη κατανάλωση οξυγόνου.
Πρόκειται για εκτίμηση και καταγγελία της περιβαλλοντικής πλευράς, η οποία μένει να ελεγχθεί επιστημονικά.
Στο κάδρο και η υδρόβια βλάστηση
Ο κ. Γαλάνης θέτει ακόμη ένα ζήτημα που αφορά την ισορροπία του οικοσυστήματος: τον ρόλο των υδρόβιων πουλιών που τρέφονται με υδρόβια βλάστηση.
Αναφέρεται ειδικότερα στις φαλαρίδες, υποστηρίζοντας ότι η παράνομη θήρευσή τους μπορεί να επηρεάζει αυτή την ισορροπία. Παράλληλα, κάνει αναφορές σε παράνομο κυνήγι και ψάρεμα στην περιοχή, καταγγελίες που επίσης χρήζουν ελέγχου από τις αρμόδιες αρχές και δεν μπορούν να θεωρηθούν αποδεδειγμένες χωρίς στοιχεία.
Η συγκεκριμένη διάσταση ανοίγει ένα ευρύτερο ζήτημα: κατά πόσο οι ανθρώπινες δραστηριότητες γύρω από έναν προστατευόμενο υγρότοπο μπορούν, αθροιστικά, να επιβαρύνουν ένα ήδη ευαίσθητο οικοσύστημα.
Το φαινόμενο έχει ξανασυμβεί
Η σημερινή εικόνα αποκτά μεγαλύτερη σημασία αν εξεταστεί σε βάθος χρόνου.
Ο κ.Δημόπουλος αναφέρει ότι αντίστοιχη μαζική θανάτωση ψαριών είχε καταγραφεί στον Πρόκοπο το 2023, ενώ παρόμοια περιστατικά έχουν παρατηρηθεί και σε άλλες μεσογειακές λιμνοθάλασσες.
Άρα, το ερώτημα δεν είναι μόνο γιατί πέθαναν τώρα τα ψάρια στην Καλόγρια. Είναι εάν οι συγκεκριμένες συνθήκες δημιουργούν ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο, το οποίο ενδέχεται να γίνει συχνότερο όσο αυξάνονται οι θερμοκρασίες και οι περίοδοι ακραίας ζέστης.
Ο Γ.Κανέλλης επισημαίνει ακριβώς αυτή την ανάγκη για συστηματικότερη παρακολούθηση των υδάτινων οικοσυστημάτων, εκτιμώντας ότι η ζωή στη λιμνοθάλασσα μπορεί να ανακάμψει, αλλά η επαναφορά των πληθυσμών των ψαριών θα χρειαστεί χρόνο.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι θα γίνει από εδώ και πέρα
Το περιστατικό στην Καλόγρια δεν είναι απλώς μια εντυπωσιακή εικόνα με χιλιάδες νεκρά ψάρια στις ακτές. Είναι ένα γεγονός που φέρνει στην επιφάνεια τη ευπάθεια των ρηχών λιμνοθαλάσσιων οικοσυστημάτων.
Αν τελικά επιβεβαιωθεί ότι καθοριστικό ρόλο έπαιξαν η υψηλή θερμοκρασία, η χαμηλή στάθμη και η έλλειψη οξυγόνου, τότε θα πρόκειται για ένα φυσικό φαινόμενο που όμως ενδέχεται να εντείνεται από τις νέες κλιματικές συνθήκες.
Αν, αντίθετα, διαπιστωθεί σημαντική συμμετοχή ανθρωπογενών παραγόντων, τότε ανοίγει ένα διαφορετικό κεφάλαιο: τι μέτρα μπορούν να ληφθούν για να περιοριστούν οι πιέσεις στη λιμνοθάλασσα.
Ο Π.Δημόπουλος αναφέρει χαρακτηριστικά ότι, εφόσον αποδειχθεί πως οι γεωργικές απορροές και τα θρεπτικά φορτία συμβάλλουν στο πρόβλημα, υπάρχουν περιθώρια παρέμβασης, όπως ο περιορισμός των φορτίων που καταλήγουν στο οικοσύστημα.
Ο Γ.Κανέλλης, από την πλευρά του, μιλά για ανάγκη εντατικότερης παρακολούθησης και αναζήτησης μέτρων που θα μπορούσαν να μειώσουν την πιθανότητα επανάληψης τέτοιων επεισοδίων, μεταξύ άλλων και με περιορισμό της χρήσης λιπασμάτων στην ευρύτερη περιοχή, εφόσον αυτό τεκμηριωθεί ως παράγοντας.
Η Καλόγρια έχει ήδη στείλει το μήνυμα
Τώρα μένει να φανεί τι θα πουν οι μετρήσεις.
Γιατί πίσω από τις χιλιάδες νεκρά ψάρια δεν υπάρχει μόνο ένα ερώτημα για το τι συνέβη σήμερα. Υπάρχει ένα πολύ μεγαλύτερο: πόσο αντέχει ένα τόσο ευαίσθητο οικοσύστημα στις πιέσεις του καλοκαιριού, της κλιματικής κρίσης και της ανθρώπινης δραστηριότητας – και τι πρέπει να γίνει πριν η εικόνα αυτή πάψει να αποτελεί εξαίρεση και γίνει επαναλαμβανόμενο φαινόμενο.







