Νέο κύμα αντιδράσεων και πολιτικής αντιπαράθεσης προκαλούν οι πρόσφατες δηλώσεις του Πατρινού αναπληρωτή τομεάρχη Οικονομικών της ΕΛΑΣ, Γιώργου Παππά, ο οποίος βρίσκεται στο επίκεντρο της επικαιρότητας εξαιτίας ενός νέου, αυτή τη φορά αριθμητικού, λάθους στον υπολογισμό δημοσιονομικών μέτρων, λίγο μετά τον «θόρυβο» που είχε προκαλέσει η αναφορά του στις τραπεζικές θυρίδες.
Το λάθος στον υπολογισμό για το φοιτητικό επίδομα
Αφορμή για το νέο επίκριτρο στάθηκε η προσπάθεια του κ. Παππά να κοστολογήσει την εξαγγελία για οικονομική ενίσχυση φοιτητών περιφερειακών πανεπιστημίων. Η πρόταση προβλέπει μηνιαίο επίδομα 500 ευρώ για δέκα μήνες τον χρόνο (5.000 ευρώ ετησίως) σε φοιτητές που σπουδάζουν εκτός του τόπου κατοικίας τους.
Με βάση τα δεδομένα που χρησιμοποίησε, για 80.000 δικαιούχους το ετήσιο κόστος ανέρχεται σε 400 εκατ. ευρώ. Ενώ ο αρχικός υπολογισμός ήταν ορθός, στη συνέχεια προέκυψε το σοβαρό αριθμητικό σφάλμα: αντί να πολλαπλασιάσει τα 400 εκατ. ευρώ επί τέσσερα για να υπολογίσει το συνολικό κόστος σε βάθος τετραετίας, ο κ. Παππάς διαίρεσε το ποσό διά τέσσερα.
Ως αποτέλεσμα αυτού του υπολογισμού, κατέληξε εσφαλμένα σε συνολικό κόστος 100 εκατ. ευρώ για τέσσερα χρόνια. Ωστόσο, η πραγματοποίηση της σωστής πράξης αποδεικνύει ότι με σταθερό ετήσιο κόστος 400 εκατ. ευρώ, το συνολικό ποσό για την τετραετία ανέρχεται τελικά σε 1,6 δισ. ευρώ.
Στο προσκήνιο ξανά οι δηλώσεις για τις θυρίδες
Η νέα γκάφα ήρθε να προστεθεί στον πολιτικό «σεισμό» που είχαν προκαλέσει μόλις λίγες ώρες νωρίτερα οι δηλώσεις του ίδιου στελέχους σχετικά με την «πατριωτική εισφορά» και το ενδεχόμενο καταγραφής κοσμημάτων και τιμαλφών σε τραπεζικές θυρίδες. Υποστηρίζοντας ότι η εισφορά αυτή αφορά φόρο καθαρής περιουσίας σε φυσικά πρόσωπα, είχε αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο να συμπεριληφθούν στο περιουσιολόγιο κινητά περιουσιακά στοιχεία, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις και υποχρεώνοντάς τον σε διευκρινίσεις.
Η αλληλουχία αυτών των τοποθετήσεων έχει φέρει εκ νέου τον Γιώργο Παππά στο επίκεντρο της κριτικής, με τα λάθη στους αριθμητικούς υπολογισμούς να προσφέρουν «όπλα» στην πολιτική αντιπαράθεση.






