Δύο ψυχολόγοι για περίπου 2.000 αστυνομικούς και κανένας καρδιολόγος. Αυτή είναι η εικόνα που περιγράφεται για την υγειονομική υποστήριξη των αστυνομικών στη Αχαΐα και την Δυτική Ελλάδα, αναδεικνύοντας ένα σημαντικό ζήτημα που αφορά όχι μόνο τις συνθήκες εργασίας των ένστολων, αλλά και την προστασία της ίδιας της υγείας τους.
Άνθρωποι που καθημερινά βρίσκονται στην πρώτη γραμμή, καλούνται να διαχειριστούν δύσκολα περιστατικά, επικίνδυνες καταστάσεις, ένταση και αυξημένες επαγγελματικές απαιτήσεις, χωρίς να έχουν πάντοτε στη διάθεσή τους την απαραίτητη ιατρική και ψυχολογική υποστήριξη.
Πρόκειται για ένα πρόβλημα που αφορά την καθημερινότητα εκατοντάδων αστυνομικών σε ολόκληρη τη Δυτική Ελλάδα και το οποίο αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν αναλογιστεί κανείς τη φύση του επαγγέλματός τους. Εκείνοι που καλούνται να προστατεύουν την ασφάλεια των πολιτών χρειάζονται και οι ίδιοι ένα οργανωμένο σύστημα φροντίδας, με άμεση πρόσβαση σε γιατρούς και εξειδικευμένους επιστήμονες.
Το ζήτημα αναδεικνύει, μιλώντας στο Patrapress.gr, ο αντιπρόεδρος της Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων Αχαΐας, Δημήτρης Λιούκας, περιγράφοντας τις ελλείψεις που καταγράφονται στις υγειονομικές δομές της Ελληνικής Αστυνομίας και επισημαίνοντας την ανάγκη ουσιαστικής ενίσχυσής τους. Όπως τονίζει, η σημερινή κατάσταση δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες του αστυνομικού προσωπικού, καθώς βασικές ειδικότητες απουσιάζουν, ενώ οι διαθέσιμοι επαγγελματίες υγείας καλούνται να εξυπηρετήσουν μεγάλο αριθμό εργαζομένων.
Ένα ιατρείο με σημαντικά κενά

Σύμφωνα με τον κ. Λιούκα, στη Γενική Περιφερειακή Αστυνομική Διεύθυνση Δυτικής Ελλάδας υπηρετεί ένας γενικός ιατρός, ο οποίος έχει την ευθύνη εξυπηρέτησης των τεσσάρων αστυνομικών διευθύνσεων της περιοχής. Η παρουσία του, ωστόσο, δεν είναι καθημερινή σε όλες τις υπηρεσίες, καθώς η κάλυψη πραγματοποιείται συγκεκριμένες ημέρες και ώρες.
Την ίδια στιγμή, υπάρχουν δύο ψυχολόγοι, οι οποίοι καλούνται να ανταποκριθούν στις ανάγκες ενός μεγάλου αριθμού αστυνομικών. Παρά την παρουσία τους, όμως, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι καλύπτονται συνολικά οι ανάγκες του προσωπικού, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για μια επαγγελματική ομάδα που έρχεται καθημερινά αντιμέτωπη με έντονη ψυχολογική και σωματική καταπόνηση.
«Θα έπρεπε να υπάρχει στην έδρα της κάθε γενικής ένα πλήρες ιατρείο», υπογραμμίζει ο αντιπρόεδρος της Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων Αχαΐας, θέτοντας ουσιαστικά το ζήτημα της δημιουργίας δομών που θα μπορούν να προσφέρουν ολοκληρωμένη υγειονομική κάλυψη.
Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη έμφαση δίνει στην απουσία καρδιολόγου, ειδικότητα που θεωρεί απαραίτητη για την πρόληψη, την εξέταση και την παρακολούθηση προβλημάτων υγείας. Παράλληλα, επισημαίνει την ανάγκη ύπαρξης ψυχιάτρου, προκειμένου να υπάρχει δυνατότητα πιο ολοκληρωμένης αντιμετώπισης περιστατικών που σχετίζονται με την ψυχική υγεία.
Ψυχολόγος και ψυχίατρος δεν έχουν τον ίδιο ρόλο
Ένα από τα σημεία στα οποία στέκεται ο κ. Λιούκας είναι η διαφορετική αποστολή του ψυχολόγου και του ψυχιάτρου. Όπως εξηγεί, ο ψυχολόγος μπορεί να προσφέρει υποστήριξη, να ακούσει τον αστυνομικό, να τον βοηθήσει να διαχειριστεί δύσκολες καταστάσεις και να τον καθοδηγήσει όταν αντιμετωπίζει ψυχολογικές δυσκολίες.
Ωστόσο, ο ψυχίατρος έχει διαφορετικό επιστημονικό και θεραπευτικό ρόλο, καθώς μπορεί, εφόσον κριθεί απαραίτητο, να προχωρήσει και στη συνταγογράφηση φαρμακευτικής αγωγής. Η παρουσία και των δύο ειδικοτήτων θεωρείται σημαντική, ώστε η υποστήριξη να μην περιορίζεται μόνο στη συμβουλευτική, αλλά να υπάρχει δυνατότητα συνολικής αξιολόγησης και αντιμετώπισης των αναγκών.
Η διάκριση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε ένα επάγγελμα όπου η ψυχολογική επιβάρυνση μπορεί να συσσωρεύεται σταδιακά, χωρίς πάντοτε να γίνεται άμεσα αντιληπτή ούτε από τον ίδιο τον εργαζόμενο ούτε από το περιβάλλον του.
Όταν η καθημερινή πίεση επηρεάζει την ψυχική υγεία
Η αστυνομική εργασία δεν εξαντλείται στην εκτέλεση υπηρεσιών, στις περιπολίες και στους ελέγχους. Οι αστυνομικοί καλούνται να αντιμετωπίσουν περιστατικά βίας, οικογενειακές τραγωδίες, σοβαρά ατυχήματα και υποθέσεις που απαιτούν αυξημένη ψυχραιμία και συναισθηματική αντοχή. Παράλληλα, υπάρχουν οι προσωπικές και οικογενειακές δυσκολίες, οι οποίες δεν παύουν να υπάρχουν επειδή κάποιος φορά τη στολή του.
Η συνεχής έκθεση σε στρεσογόνες καταστάσεις μπορεί να δημιουργήσει σημαντική ψυχολογική πίεση, ιδιαίτερα όταν δεν υπάρχει η δυνατότητα άμεσης αναζήτησης βοήθειας. Σε αυτό το περιβάλλον, η ύπαρξη οργανωμένων υπηρεσιών ψυχικής υγείας δεν αποτελεί πολυτέλεια, αλλά μια ουσιαστική ανάγκη.
Όπως προκύπτει από όσα περιγράφει ο κ. Λιούκας, σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν ενδείξεις ότι ένας αστυνομικός αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες, η διοίκηση μπορεί να εισηγηθεί την αξιολόγησή του, ακόμη και σε σχέση με την καταλληλότητά του να φέρει όπλο. Πρόκειται για μια ιδιαίτερα σοβαρή διαδικασία, καθώς συνδέεται τόσο με την ασφάλεια του ίδιου του αστυνομικού όσο και με την ευθύνη που συνεπάγεται η άσκηση των καθηκόντων του.
Ωστόσο, οι αρμόδιες επιτροπές που εξετάζουν τέτοιες περιπτώσεις εδρεύουν στην Αθήνα, γεγονός που δημιουργεί πρόσθετες δυσκολίες και αναδεικνύει την ανάγκη να υπάρχει ουσιαστικότερη υποστήριξη σε περιφερειακό επίπεδο.
Η πρόληψη πριν το πρόβλημα γίνει μεγαλύτερο
Η ανάγκη ενίσχυσης των υγειονομικών υπηρεσιών δεν αφορά μόνο την αντιμετώπιση περιστατικών που έχουν ήδη εκδηλωθεί. Εξίσου σημαντική είναι η πρόληψη, καθώς ένας αστυνομικός θα πρέπει να μπορεί να απευθυνθεί σε έναν ειδικό εγκαίρως, χωρίς να χρειάζεται να φτάσει σε οριακό σημείο για να ζητήσει βοήθεια.
Η ύπαρξη ψυχολόγου και ψυχιάτρου σε σταθερή βάση θα μπορούσε να συμβάλει στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος εμπιστοσύνης, όπου οι εργαζόμενοι θα έχουν τη δυνατότητα να συζητούν όσα τους απασχολούν και να αναζητούν λύσεις. Αντίστοιχα, η παρουσία καρδιολόγου και άλλων βασικών ιατρικών ειδικοτήτων θα ενίσχυε την πρόληψη και την παρακολούθηση της σωματικής υγείας.
Άλλωστε, η υγεία των αστυνομικών δεν αφορά αποκλειστικά τους ίδιους. Συνδέεται άμεσα με την καθημερινή λειτουργία των υπηρεσιών, την αποτελεσματικότητα της εργασίας τους και την ασφάλεια με την οποία καλούνται να εκτελούν τα καθήκοντά τους.
Οι εξαγγελίες που δεν έγιναν πράξη
Ο αντιπρόεδρος της Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων Αχαΐας σημειώνει ότι κατά το παρελθόν έχει εκφραστεί από την ηγεσία της Ελληνικής Αστυνομίας πρόθεση για την ενίσχυση των ιατρείων και τη βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών. Ωστόσο, όπως επισημαίνει, μέχρι σήμερα η διαδικασία στελέχωσης δεν έχει ολοκληρωθεί, με αποτέλεσμα οι ελλείψεις να εξακολουθούν να υφίστανται.
Το ζητούμενο, επομένως, είναι οι προθέσεις να μετατραπούν σε συγκεκριμένες παρεμβάσεις. Η στελέχωση των ιατρείων με τις απαραίτητες ειδικότητες, η σταθερή παρουσία γιατρών και η δυνατότητα άμεσης πρόσβασης των αστυνομικών σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την ουσιαστική αντιμετώπιση του προβλήματος.
Γιατί οι αστυνομικοί δεν είναι απλώς εργαζόμενοι που πρέπει να βρίσκονται καθημερινά σε ετοιμότητα. Είναι άνθρωποι που έχουν ανάγκη από πρόληψη, ιατρική παρακολούθηση και ψυχολογική στήριξη, ιδιαίτερα όταν η εργασία τους συνεπάγεται καθημερινή έκθεση σε δύσκολες και απρόβλεπτες καταστάσεις.
Η προστασία όσων προστατεύουν τους πολίτες δεν μπορεί να αποτελεί μια υπόσχεση που παραμένει στα χαρτιά. Χρειάζεται συγκεκριμένες αποφάσεις, επαρκή στελέχωση και πραγματική πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας. Γιατί η φροντίδα των ανθρώπων της ΕΛ.ΑΣ. δεν είναι μόνο ζήτημα εργασιακών δικαιωμάτων, αλλά και ζήτημα ασφάλειας, πρόληψης και αξιοπρέπειας.









