Δεν είναι προσωπική υπόθεση ενός πρώην πρωθυπουργού. Είναι η πρώτη μεγάλη ρωγμή σε ένα σύστημα που πίστεψε ότι έγινε αδιαπέραστο.
Η ερώτηση που πλέον ακούγεται παντού — στα πολιτικά πηγαδάκια, στις πλατείες, στα καφενεία, ακόμη και μέσα στην ίδια τη γαλάζια παράταξη — είναι βαριά. Και όσο το σύστημα προσπαθεί να την αποφύγει, τόσο πιο εκκωφαντική γίνεται.
Ο Νίκος Ι. Νικολόπουλος φοβάται πραγματικά το διεφθαρμένο σύστημα εξουσίας ή φοβάται περισσότερο το πολιτικό κενό που ο ίδιος αποκάλυψε ότι υπάρχει;
Η απάντηση, για όποιον βλέπει πίσω από πρόσωπα, κομματικές γραμμές και επικοινωνιακά τεχνάσματα, είναι μία:
Φοβάται το κενό.
Το σύστημα το γνωρίζουμε όλοι. Είναι βαρύ, αλαζονικό, διαπλεκόμενο και βαθιά καθεστωτικό. Είναι ένας μηχανισμός πολιτικής και οικονομικής εξουσίας που εδώ και δεκαετίες ανακυκλώνεται, μεταμφιέζεται και επιβιώνει. Άλλοτε με «εκσυγχρονιστικό» πρόσωπο, άλλοτε με «αντιμνημονιακή» μάσκα και σήμερα με το προσωπείο του «επιτελικού κράτους».
Το έχουμε ζήσει στο πετσί μας.
Εγώ το έζησα τριάντα χρόνια στην Αχαΐα. Ο Σαμαράς μισό αιώνα μέσα στη Βουλή και στην καρδιά της εξουσίας.
Αλλά αυτό δεν είναι πλέον το ουσιαστικό ερώτημα.
Το πραγματικό ζήτημα είναι το πολιτικό κενό.
Γιατί η Ιστορία — και αυτό το διδάσκει αμείλικτα — δεν συγχωρεί ποτέ τα κενά. Τα μετατρέπει σε γεγονότα. Και τα γεγονότα, όταν ξεσπάσουν, δεν ρωτούν αν το πολιτικό σύστημα είναι έτοιμο.
Η αποκάλυψη του προφανούς
Μέχρι τη διαγραφή του Αντώνη Σαμαρά, το πολιτικό σύστημα ζούσε μέσα σε μια βολική ψευδαίσθηση.
Η Νέα Δημοκρατία πίστευε ότι εξακολουθεί να εκφράζει ολόκληρη τη λαϊκή και πατριωτική δεξιά παράταξη.
Το ΠΑΣΟΚ θεωρούσε ότι μπορεί να εμφανίζεται ως «υπεύθυνος διαχειριστής» μιας κοινωνίας που καταρρέει οικονομικά και δημογραφικά.
Η Αριστερά νόμιζε ότι το παλιό «αντιμνημονιακό» της αφήγημα εξακολουθεί να τη νομιμοποιεί ηθικά, παρά το γεγονός ότι υπέγραψε το βαρύτερο μνημόνιο και μετέτρεψε το ηρωικό ΟΧΙ του δημοψηφίσματος σε εκκωφαντικό ΝΑΙ.
Ο Σαμαράς, όμως, με τη διαγραφή του και κυρίως με την ομιλία του στην Κρήτη, τίναξε αυτή την ψευδαίσθηση στον αέρα.
Έγινε καθρέφτης.
Και πίσω από τον καθρέφτη φάνηκε το πραγματικό πρόσωπο του σημερινού πολιτικού σκηνικού:
ένα τεράστιο κενό εκπροσώπησης.
Διότι σήμερα στην Ελλάδα κανένα μεγάλο κόμμα δεν εκφράζει πραγματικά:
• τη λαϊκή δεξιά που θέλει κοινωνικό κράτος αλλά και ισχυρή εθνική άμυνα,
• τον πατριωτικό χώρο που δεν είναι ούτε ακροδεξιός ούτε παγκοσμιοποιημένος,
• τον μικρομεσαίο που συνθλίβεται από φόρους, ακρίβεια και τράπεζες,
• την ελληνική περιφέρεια που ερημώνει,
• τη νέα γενιά που δεν μπορεί να νοικιάσει σπίτι ούτε να ονειρευτεί οικογένεια,
• τον πολίτη που αισθάνεται ότι εξαπατήθηκε από όλους: και από τον Μητσοτάκη και από τον Τσίπρα και από το δήθεν «κέντρο».
Αυτό το κενό δεν το δημιούργησε ο Σαμαράς.
Υπήρχε.
Αλλά εκείνος το έκανε ορατό.
Και μόνο αυτό αρκεί για να καταστήσει την παρέμβασή του ιστορική.
Το κενό είναι πιο επικίνδυνο από το ίδιο το σύστημα
Το διεφθαρμένο σύστημα μπορείς να το πολεμήσεις.
Έχει πρόσωπα. Έχει μηχανισμούς. Έχει συμφέροντα. Έχει πολιτικά στηρίγματα.
Μπορείς να το χτυπήσεις με επιχειρήματα, με αποκαλύψεις, με κοινωνική πίεση, ακόμη και με εκλογές.
Το κενό όμως δεν πολεμιέται.
Το κενό γεμίζει.
Και εδώ βρίσκεται ο μεγάλος κίνδυνος της εποχής μας.
Αν ένα κόμμα δεν έχει ιδεολογία, το κενό το γεμίζει η επικοινωνία. Αν η πολιτική δεν δίνει ελπίδα, το κενό το γεμίζει η οργή. Αν η κοινωνία δεν έχει προοπτική, το κενό το γεμίζει ο κυνισμός ή η παραίτηση. Αν η δημοκρατία χάσει την αξιοπιστία της, το κενό το γεμίζει ο αυταρχισμός ή τα άκρα.
Ο Αντώνης Σαμαράς το είπε καθαρά από την Κρήτη:
«Η πολιτική, όπως και η φύση, δεν αντέχει τα κενά».
Αλλά η πραγματικότητα είναι ακόμη πιο σκληρή.
Όταν ένας παλιός και καταξιωμένος πολιτικός σηκώνεται και δείχνει δημόσια το κενό, τότε ακόμη κι αν ο ίδιος αποτύχει προσωπικά, η ίδια η πράξη του γεννά ιστορία.
Έτσι ξεκίνησαν οι μεγάλες ανατροπές.
Όχι από τέλειους ανθρώπους. Όχι από αλάνθαστους ηγέτες.
Αλλά από ρωγμές.
Από ανθρώπους που κάποια στιγμή είπαν: «Ως εδώ».
Κι ας ήταν αργά. Κι ας ήταν ατελείς. Κι ας ήξεραν ότι μπορεί να χάσουν.
Η ρωγμή έγινε χάσμα. Και το χάσμα έγινε πολιτική πραγματικότητα.
Δεν είναι ο Σαμαράς. Είναι η κοινωνία που δεν ακούγεται
Ας ξεφύγουμε επιτέλους από την προσωπολατρία.
Δεν με ενδιαφέρει να αγιοποιήσω τον Αντώνη Σαμαρά. Ούτε να αποκρύψω λάθη ή διαφωνίες του παρελθόντος.
Το ουσιαστικό ζήτημα είναι αλλού.
Είναι οι εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες που εγκατέλειψαν πολιτικά τη Νέα Δημοκρατία. Είναι οι άνθρωποι που αισθάνονται ότι δεν έχουν πλέον φωνή.
Και αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι «ακραίοι».
Είναι ο συνταξιούχος που δεν βγάζει τον μήνα. Είναι ο μικρομεσαίος που πνίγεται από την υπερφορολόγηση. Είναι ο νέος που βρίσκει γκαρσονιέρα 500 ευρώ με μισθό 700. Είναι ο αγρότης που βλέπει τον πρωτογενή τομέα να εγκαταλείπεται. Είναι ο πατριώτης που ανησυχεί όταν ακούει για «ήρεμα νερά» απέναντι στην Τουρκία.
Σε αυτούς απευθύνεται ο Σαμαράς.
Όχι στους κομματικούς μηχανισμούς. Όχι στους τηλεοπτικούς σχολιαστές. Όχι στους επαγγελματίες της πολιτικής.
Και ακριβώς γι’ αυτό το εγχείρημά του αποκτά πολιτική βάση.
Δεν είναι τυχαίο ότι ήδη εμφανίζονται δημοσκοπικά ευρήματα που δείχνουν σημαντική δυνητική δυναμική.
Αν το οργανωτικό σχέδιο προχωρήσει — και όλες οι πληροφορίες συγκλίνουν ότι προχωρά με δομή, ψηφοδέλτια και στελέχη ανά νομό — τότε δεν μιλάμε για μία ακόμη διάσπαση.
Μιλάμε για αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού.
Ποιος είναι τελικά ο προδότης;
Στην ελληνική πολιτική ζωή η λέξη «προδότης» χρησιμοποιείται πλέον με τρομακτική ευκολία.
Όποιος διαφωνεί, όποιος σηκώνει κεφάλι, όποιος αποχωρεί, βαφτίζεται αμέσως «αποστάτης».
Ας ξεκαθαρίσουμε, λοιπόν, κάτι.
Προδότης δεν είναι αυτός που αρνείται να αλλάξει ιδέες για μια καρέκλα.
Προδότης είναι εκείνος που εγκαταλείπει αρχές και ιδεολογία για εξουσία.
Αυτός που έλεγε «όχι μνημόνια» και υπέγραψε το βαρύτερο μνημόνιο. Αυτός που μιλούσε για κοινωνικό κράτος και παρέδωσε τη δημόσια περιουσία σε funds. Αυτός που μιλούσε για πατριωτισμό και βαφτίζει σήμερα τον κατευνασμό «ψυχραιμία».
Δεν είναι προδότης εκείνος που βλέπει την παράταξή του να αλλοιώνεται σε σημείο που να μην την αναγνωρίζει.
Το ερώτημα, επομένως, αντιστρέφεται:
Ο Σαμαράς πρόδωσε τη Νέα Δημοκρατία ή η σημερινή Νέα Δημοκρατία πρόδωσε τις ίδιες τις ιστορικές της αρχές;
Η σημερινή Νέα Δημοκρατία έχει μετατραπεί σε ένα υβρίδιο: νεοφιλελευθερισμού χωρίς κοινωνική ευαισθησία, επικοινωνιακής διαχείρισης, εθνικής αμηχανίας και πολιτικής αλαζονείας.
Και όποιος τολμά να το πει φωναχτά, βαφτίζεται «αποστάτης».
Αυτό όμως δεν είναι δημοκρατία.
Είναι κομματικός αυταρχισμός.
Οι δύο δυναστείες που σκλάβωσαν την Ελλάδα
Στην πραγματικότητα, αυτό που αποκαλούμε «πολιτικό σύστημα» είναι δύο δυναστείες εξουσίας που εναλλάσσονται επί δεκαετίες, κρατώντας την κοινωνία εγκλωβισμένη.
Από τη μία οι Τσιπροπαπανδρεϊκοί.
Εκείνοι που αξιοποίησαν το αντιμνημονιακό κύμα για να ανέβουν στην εξουσία και τελικά έγιναν οι πιο πρόθυμοι διαχειριστές του ίδιου συστήματος που υποτίθεται ότι θα ανέτρεπαν.
Και από την άλλη οι Σημιτομητσοτακιστές.
Η πολιτική συνέχεια ενός εκσυγχρονισμού χωρίς κοινωνικές ρίζες. Μιας λογικής που αντιμετωπίζει την Ελλάδα σαν εταιρεία και τους πολίτες σαν πελάτες.
Το τραγικό είναι ότι σήμερα αυτές οι δύο πλευρές συγκλίνουν.
Παλιοί «αντισυστημικοί» υπερασπίζονται πλέον τον πιο σκληρό νεοφιλελευθερισμό. Παλιοί «εκσυγχρονιστές» συμπορεύονται με πρώην εχθρούς τους.
Έτσι δημιουργήθηκε ένα νέο μπλοκ εξουσίας.
Και απέναντι σε αυτό το μπλοκ ο Σαμαράς λέει κάτι απλό αλλά εκρηκτικό:
«Υπάρχει εναλλακτική».
Και αυτή ακριβώς η φράση είναι που τρομάζει το σύστημα.
Η βουή ακούγεται
Η ομιλία του Αντώνη Σαμαρά στην Κρήτη δεν ήταν μια ακόμη πολιτική εκδήλωση.
Ήταν μανιφέστο.
Και περιείχε τρία πολιτικά μηνύματα που αλλάζουν το σκηνικό:
Πρώτον: «Έχω αποφασίσει».
Δεύτερον: «Στους αγώνες για την πατρίδα δεν υπάρχει σύνταξη».
Και τρίτον — ίσως το σημαντικότερο — οι επανειλημμένες ονομαστικές αναφορές στον Κώστα Καραμανλή.
Αυτό δεν ήταν τυχαίο.
Ήταν μήνυμα πολιτικής και ιστορικής σύγκλισης.
Δύο πρώην πρωθυπουργοί, με διαφορετικές διαδρομές αλλά κοινή ανησυχία, εκπέμπουν πλέον κοινό μήνυμα:
«Η παράταξη αλλοιώθηκε. Η Ελλάδα χρειάζεται νέα πορεία».
Και εδώ βρίσκεται ο πραγματικός φόβος του συστήματος.
Όχι ο Σαμαράς ως πρόσωπο.
Αλλά η νομιμοποίηση της ρήξης.
Για δεκαετίες το δίλημμα ήταν: «ΝΔ ή χάος». «Μητσοτάκης ή Τσίπρας».
Ο Σαμαράς έρχεται να πει:
«Υπάρχει και τρίτος δρόμος».
Και αν η κοινωνία πιστέψει ότι πράγματι υπάρχει εναλλακτική, τότε ολόκληρο το σημερινό οικοδόμημα αρχίζει να τρίζει.
Η Ιστορία δεν περιμένει
Όταν ένα πολιτικό σύστημα σαπίζει εσωτερικά, δεν αλλάζει μόνο του.
Χρειάζεται ρήγμα.
Και τα ρήγματα δεν τα δημιουργούν οι δημοσκοπήσεις ούτε οι κομματικοί μηχανισμοί.
Τα δημιουργούν άνθρωποι που αποφασίζουν να σπάσουν τη σιωπή.
Ο Αντώνης Σαμαράς γνωρίζει ότι μπορεί να αποτύχει.
Αλλά το γεγονός ότι σηκώθηκε και είπε «φτάνει πια» είναι από μόνο του πολιτικό γεγονός ιστορικών διαστάσεων.
Η βουή που ακούγεται σήμερα δεν είναι θόρυβος.
Είναι ο προάγγελος μιας νέας εποχής.
Και η Ιστορία — είτε το θέλουν είτε όχι οι δυναστείες της Μεταπολίτευσης — έχει ήδη αρχίσει να κινείται.
Νίκος Ι. Νικολόπουλος
Πρόεδρος Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος Ελλάδος
πρώην βουλευτής Αχαΐας


