Για έντονη πολιτική εργαλειοποίηση έκανε λόγο ο πρώην υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης, Σπήλιος Λιβανός, μιλώντας στη φορτισμένη συνεδρίαση της Βουλής, όπου συζητείται η σύσταση ή μη προανακριτικής επιτροπής για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ.
- Ο Σπήλιος Λιβανός αρνείται τις κατηγορίες για τον ΟΠΕΚΕΠΕ.
- Δεν υπάρχει νομική βάση για σύσταση προανακριτικής επιτροπής.
- Ο Λιβανός καταγγέλλει πολιτική εργαλειοποίηση της υπόθεσης.
«Δεν αποφεύγω τον έλεγχο. Το αντίθετο. Έχω μιλήσει στην Ολομέλεια ως Υπουργός για τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Έχω καταθέσει στην εξεταστική τον περασμένο Νοέμβριο, έχω δώσει εξηγήσεις, έχω παρουσιάσει στοιχεία και παραμένω διαθέσιμος σε κάθε διαδικασία που υπηρετεί, όμως, την αλήθεια και τη νομιμότητα. Οφείλουμε, επιτέλους, να διαχωρίσουμε τη θεσμική διαβίβαση μιας υπόθεσης από την πολιτική εργαλειοποίησή της», τόνισε χαρακτηριστικά ο κ. Λιβανός.
«Αντιπολιτευτική πλειοδοσία χωρίς νομική βάση»
Ο πρώην υπουργός εξαπέλυσε βέλη κατά των κομμάτων της αντιπολίτευσης, σημειώνοντας πως οι προτάσεις κατηγορίας που κατατέθηκαν εις βάρος του, στο πλαίσιο μιας «ιδιότυπης αντιπολιτευτικής πλειοδοσίας», στερούνται αντικειμενικότητας και ευθυκρισίας. Όπως εξήγησε, αν υπήρχε ψυχραιμία, θα είχαν γίνει αντιληπτά τρία προφανή ζητήματα:
📍 ⏳ Άλλες ειδήσεις για ΟΠΕΚΕΠΕ
-
Πρώτον: Η σύσταση Προανακριτικής Επιτροπής προϋποθέτει σαφή ένδειξη ενοχής και ύπαρξη αξιόποινων πράξεων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν υφίσταται πραγματική νομική βάση.
-
Δεύτερον: Ο στοιχειώδης σεβασμός στην πολιτική ζωή επιβάλλει να μην ενεργοποιούνται προτάσεις παραπομπής πρώην μελών της Κυβέρνησης, όταν δεν υπάρχει η παραμικρή υπόνοια οικονομικής βλάβης για το Δημόσιο.
-
Τρίτον: Όλες οι περιπτώσεις που αναφέρονται αφορούν πραγματικούς αγρότες και κτηνοτρόφους, με πραγματικά κτήματα και ζώα. Πρόκειται για ειλικρινείς προσπάθειες επίλυσης γραφειοκρατικών κωλυμάτων και προδήλων σφαλμάτων, πάντα εντός του νόμου, κάτι που προκύπτει ξεκάθαρα από τη μελέτη του φακέλου της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Τα χρονικά παράδοξα της δικογραφίας και οι αιχμές για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία
Ο κ. Λιβανός εστίασε ιδιαίτερα στο ιστορικό της υπόθεσης, αφήνοντας σαχές πολιτικές αιχμές για τους χειρισμούς και τις καθυστερήσεις:
«Η δικογραφία σχηματίστηκε το 2023 και βασίζεται σε απομαγνητοφωνήσεις νόμιμων τηλεφωνικών επισυνδέσεων του 2021. Από τότε ήταν γνωστή η έμμεση αναφορά του ονόματός μου. Παρά ταύτα, η δικογραφία δεν διαβιβάστηκε τότε αμελλητί στη Βουλή, όπως επιτάσσει το Σύνταγμα. Ακόμα και όταν διαβιβάστηκε η πρώτη δικογραφία τον Ιούνιο του 2025, το όνομά μου δεν περιλαμβανόταν στους προς διερεύνηση Υπουργούς. Άρα, είτε δεν προέκυπτε καμία ευθύνη, είτε η πολυετής καθυστέρηση γεννά σοβαρά πολιτικά ερωτηματικά. Ποιο γεγονός αφύπνισε ξαφνικά αυτό το σκέλος της έρευνας;»
Σχετικά με την πρόταση του ΠΑΣΟΚ, ο πρώην υπουργός υποστήριξε ότι του αποδίδεται μια νομικά ανυπόστατη διαχειριστική ευθύνη, αποσιωπώντας ότι ο ΥπΑΑΤ δεν διαχειρίζεται απευθείας ευρωπαϊκά κονδύλια ούτε εγκρίνει ατομικές πληρωμές.
«Δεν προκύπτει καμία ζημία στο κοινοτικό ή κρατικό ταμείο»
Συνεχίζοντας την επιχειρηματολογία του, ο Σπήλιος Λιβανός στάθηκε στην παντελή απουσία του αδικήματος της απιστίας, υπογραμμίζοντας ότι τόσο οι προτάσεις των κομμάτων όσο και η αναφορά των Ελλήνων εντεταλμένων Εισαγγελέων αποφεύγουν συστηματικά τον ακριβή προσδιορισμό κάποιας οικονομικής ζημίας.
«Από την πρόταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας δεν προκύπτει καμία ζημία στην περιουσία οιουδήποτε κοινοτικού ή κρατικού φορέα. Παράλληλα, αποδεικνύεται πέρα από κάθε αμφιβολία ότι δεν υπάρχει καμία δική μου συμμετοχή ή υπόδειξη σε συνομιλία, ούτε παράνομη πράξη των συνεργατών μου. Πώς στοιχειοθετείται ποινική ευθύνη όταν απουσιάζει το υποκειμενικό στοιχείο; Απλά δεν μπορεί», ανέφερε, εξηγώντας ότι οι υποθέσεις αφορούσαν διορθώσεις σφαλμάτων ή περιπτώσεις ανωτέρας βίας.
«Συγκρούστηκα με τις μαφίες της επιδοματοφαγίας και δέχθηκα απειλές»
Σε μια ιδιαίτερα συναισθηματική αποστροφή του λόγου του, ο κ. Λιβανός υπενθύμισε στο Σώμα το έργο του κατά της διαφθοράς στον Οργανισμό, περιγράφοντας τις επιθέσεις που δέχθηκε:
«Η σημερινή διαδικασία συσκοτίζει την έρευνα για το διαχρονικό σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Εκεί, στην εξεταστική επιτροπή, απέδειξα πώς επιχείρησα να πατάξω τη συστηματική “επιδοματοφαγία”. Επί υπουργίας μου ανακτήθηκαν πάνω από 70 εκατομμύρια ευρώ από κακώς καταβληθείσες επιδοτήσεις σε επιτήδειους καταχραστές. Δέχθηκα απειλές τότε – εναντίον εμού και της οικογένειάς μου. Είδα το πρόσωπό μου σε αφίσες επικήρυξης και σε κηδειόχαρτα. Συγκρούστηκα με τις συμμορίες, τις μαφίες και τις πραγματικές εγκληματικές οργανώσεις, που εσείς σήμερα με εγκαλείτε ότι είμαι μέρος τους. Σας φαίνεται λογικό αυτό;»
Ο πρώην υπουργός εξέφρασε τη θλίψη του για το γεγονός ότι βουλευτές υπέγραψαν το κατηγορητήριο, μετατρέποντας μια τυπική διαβίβαση σε «πολιτική δίωξη» και «σκευωρία», καλώντας παράλληλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης (ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, Νέα Αριστερά) να αποσύρουν τις προτάσεις τους.
Η υπεράσπιση των 13 βουλευτών και ο ρόλος του κοινοβουλευτικού
Κλείνοντας την τοποθέτησή του, ο κ. Λιβανός υπεραμύνθηκε της δράσης των 13 βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας που επίσης στοχοποιήθηκαν, διαχωρίζοντας τη νόμιμη πολιτική εκπροσώπηση από το ρουσφέτι.
«Ο βουλευτής είναι ο σύνδεσμος της κοινωνίας με τη διοίκηση. Ακούει προβλήματα, μεταφέρει αγωνίες, επισημαίνει καθυστερήσεις. Αυτή η λειτουργία είναι θεμιτή και αναγκαία στη δημοκρατία. Η γραμμή είναι σαφής: ο πολίτης δικαιούται δίκαιη μεταχείριση και εφαρμογή του νόμου. Αυτό που δεν δικαιούται κανείς είναι η εξαίρεση από τον νόμο, δηλαδή το ρουσφέτι. Είναι λάθος να βαφτίζουμε κάθε επικοινωνία “παρέμβαση” και κάθε διοικητικό αίτημα “ενοχή”. Η απόρριψη της πρότασης Προανακριτικής δεν είναι μόνο πολιτική επιλογή, είναι νομική αναγκαιότητα», κατέληξε.





