Η χθεσινή ανακοίνωση για το πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙ» δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική παράταση προθεσμιών.
Αποτελεί ουσιαστικά μια έμμεση παραδοχή ότι ο σχεδιασμός του προγράμματος δεν κατάφερε να ανταποκριθεί στις πραγματικές συνθήκες της αγοράς κατοικίας.
Και το αποτέλεσμα είναι ιδιαίτερα σοβαρό:
χάθηκαν περίπου 300 εκατ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης,
ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 2.500 κατοικίες ή δικαιούχους,
ενώ παράλληλα το κράτος αναγκάζεται πλέον να καλύψει μέρος του κενού με εθνικούς πόρους μέσω της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας.
Με απλά λόγια: ο λανθασμένος σχεδιασμός του προγράμματος, η καθυστέρηση υλοποίησης και το γεγονός ότι δεν ακούστηκαν έγκαιρα οι πραγματικές προτάσεις της αγοράς, οδήγησαν:
σε απώλεια ευρωπαϊκών πόρων,
σε αδυναμία ολοκλήρωσης χιλιάδων αγοραπωλησιών,
και τελικά σε επιβάρυνση εθνικών πόρων για να αποφευχθεί κοινωνικό και πολιτικό κόστος.
Η κυβέρνηση παραδέχεται έμμεσα το πρόβλημα
Η ίδια η ανακοίνωση αναφέρει ότι: «η μη έγκαιρη επίτευξη των σχετικών οροσήμων επιφέρει δημοσιονομικές επιπτώσεις και απώλεια πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης».
Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι:
η Ελλάδα δεν κατάφερε να ολοκληρώσει εγκαίρως τον απαιτούμενο αριθμό συμβασιοποιήσεων,
μέρος των πόρων δεν μπορεί πλέον να αξιοποιηθεί εντός των δεσμευτικών χρονοδιαγραμμάτων,
και το πρόγραμμα χρειάζεται πλέον «γέφυρα χρηματοδότησης» μέσω της Αναπτυξιακής Τράπεζας.
Δηλαδή: ευρωπαϊκοί πόροι χάνονται και αντικαθίστανται από εθνικούς πόρους.
Υπενθύμιση από την Κομισιόν: οι προθεσμίες του RRF δεν αλλάζουν
Αξιωματούχοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης που επισκέφθηκαν την Αθήνα τον Οκτώβριο του 2025 είχαν υπογραμμίσει ξεκάθαρα ότι:
οι προθεσμίες του Ταμείου Ανάκαμψης (RRF) δεν αλλάζουν,
και η Ελλάδα οφείλει να έχει απορροφήσει τα σχετικά κονδύλια έως τον Ιούλιο του 2026.
Με τους σημερινούς ρυθμούς απορρόφησης, ο κίνδυνος επιστροφής σημαντικού μέρους των πόρων ήταν υπαρκτός εδώ και μήνες.
Και σήμερα φαίνεται ότι αυτός ο κίνδυνος επιβεβαιώνεται στην πράξη.
Ένα πρόγραμμα που σχεδιάστηκε για 20.000 δικαιούχους
Το «Σπίτι μου ΙΙ» παρουσιάστηκε ως η μεγάλη στεγαστική παρέμβαση για περίπου 20.000 νέους δικαιούχους μέσω χαμηλότοκων στεγαστικών δανείων συνολικού ύψους περίπου 2 δισ. ευρώ.
Σήμερα όμως προκύπτει ένα κρίσιμο πολιτικό και κοινωνικό ερώτημα:
Ποια είναι τελικά η πραγματική επιτυχία του προγράμματος;
Περισσότεροι δικαιούχοι με μικρότερα δάνεια;
ή
Λιγότεροι δικαιούχοι με μεγαλύτερα δάνεια;
Γιατί στην πράξη:
οι τιμές πώλησης αυξήθηκαν,
τα διαθέσιμα ακίνητα μειώθηκαν,
και πολλοί πολίτες αναγκάστηκαν να αναζητούν ακριβότερες κατοικίες ή να χρειάζονται μεγαλύτερο δανεισμό και υψηλότερη ίδια συμμετοχή.
Άρα το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο:
πόσα δάνεια εγκρίθηκαν.
Το ερώτημα είναι:
πόσοι πολίτες απέκτησαν τελικά κατοικία,
πόσοι αποκλείστηκαν στην πορεία,
και αν το πρόγραμμα κατέληξε να εξυπηρετεί λιγότερους ανθρώπους με υψηλότερο κόστος ανά κατοικία.
Το πρόγραμμα μπλόκαρε στην πραγματική αγορά
Η αγορά είχε προειδοποιήσει εδώ και μήνες ότι το πρόγραμμα:
στηρίζεται αποκλειστικά στην ενίσχυση της ζήτησης,
χωρίς καμία ουσιαστική παρέμβαση στην αύξηση της προσφοράς κατοικιών.
Το αποτέλεσμα ήταν αναμενόμενο:
εκτόξευση τιμών,
έλλειψη διαθέσιμων ακινήτων,
καθυστερήσεις τραπεζών,
πολεοδομικά και νομικά προβλήματα,
αδυναμία ολοκλήρωσης αγορών.
Χιλιάδες δικαιούχοι:
είχαν έγκριση,
αλλά δεν είχαν σπίτι.
Άλλοι:
βρήκαν ακίνητο,
αλλά δεν πρόλαβαν ηλεκτρονικές ταυτότητες,
τεχνικούς ελέγχους,
εκτιμήσεις τραπεζών,
ή συμβολαιογραφικές διαδικασίες.
Το πρόγραμμα δεν «κόλλησε» στους πολίτες.
Κόλλησε στον λάθος σχεδιασμό του.
ECOFIN 2025: Η ενίσχυση μόνο της ζήτησης ανεβάζει τις τιμές
Η ίδια η Κομισιόν έχει επισημάνει μέσω των συζητήσεων στο ECOFIN ότι:
οι πολιτικές που ενισχύουν αποκλειστικά τη ζήτηση — όπως επιδοτήσεις ενοικίων ή στεγαστικών δανείων — οδηγούν σε άνοδο των τιμών κατοικίας,
ενώ οι χώρες που κατάφεραν να συγκρατήσουν το στεγαστικό κόστος προχώρησαν σε:
oαύξηση παραγωγής νέων κατοικιών,
oενίσχυση κοινωνικού αποθέματος,
oταχεία αδειοδότηση,
oκαι σύγχρονο χωροταξικό σχεδιασμό.
Το «Σπίτι μου ΙΙ» δεν περιλάμβανε ουσιαστική παρέμβαση στην προσφορά κατοικιών.
Και αυτή ακριβώς ήταν η ρίζα του προβλήματος.
Η πολιτική που έλειψε: περισσότερα σπίτια, όχι περισσότερα δάνεια
Από την πρώτη στιγμή είχαμε επισημάνει ότι το πρόγραμμα κινδυνεύει να μη φτάσει στους πραγματικούς ωφελούμενους, καθώς ενίσχυε αποκλειστικά τη ζήτηση σε μια αγορά με εξαιρετικά περιορισμένη προσφορά.
Για τον λόγο αυτό είχαμε προτείνει:
ανέγερση κατοικίας σε ιδιόκτητο οικόπεδο ή σε οικόπεδο μέσω γονικής παροχής,
αξιοποίηση του δικαιώματος υψούν για δημιουργία νέων ορόφων,
αποπεράτωση ημιτελών κατοικιών που παραμένουν ανενεργές λόγω έλλειψης χρηματοδότησης.
Μια τέτοια διεύρυνση:
θα αύξανε πραγματικά το οικιστικό απόθεμα,
θα περιόριζε την άνοδο των τιμών,
και θα έδινε τη δυνατότητα σε νέους ανθρώπους να αποκτήσουν σύγχρονες και ενεργειακά αποδοτικές κατοικίες, αντί για διαμερίσματα 40 και 50 ετών που απαιτούν εκτεταμένες ανακαινίσεις.
Η χαμένη ευκαιρία των 2 δισ. ευρώ
Το μεγαλύτερο πρόβλημα όμως είναι ότι χάθηκε μια ιστορική ευκαιρία.
Με τον ίδιο προϋπολογισμό των 2 δισ. ευρώ θα μπορούσε να είχε υλοποιηθεί ένα πρόγραμμα δημιουργίας νέων κοινωνικών κατοικιών σε δημόσια γη.
Με κόστος κατασκευής 1.450€/τ.μ., τα 2 δισ. ευρώ αντιστοιχούν σε:
1.379.310 τ.μ. νέας δόμησης,
δηλαδή περίπου 19.704 νέες κατοικίες των 70 τ.μ.
ή
περίπου 16.227 κατοικίες των 85 τ.μ. με δύο υπνοδωμάτια.
Οι κατοικίες αυτές θα μπορούσαν:
να παραμείνουν στο Δημόσιο,
να μισθώνονται με χαμηλό ενοίκιο,
να αξιοποιηθούν μέσω μοντέλου rent-to-own,
και να καλύπτουν πραγματικές στεγαστικές ανάγκες οικογενειών.
Μια εναλλακτική με πραγματικό κοινωνικό αντίκτυπο
Με απλά λόγια:
αντί η χώρα:
να δημιουργεί 20.000 νέους δανειολήπτες για παλαιά ακίνητα,
να χάνει 300 εκατ. ευρώ ευρωπαϊκών πόρων,
και να επιβαρύνει τελικά εθνικούς πόρους,
θα μπορούσε:
να έχει δημιουργήσει σχεδόν 20.000 νέες κατοικίες,
να αυξήσει ουσιαστικά το οικιστικό απόθεμα,
και να αφήσει μόνιμη κοινωνική υποδομή για τις επόμενες γενιές.
Όταν η στεγαστική πολιτική μένει χωρίς κατοικίες
Η χθεσινή ανακοίνωση δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική προσαρμογή του προγράμματος «Σπίτι μου ΙΙ». Αποτελεί μια έμμεση αλλά σαφή παραδοχή ότι ο σχεδιασμός του προγράμματος δεν κατάφερε να ανταποκριθεί στις πραγματικές ανάγκες της αγοράς κατοικίας και της κοινωνίας.
Ταυτόχρονα:
επιχειρεί να περιορίσει το κοινωνικό και πολιτικό κόστος που δημιουργήθηκε από τις καθυστερήσεις και τα αδιέξοδα,
ενώ μεταφέρει πλέον μέρος του βάρους από ευρωπαϊκούς σε εθνικούς πόρους μέσω της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας.
Και το πιο ανησυχητικό είναι ότι:
χάθηκαν περίπου 300 εκατ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης,
δηλαδή πόροι που αντιστοιχούσαν σε περίπου 2.500 κατοικίες ή δικαιούχους,
την ώρα που η Ελλάδα βιώνει μία από τις μεγαλύτερες στεγαστικές κρίσεις των τελευταίων δεκαετιών.
Γιατί τελικά, το πρόβλημα δεν ήταν ότι οι πολίτες δεν ήθελαν να αποκτήσουν σπίτι.
Το πρόβλημα ήταν ότι σχεδιάστηκε ένα πρόγραμμα που αύξησε τη ζήτηση, χωρίς να δημιουργήσει τις κατοικίες που απαιτούνταν για να τη στηρίξουν.
Και όσο η στεγαστική πολιτική περιορίζεται στη δημιουργία περισσότερων δανείων χωρίς περισσότερα σπίτια, η προσιτή κατοικία θα απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο από τη νέα γενιά και τις ελληνικές οικογένειες.
Θέμης Μπάκας
πολιτευτής Αχαΐας


