Με μεγάλη λύπη και βαθιά οργή διάβασα μια ευχαριστήρια ανάρτηση, μιας τοπικής κοινότητας σε ένα μικρό δήμο, για καθαρισμό δρόμου. Το συγκεκριμένο ευχαριστήριο κείμενο, πέρα από την προφανή πρόθεση αναγνώρισης μιας παρέμβασης, αποτυπώνει μια βαθιά ριζωμένη κουλτούρα υποτέλειας απέναντι στην εξουσία.
Μια πράξη που εντάσσεται στον πυρήνα των θεσμικών υποχρεώσεων της διοίκησης, τη διασφάλιση της προσβασιμότητας και της ασφάλειας του οδικού δικτύου που παρουσιάζεται περίπου ως πράξη χάριτος και προσωπικής ευεργεσίας.
Η γλώσσα της «ιδιαίτερης εκτίμησης», της «ευγνωμοσύνης» και της «συνεχούς παρουσίας δίπλα στην κοινότητα» δεν περιγράφει μια ισότιμη σχέση πολιτών και θεσμών. Αντίθετα, καλλιεργεί την εικόνα ενός λαού που αισθάνεται υποχρεωμένος να αποδίδει τιμές για την αυτονόητη άσκηση καθήκοντος. Η διοικητική ανταπόκριση, που οφείλει να είναι δεδομένη και άμεση, μετατρέπεται σε απόδειξη «ενδιαφέροντος» και «διάθεσης προσφοράς», σαν να πρόκειται για προαιρετική πράξη καλής θέλησης.
Όταν η υποχρέωση βαφτίζεται ευεργεσία, τότε η έννοια του δικαιώματος αποδυναμώνεται. Οι πολίτες παύουν να εμφανίζονται ως φορείς απαιτήσεων απέναντι στη διοίκηση και παρουσιάζονται ως αποδέκτες χάρης. Αυτή η ρητορική δεν είναι αθώα αναπαράγει μια πατερναλιστική σχέση, όπου η εξουσία προβάλλεται ως προστάτης και η κοινωνία ως ευγνώμων υπήκοος.
Σε μια ώριμη δημοκρατική αντίληψη, η ευχαριστία δεν καταργείται, αλλά διατυπώνεται με επίγνωση ότι πρόκειται για την εκπλήρωση θεσμικού καθήκοντος – όχι για παραχώρηση προνομίου. Διαφορετικά, η δημόσια σφαίρα διολισθαίνει από τη διεκδίκηση δικαιωμάτων στην αναπαραγωγή νοοτροπίας υποτέλειας.
Θεόδωρος Παπαδόπουλος
ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ


