Μπορεί οι λαϊκές αγορές να αποτελούσαν παραδοσιακά μία από τις βασικές επιλογές των νοικοκυριών για οικονομικότερες αγορές φρούτων και λαχανικών, ωστόσο η παρατεταμένη ακρίβεια και η συρρίκνωση του διαθέσιμου εισοδήματος αλλάζουν πλέον αισθητά την εικόνα.
Στην Πάτρα, η οικονομική δυσκολία δεν αποτυπώνεται μόνο στις τιμές των προϊόντων, αλλά κυρίως στην ίδια την αγοραστική συμπεριφορά των καταναλωτών, οι οποίοι περιορίζουν τις ποσότητες που αγοράζουν, επιλέγουν αυστηρά τα απολύτως απαραίτητα και σε αρκετές περιπτώσεις αφήνουν εκτός του οικογενειακού προϋπολογισμού ακόμη και προϊόντα διατροφικής αξίας.
Την ίδια ώρα, οι παραγωγοί βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα ολοένα και πιο πιεστικό περιβάλλον. Το κόστος καλλιέργειας, τα καύσιμα, η λειτουργία των αγροτικών μηχανημάτων και η μεταφορά των προϊόντων επιβαρύνουν σημαντικά την καθημερινότητά τους, ενώ η μειωμένη αγοραστική δύναμη δεν τους επιτρέπει να μετακυλίσουν εύκολα τις αυξήσεις στις τελικές τιμές.
Η εικόνα που περιγράφουν οι εκπρόσωποι των παραγωγών είναι δύσκολη, με τη σύγκριση με την προ-COVID εποχή να αναδεικνύει το μέγεθος της αλλαγής. Παράλληλα, στο προσκήνιο έρχεται και η προοπτική λειτουργίας απογευματινών λαϊκών αγορών στην Πάτρα, μια πρωτοβουλία που θα μπορούσε να εξυπηρετήσει εργαζόμενους και πολίτες που αδυνατούν να επισκεφθούν τις πρωινές αγορές.
Λιγότερος κόσμος, μικρότερα καλάθια και μεγάλη πτώση στον τζίρο

Χαρακτηριστική είναι η εικόνα που μεταφέρει ο Αλέκος Θανόπουλος, πρόεδρος των Παραγωγών Λαϊκών Αγορών Πάτρας, ο οποίος επισημαίνει ότι η κίνηση έχει υποχωρήσει σημαντικά, διαψεύδοντας την εκτίμηση ότι η ακρίβεια οδηγεί αυτομάτως περισσότερους καταναλωτές στις λαϊκές αγορές.
Όπως εξηγεί, η οικονομική αδυναμία των νοικοκυριών είναι πλέον τέτοια, που αρκετοί καταναλωτές επιλέγουν να προμηθεύονται τα βασικά προϊόντα μαζί με τα υπόλοιπα ψώνια τους από το σούπερ μάρκετ, αποφεύγοντας μια επιπλέον μετακίνηση προς τη λαϊκή αγορά.
«Όταν ο άλλος δεν έχει λεφτά, τι να κάνεις η λαϊκή αγορά;», αναφέρει χαρακτηριστικά, περιγράφοντας μια πραγματικότητα στην οποία η οικονομική στενότητα περιορίζει συνολικά την κατανάλωση.
Σύμφωνα με τον ίδιο, ο τζίρος των παραγωγών έχει υποχωρήσει κατά 50% έως 70% σε σύγκριση με την προ-COVID περίοδο, καθώς καταγράφεται διπλή απώλεια: αφενός πωλούνται λιγότερα κιλά προϊόντων και αφετέρου εισπράττονται λιγότερα χρήματα.
Η αλλαγή στην αγοραστική συμπεριφορά είναι πλέον εμφανής ακόμη και στις πιο απλές καθημερινές συναλλαγές.
«Έχουμε φτάσει στο σημείο να πουλάμε δύο πιπεριές. Έρχεται η νοικοκυρά και λέει αυτές τις δύο πιπεριές θέλω για να γεμίσω ή αυτά τα δύο κολοκύθια θέλω για να τηγανίσω», περιγράφει ο κ. Θανόπουλος, δίνοντας μια χαρακτηριστική εικόνα του τρόπου με τον οποίο οι καταναλωτές προσαρμόζουν τις αγορές τους στις οικονομικές τους δυνατότητες.
Το καλάθι της λαϊκής δεν γεμίζει πλέον όπως παλαιότερα, καθώς οι πολίτες αγοράζουν συγκεκριμένες ποσότητες, με βάση τα χρήματα που διαθέτουν και όχι τις πραγματικές ανάγκες τους.
Φεύγουν παραγωγοί, εγκαταλείπονται καλλιέργειες
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι, σύμφωνα με τον πρόεδρο των Παραγωγών Λαϊκών Αγορών Πάτρας, και η εικόνα που αφορά τη συμμετοχή των επαγγελματιών στις λαϊκές αγορές.
Ο ίδιος, επικαλούμενος την πολυετή παρουσία του στον χώρο, επισημαίνει ότι η εικόνα έχει αλλάξει ριζικά σε σχέση με τις δεκαετίες του ’80 και του ’90, όταν νέοι άνθρωποι έμπαιναν στον κλάδο με διάθεση να ασχοληθούν με την παραγωγή και την πώληση αγροτικών προϊόντων.
Σήμερα, όπως λέει, η τάση είναι αντίστροφη. Οι νέοι δεν επιλέγουν εύκολα να ασχοληθούν με τον πρωτογενή τομέα, ενώ αρκετοί παραγωγοί εγκαταλείπουν τις καλλιέργειες και τα χωράφια τους.
Ο κ. Θανόπουλος εκτιμά ότι οι αποχωρήσεις από τις λαϊκές αγορές αγγίζουν το 40% με 50%, συγκρίνοντας την κατάσταση με την περίοδο πριν από την πανδημία.
«Δεν έρχεται νέος κόσμος. Οι νεότεροι είναι πενηντάρηδες», αναφέρει χαρακτηριστικά, περιγράφοντας τη δυσκολία ανανέωσης του παραγωγικού δυναμικού.
Η εξέλιξη αυτή, σύμφωνα με τον ίδιο, συνδέεται άμεσα με την ευρύτερη εικόνα της ελληνικής υπαίθρου, όπου η εγκατάλειψη των καλλιεργειών και η έλλειψη νέων ανθρώπων δημιουργούν ένα ολοένα και πιο δύσκολο περιβάλλον για την αγροτική παραγωγή.
«Η ύπαιθρος ερημώνει», σημειώνει, εκφράζοντας την ανησυχία του για το μέλλον του κλάδου.
Τα φρούτα μετατρέπονται σε είδος πολυτελείας
Ένα ακόμη στοιχείο που προκαλεί προβληματισμό είναι η υποχώρηση της κατανάλωσης φρούτων. Όπως εξηγεί ο κ. Θανόπουλος, αρκετά νοικοκυριά δίνουν πλέον προτεραιότητα σε προϊόντα που θεωρούν απολύτως αναγκαία για την καθημερινή διατροφή τους, όπως οι πατάτες, τα χόρτα και οι ντομάτες, περιορίζοντας τις αγορές φρούτων.
«Δεν αγοράζει φρούτα ο καταναλωτής, λόγω του ότι τα θεωρεί είδος πολυτελείας», αναφέρει.
Πρόκειται για μια ιδιαίτερα χαρακτηριστική ένδειξη της οικονομικής πίεσης, καθώς τα φρούτα, παρότι αποτελούν βασικό κομμάτι μιας ισορροπημένης διατροφής, φαίνεται να χάνουν τη θέση τους στο καθημερινό καλάθι αρκετών οικογενειών.
Ο ίδιος επισημαίνει ότι ακόμη και όταν οι αυξήσεις στις τιμές είναι περιορισμένες, τα χαμηλά εισοδήματα δεν επιτρέπουν στους καταναλωτές να ανταποκριθούν. «Όσο φθηνό και να είναι, όταν δεν έχουν λεφτά, όλα τους φαίνονται ακριβά», τονίζει.
«Το πετρέλαιο στα 2,20 ευρώ είναι μαχαίρι στην καρδιά»

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο Δημήτρης Παπαδάτος, εκπρόσωπος των παραγωγών οπωροκηπευτικών, ο οποίος περιγράφει μια εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση για όσους δραστηριοποιούνται στις λαϊκές αγορές.
Όπως αναφέρει, το αυξημένο κόστος καυσίμων αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους παράγοντες πίεσης, καθώς οι παραγωγοί δεν έχουν τη δυνατότητα να περιορίσουν τη χρήση των μηχανημάτων τους χωρίς να επηρεαστεί η ίδια η παραγωγική διαδικασία.
«Το 2,20 το πετρέλαιο είναι μαχαίρι στην καρδιά. Δεν γίνεται», λέει χαρακτηριστικά.
Όπως εξηγεί, η εργασία στον πρωτογενή τομέα απαιτεί τη λειτουργία συγκεκριμένων μηχανημάτων, τα οποία δεν μπορούν απλώς να τεθούν εκτός λειτουργίας για να εξοικονομηθούν καύσιμα.
«Δεν είναι αυτοκίνητο να το παρατάω και να παίρνω το λεωφορείο. Πρέπει να δουλέψουν τα μηχανήματα και να κάνεις τη δουλειά σου», σημειώνει, εξηγώντας ότι υπάρχουν έξοδα που δεν μπορούν να περιοριστούν.
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται στο κόστος παραγωγής. Η μειωμένη αγοραστική δύναμη των καταναλωτών δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο, καθώς οι παραγωγοί δυσκολεύονται να διαθέσουν τα προϊόντα τους ακόμη και όταν προσπαθούν να διατηρήσουν χαμηλές τιμές.
«Πλέον δεν μπορούμε να πουλήσουμε φθηνά. Έχει πέσει και η αγοραστική δύναμη του κόσμου», αναφέρει ο κ. Παπαδάτος.
Όπως επισημαίνει, οι οικογένειες έχουν να αντιμετωπίσουν ταυτόχρονα πολλές οικονομικές υποχρεώσεις: θέρμανση, φορολογικές επιβαρύνσεις, σχολικά έξοδα, φροντιστήρια, ξένες γλώσσες και ένδυση. Όλα αυτά περιορίζουν τα χρήματα που απομένουν για τις καθημερινές αγορές τροφίμων.
«Το κόστος σε όλους είναι τεράστιο. Δεν βγαίνει. Θα είναι ένας δύσκολος χειμώνας», προειδοποιεί.
Και προσθέτει ότι η κατάσταση έχει πλέον ξεπεράσει τα όρια της απλής οικονομικής δυσκολίας: «Τώρα πραγματικά έχει χτυπήσει κόκκινο».
Στο τραπέζι οι απογευματινές λαϊκές αγορές στην Πάτρα
Μέσα σε αυτό το δύσκολο περιβάλλον, μια νέα προοπτική για την εξυπηρέτηση των καταναλωτών και την ενίσχυση της δραστηριότητας των παραγωγών και γενικότερα της κίνησης είναι η λειτουργία απογευματινών λαϊκών αγορών στην Πάτρα.
Πρόκειται για μια πρόταση που, όπως αποκαλύπτει ο Δημήτρης Παπαδάτος, έχει τεθεί από τους ίδιους τους παραγωγούς εδώ και αρκετό καιρό, χωρίς να περιμένουν τις πρόσφατες νομοθετικές εξελίξεις.
Ως παράδειγμα αναφέρει τη Θεσσαλονίκη, όπου, σύμφωνα με τον ίδιο, η εφαρμογή του θεσμού έχει παρουσιάσει θετικά αποτελέσματα.
Η προοπτική ενδιαφέρει τους παραγωγούς της Πάτρας, καθώς θα μπορούσε να δώσει τη δυνατότητα σε εργαζόμενους και πολίτες που δεν μπορούν να επισκεφθούν τις λαϊκές αγορές τις πρωινές ώρες να κάνουν τα ψώνια τους αργότερα μέσα στην ημέρα.
Μάλιστα, ως πιθανό ωράριο συζητείται η λειτουργία μετά τις 17:00, ώστε να εξυπηρετούνται όσοι επιστρέφουν από την εργασία τους.
Ωστόσο, ο κ. Παπαδάτος ξεκαθαρίζει ότι η συγκεκριμένη πρωτοβουλία δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς προσεκτικό σχεδιασμό.
«Δεν είναι έτσι απλά τα πράγματα. Θέλει προγραμματισμό», αναφέρει, επισημαίνοντας ότι πρέπει να εξεταστούν ζητήματα όπως ο φωτισμός, η ύπαρξη τουαλετών, το ωράριο κοινής ησυχίας και η κατάλληλη ημέρα λειτουργίας.
Καθοριστική θεωρείται η συνεννόηση μεταξύ των σωματείων των παραγωγών και του Δήμου Πατρέων, προκειμένου να βρεθεί η κατάλληλη λύση και να διαμορφωθούν οι απαραίτητες συνθήκες.
Ο ίδιος επισημαίνει ότι οι καταναλωτές έχουν ήδη εκφράσει ενδιαφέρον για τη λειτουργία απογευματινών αγορών, καθώς πολλοί δεν προλαβαίνουν να επισκεφθούν τις πρωινές.
Παράλληλα, όμως, θέτει ως βασική προϋπόθεση τη βιωσιμότητα του εγχειρήματος.
«Το πράγμα πρέπει να είναι βιώσιμο από πολλές πλευρές. Ο παραγωγός ή ο έμπορος πρέπει να διαθέσει την πραμάτειά του. Αν δεν διατεθεί, υπάρχει χασούρα. Δεν θα υπάρχει επιθυμία να ξαναπάω», εξηγεί.
Με άλλα λόγια, η απογευματινή λαϊκή δεν αρκεί να προσελκύσει κόσμο. Θα πρέπει να εξασφαλίζει και ικανοποιητικό επίπεδο πωλήσεων, ώστε να έχει νόημα η συμμετοχή των επαγγελματιών.
Μπορεί να ξεκινήσει σύντομα η πρώτη απογευματινή αγορά;
Σε ό,τι αφορά το χρονοδιάγραμμα, δεν υπάρχει μέχρι στιγμής συγκεκριμένη ημερομηνία για την έναρξη λειτουργίας της πρώτης απογευματινής λαϊκής αγοράς στην Πάτρα.
Ωστόσο, ο Δημήτρης Παπαδάτος εκτιμά ότι, εφόσον υπάρξει η απαραίτητη συνεργασία και καλή θέληση από όλους τους εμπλεκόμενους, η διαδικασία θα μπορούσε να προχωρήσει σχετικά σύντομα.
«Πιστεύω, άμα υπάρχει καλή θέληση, φυσικά και μπορεί να γίνει σύντομα», αναφέρει.
Η πρόταση, επομένως, παραμένει στο τραπέζι, με τους παραγωγούς να εμφανίζονται θετικοί στην εφαρμογή της, αλλά να ζητούν να προηγηθεί η αναγκαία προετοιμασία.
Σε μια περίοδο που οι λαϊκές αγορές δοκιμάζονται από τη μειωμένη κατανάλωση, το αυξημένο κόστος και την οικονομική εξάντληση των νοικοκυριών, οι απογευματινές αγορές θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια νέα δυνατότητα για την πόλη. Το ζητούμενο είναι αν θα καταφέρουν να περάσουν από τη συζήτηση στην πράξη, δημιουργώντας ένα μοντέλο που θα εξυπηρετεί πραγματικά τόσο τους καταναλωτές όσο και τους ανθρώπους της παραγωγής.












