Το πρώτο κουδούνι της Α΄ Δημοτικού δεν σηματοδοτεί απλώς την έναρξη μιας ακόμη σχολικής χρονιάς. Για ένα παιδί έξι ετών αποτελεί ένα μεγάλο πέρασμα: από το γνώριμο περιβάλλον του Νηπιαγωγείου σε έναν καινούργιο κόσμο, με νέους ανθρώπους, διαφορετικούς κανόνες, περισσότερες απαιτήσεις, καινούργιες φιλίες αλλά και πρωτόγνωρα συναισθήματα.
Λίγο πριν ανοίξουν οι σχολικές πόρτες, το ερώτημα για πολλές οικογένειες είναι πώς μπορούν να προετοιμάσουν σωστά τα λεγόμενα «πρωτάκια».
Χρειάζεται να ξέρουν ήδη γράμματα και αριθμούς; Πόσο πρέπει να τα προετοιμάσουν πρακτικά; Πώς αντιμετωπίζεται ο φόβος για το άγνωστο, το άγχος του αποχωρισμού και η ανασφάλεια απέναντι σε ένα νέο περιβάλλον; Και, κυρίως, τι χρειάζεται ένα παιδί περισσότερο από όλα για να αισθανθεί ότι μπορεί να τα καταφέρει;

«Τα παιδιά καταλαβαίνουν τα πάντα»
Η Πρόεδρος της Ένωσης Συλλόγων Γονέων και Κηδεμόνων του Δήμου Πατρέων, κ. Ελένη Μπεχλιούλη, μίλησε στο PatraPress για όλα όσα χρειάζεται να γνωρίζουν οι γονείς, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να προσεγγίσουν τα παιδιά τους.

«Είστε μεγάλα παιδιά πλέον»
Η πρώτη και βασικότερη συμβουλή προς τους γονείς των παιδιών που θα πάνε στην Α΄ Δημοτικού είναι να παρουσιάσουν τη μετάβαση στο «μεγάλο σχολείο» ως κάτι θετικό.
Το παιδί πρέπει να καταλάβει ότι μπροστά του υπάρχει ένα καινούργιο ερέθισμα, μια νέα καθημερινότητα, καινούργια πρόσωπα και νέες εμπειρίες. Οι γονείς μπορούν να του μιλήσουν για το σχολείο, για τη δασκάλα ή τον δάσκαλό του, για τους συμμαθητές του, αλλά και για τα βιβλία που θα έχει πλέον στην τσάντα του.
Η κ. Μπεχλιούλη θεωρεί ότι σημαντικό είναι να τονιστεί στα παιδιά πως πλέον έχουν μεγαλώσει. Ότι θα πάνε στο «μεγάλο σχολείο», θα μάθουν να γράφουν και να διαβάζουν, θα έχουν τα δικά τους βιβλία και θα αποκτήσουν νέες γνώσεις.
Με αυτόν τον τρόπο, η αλλαγή παρουσιάζεται περισσότερο ως ένα σημαντικό βήμα προς την ανεξαρτησία και την ωρίμανση του παιδιού και λιγότερο ως μια διαδικασία που πρέπει να το αγχώσει.
Η εμπειρία, μάλιστα, δείχνει ότι τα παιδιά υποδέχονται αυτή τη μετάβαση κυρίως με χαρά και ανυπομονησία, αν και είναι φυσιολογικό να υπάρχει και κάποια αγωνία για το άγνωστο.
Το παιχνίδι απέναντι στην οθόνη
Η κ. Μπεχλιούλη επισημαίνει ότι η επίδραση της οθόνης εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τον τρόπο με τον οποίο μεγαλώνει το παιδί και από τις επιλογές της οικογένειας.
Όπως εξηγεί, ένα παιδί που βγαίνει από το σπίτι, παίζει και κοινωνικοποιείται είναι πιθανό να αναζητήσει και μόνο του αυτή την επαφή. Αντίθετα, όταν ένα παιδί παραμένει πολλές ώρες μπροστά σε μια οθόνη και δεν έχει την ευκαιρία να παίξει με άλλα παιδιά, μπορεί να μη δείχνει την ίδια διάθεση να βγει και να κοινωνικοποιηθεί.
Η ίδια εκτιμά ότι οι περισσότεροι γονείς, όταν έχουν την ευκαιρία, προσπαθούν να βγάζουν τα παιδιά τους έξω για παιχνίδι. Μάλιστα, όπως παρατηρεί, τα τελευταία τρία με τέσσερα χρόνια βλέπει και πάλι περισσότερες παρέες παιδιών να δημιουργούνται και περισσότερα παιδιά να παίζουν μεταξύ τους.
Η παιδική χαρά, οι παρέες, οι επισκέψεις σε σπίτια φίλων και το παιχνίδι με συνομηλίκους αποτελούν, σύμφωνα με την ίδια, σημαντικό κομμάτι της κοινωνικοποίησης.
Από τη στιγμή που τα παιδιά έρχονται σε επαφή μεταξύ τους μέσω του παιδικού σταθμού, του Νηπιαγωγείου και πλέον του σχολείου, δημιουργούν φιλίες και αναζητούν το ένα το άλλο και εκτός σχολικού περιβάλλοντος.
«Χάνεται η προσοχή τους»
Η κ. Μπεχλιούλη αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι υπάρχει διαφορά στη συμπεριφορά παιδιών που έχουν μεγάλη επαφή με τις οθόνες.
Όπως αναφέρει, σε ορισμένες περιπτώσεις παρατηρείται δυσκολία των παιδιών να ακολουθήσουν ακόμη και μια απλή εντολή. Παράλληλα, μπορεί να εμφανίζεται μειωμένη προσοχή και δυσκολία στη διαχείριση της υπομονής.
Στο ίδιο πλαίσιο αναφέρεται και στην αύξηση των διαγνώσεων στο ΚΕΔΑΣΥ, χωρίς ωστόσο να αποδίδει ευθέως την αύξηση αυτή στη χρήση των οθονών. Όπως διευκρινίζει, δεν γνωρίζει αν υπάρχει άμεση σύνδεση, ωστόσο η ίδια βλέπει αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο ορισμένα παιδιά διαχειρίζονται τις οδηγίες, την προσοχή και την αναμονή.
Σε ό,τι αφορά την έκταση του προβλήματος, εκτιμά ότι δεν αφορά τη συντριπτική πλειονότητα των παιδιών. Κατά την άποψή της, η εικόνα είναι περίπου «50-50».
Τη μεγαλύτερη εξάρτηση από τις οθόνες, όπως παρατηρεί, την εμφανίζουν κυρίως τα μεγαλύτερα παιδιά, δηλαδή παιδιά στις τελευταίες τάξεις του Δημοτικού και ακόμη περισσότερο στο Γυμνάσιο.
Για τις μικρότερες ηλικίες θεωρεί ότι η κατάσταση παραμένει πιο ελεγχόμενη, καθώς οι νέοι γονείς είναι πλέον περισσότερο υποψιασμένοι και προσπαθούν να παρακολουθούν και να ελέγχουν περισσότερο τη χρήση των ηλεκτρονικών συσκευών.
«Να τους λέμε την αλήθεια»
Πέρα όμως από το σχολείο και τις οθόνες, η κ. Μπεχλιούλη στέκεται ιδιαίτερα στη σχέση γονέα και παιδιού.
Το βασικό μήνυμα που θέλει να περάσει στους γονείς είναι ότι απέναντι στα παιδιά χρειάζεται ειλικρίνεια.
Οι γονείς, όπως σημειώνει, πρέπει να μιλούν στα παιδιά τους με ειλικρίνεια, να τους λένε την αλήθεια και να τους δείχνουν ότι τα εμπιστεύονται. Παράλληλα, τα παιδιά πρέπει να γνωρίζουν ότι οι γονείς τους θα βρίσκονται δίπλα τους ό,τι κι αν συμβεί.
Ακόμη και όταν κάνουν κάτι με το οποίο ο γονιός δεν συμφωνεί, το παιδί θα πρέπει να αισθάνεται ότι μπορεί να επιστρέψει και να μιλήσει μαζί του.
Αυτό προϋποθέτει καθημερινή επικοινωνία και ουσιαστικό χρόνο.
Δεν αρκεί, σύμφωνα με την κ. Μπεχλιούλη, ο γονιός να βρίσκεται απλώς στον ίδιο χώρο με το παιδί. Χρειάζεται να αφιερώνει κάποια ώρα της ημέρας αποκλειστικά σε εκείνο και, κυρίως, η ώρα αυτή να είναι ουσιαστική.
Να μιλά μαζί του, να το ακούει και να είναι πραγματικά παρών, χωρίς το μυαλό του να βρίσκεται στις υποχρεώσεις της δουλειάς ή σε όσα έχει να κάνει την επόμενη ημέρα.
«Τα παιδιά καταλαβαίνουν από πολύ μικρή ηλικία»
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει η Πρόεδρος της Ένωσης Γονέων στην αντίληψη που έχουν ορισμένοι ενήλικες ότι «το παιδί είναι μικρό και δεν καταλαβαίνει».
Για την ίδια, αυτή η λογική είναι λανθασμένη.
«Όλα τα καταλαβαίνουν», είναι ουσιαστικά το μήνυμα που μεταφέρει, υπογραμμίζοντας ότι οι γονείς δεν θα πρέπει να υποτιμούν την αντίληψη των παιδιών.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ένα παιδί τεσσάρων ετών θα αντιμετωπιστεί με τον ίδιο τρόπο όπως ένα παιδί έξι ή δέκα ετών. Η ουσία της συζήτησης μπορεί να είναι η ίδια, όμως ο τρόπος με τον οποίο θα μιλήσει ο γονιός στο παιδί πρέπει να προσαρμόζεται στην ηλικία του.
Παράλληλα, η θέσπιση ορίων αποτελεί ευθύνη των γονέων. Τα παιδιά χρειάζονται όρια και οι γονείς οφείλουν να τα θέτουν, εξηγώντας κάθε φορά με τρόπο που να μπορεί να κατανοήσει το παιδί τι επιτρέπεται και τι όχι.
Η επικοινωνία ως «ασπίδα» απέναντι στις δυσκολίες
Η ανάγκη για ουσιαστική επικοινωνία γίνεται ακόμη μεγαλύτερη όταν τα παιδιά μεγαλώνουν και έρχονται αντιμέτωπα με δύσκολες καταστάσεις στο σχολείο και στις σχέσεις τους με άλλα παιδιά.
Με αφορμή και τα περιστατικά βίας ή προβληματικών συμπεριφορών που καταγράφονται κατά καιρούς στο σχολικό περιβάλλον, η κ. Μπεχλιούλη επισημαίνει ότι η οικογένεια μπορεί να λειτουργήσει ως το πρώτο και σημαντικότερο σημείο αναφοράς για το παιδί.
Το παιδί πρέπει να ξέρει ότι μπορεί να έρθει στον γονιό του και να του μιλήσει για οτιδήποτε. Ακόμη και αν έχει κάνει κάποιο λάθος ή έχει κάνει μια «χαζομάρα», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, πρέπει να αισθάνεται ότι μπορεί να το πει.
Το σημαντικό είναι να γνωρίζει ότι ο γονιός θα είναι εκεί για να το βοηθήσει όταν δυσκολευτεί.
Αυτό, σύμφωνα με την ίδια, χτίζεται από νωρίς και όχι όταν εμφανιστεί ένα σοβαρό πρόβλημα.
Η σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στον γονιό και το παιδί δημιουργείται μέσα από την καθημερινότητα: μέσα από τη συζήτηση, την παρουσία, την ειλικρίνεια, τα όρια, αλλά και τον χρόνο που αφιερώνει ο γονιός στο παιδί του.
Και καθώς τα «πρωτάκια» ετοιμάζονται να περάσουν για πρώτη φορά την πόρτα του Δημοτικού, αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο εφόδιο που μπορούν να πάρουν μαζί τους: να γνωρίζουν ότι μεγαλώνουν, ότι μπορούν να εξερευνήσουν τον κόσμο γύρω τους, αλλά και ότι πίσω τους υπάρχει πάντα η οικογένειά τους, έτοιμη να τα ακούσει και να τα στηρίξει.

Πώς προετοιμάζουμε τα «πρωτάκια» για το Δημοτικό
H Πατρινή ψυχολόγος – ψυχοθεραπεύτρια Νικολέττα Καραγιάννη, εξηγεί στο PatraPress τι μπορούν να κάνουν οι γονείς ώστε αυτή η μετάβαση να γίνει όσο το δυνατόν πιο ομαλά, χωρίς να μεταφέρουν στα παιδιά το δικό τους άγχος και τις δικές τους προσδοκίες.

Δεν είναι μόνο οι γνώσεις – Είναι κυρίως οι δεξιότητες
Όπως επισημαίνει η κ. Καραγιάννη, η σχολική ετοιμότητα ενός παιδιού που περνά στην Α΄ Δημοτικού δεν εξαρτάται μόνο από το αν γνωρίζει αριθμούς, γράμματα ή άλλες βασικές γνώσεις.
«Μια αποτελεσματική μετάβαση στην Α΄ Δημοτικού σχετίζεται περισσότερο όχι τόσο με τις γνώσεις που έχει το παιδί, αλλά κυρίως με τις δεξιότητες που έχει αναπτύξει, τις κοινωνικοσυναισθηματικές δεξιότητες», σημειώνει.
Τι σημαίνει αυτό στην πράξη;
Το παιδί χρειάζεται να μπορεί να διαχειριστεί τη ματαίωση, δηλαδή το «όχι» και τη δυσκολία, να εκφράζει τις ανάγκες του και να ζητά βοήθεια όταν τη χρειάζεται.
«Αν έχει μάθει να ζητάει βοήθεια, θα μπορεί να ζητήσει βοήθεια από τον δάσκαλο, από τη δασκάλα, από έναν συμμαθητή του. Χρειάζεται επίσης να έχει μάθει πώς να λύνει τις μικροδιαφορές που μπορεί να έχει μέσα στην ομάδα, στο πλαίσιο στο οποίο βρίσκεται», εξηγεί.
Με άλλα λόγια, η προετοιμασία για το Δημοτικό δεν είναι μόνο «να μάθει το παιδί γράμματα». Είναι να αποκτήσει τα εφόδια ώστε να μπορεί να λειτουργεί μέσα σε ένα νέο κοινωνικό περιβάλλον.
Πρώτα πρέπει να διαχειριστεί το δικό του άγχος ο γονιός
Και εδώ βρίσκεται ίσως το πιο σημαντικό μήνυμα της ψυχολόγου προς τους γονείς.
Πριν ξεκινήσουν να μιλούν στο παιδί για το σχολείο, χρειάζεται να έχουν αναγνωρίσει και διαχειριστεί το δικό τους άγχος.
«Πάρα πολλές φορές είναι οι ίδιοι οι γονείς οι οποίοι κουβαλάνε το δικό τους άγχος και τις δικές τους προσδοκίες σε σχέση με το παιδί. Οπότε, συνειδητά και ασυνείδητα, αυτό μεταφέρεται στο παιδί», τονίζει.
Η διαδικασία, επομένως, ξεκινά από τον ίδιο τον ενήλικα.
«Πρώτα χρειάζεται να έχει ρυθμίσει ο ίδιος το συναίσθημά του, να έχει αναγνωρίσει το δικό του άγχος και τις δικές του προσδοκίες», σημειώνει η κ. Καραγιάννη.
Πώς μιλάμε στο παιδί για το καινούργιο σχολείο
Η συζήτηση για την πρώτη Δημοτικού χρειάζεται να δημιουργεί μια θετική προσδοκία, χωρίς όμως υπερβολές.
Ο γονιός μπορεί να παρουσιάσει το σχολείο ως έναν χώρο ανακάλυψης, εμπειριών και νέων γνωριμιών, χωρίς να δημιουργεί μια εικόνα ότι όλα θα είναι τέλεια ή ότι το παιδί θα πρέπει υποχρεωτικά να ενθουσιαστεί.
Αυτό που χρειάζεται, παράλληλα, είναι να αποφεύγονται φράσεις που λειτουργούν ως απειλή.
Μια χαρακτηριστική φράση που χρησιμοποιούν αρκετοί γονείς είναι το «θα πας στο σχολείο και θα στρώσεις».
«Σίγουρα αυτή η φράση δεν δημιουργεί μια θετική προσδοκία και ένα θετικό πλαίσιο», υπογραμμίζει.
«Μην φοβάσαι» – Γιατί δεν βοηθά αυτή η φράση
Ένα παιδί που ξεκινά το Δημοτικό μπορεί να φοβάται. Μπορεί να ανησυχεί για τον δάσκαλο, τα καινούργια παιδιά, το άγνωστο περιβάλλον ή τον αποχωρισμό από τους γονείς.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, η συμβουλή της ψυχολόγου είναι να μην υποτιμάμε το συναίσθημά του.
Φράσεις όπως «μη φοβάσαι», «δεν υπάρχει κανένας λόγος να φοβάσαι» ή «δεν είναι τίποτα» μπορεί να λέγονται με καλή πρόθεση, όμως δεν βοηθούν το παιδί να διαχειριστεί αυτό που αισθάνεται.
«Αυτό που βοηθάει είναι να καθίσω και να ακούσω τι είναι αυτό που θα μου πει το παιδί», εξηγεί.
Ο γονιός χρειάζεται πρώτα να αναγνωρίσει το συναίσθημα και στη συνέχεια να βοηθήσει το παιδί να το διαχειριστεί.
Από την «απειλή» στην «πρόκληση»
Τι μπορεί να απαντήσει, λοιπόν, ένας γονιός όταν το παιδί ρωτήσει: «Μαμά, τώρα που θα πάω σε καινούργιο σχολείο, θα είναι άλλα παιδιά και δεν θα ξέρω κανέναν;»
Η κ. Καραγιάννη προτείνει μια προσέγγιση που μετατρέπει το άγνωστο από απειλή σε πρόκληση.
«Μπορούμε να του πούμε: Είναι λογικό να φοβάσαι. Το καταλαβαίνω ότι φοβάσαι και ότι σε δυσκολεύει, γιατί θα πας κάπου που δεν γνωρίζεις τα παιδιά».
Στη συνέχεια, ο γονιός μπορεί να θυμίσει στο παιδί μια προηγούμενη εμπειρία στην οποία βρέθηκε σε άγνωστο περιβάλλον και τελικά τα κατάφερε.
«Θυμάσαι εκείνη την κατασκήνωση; Εκείνο το πάρτι που δεν ήξερες κανέναν και όμως τα κατάφερες και πέρασες ωραία;»
Με αυτόν τον τρόπο, το παιδί δεν ακούει απλώς «μη φοβάσαι». Μαθαίνει ότι μπορεί να φοβάται και ταυτόχρονα να τα καταφέρνει.
Το άγχος αποχωρισμού είναι μέρος της μετάβασης
Η είσοδος στην Α΄ Δημοτικού συνδέεται συχνά και με το άγχος αποχωρισμού.
Ένα παιδί μπορεί να βιώσει την αλλαγή με έντονο τρόπο, καθώς καλείται να απομακρυνθεί από το γνώριμο περιβάλλον και να λειτουργήσει για αρκετές ώρες χωρίς την άμεση παρουσία των γονιών του.
Η αντίδραση δεν είναι ίδια για όλα τα παιδιά.
«Μπορεί είτε το παιδί να είναι υπερδιεγερμένο, δηλαδή να φωνάζει, να κλαίει, να επιζητά την προσοχή άμεσα, είτε να είναι πιο υποτονικό, να προσπαθεί να αποσύρεται», εξηγεί η ψυχολόγος.
Και στις δύο περιπτώσεις, όμως, το παιδί μπορεί να βιώνει πολλά και έντονα συναισθήματα που ακόμη δεν ξέρει πώς να διαχειριστεί.
«Και είναι φυσιολογικό για την ηλικία αυτή να μαθαίνει πώς να τα διαχειριστεί», σημειώνει.
Μικρά πρακτικά βήματα που βοηθούν
Η προετοιμασία δεν χρειάζεται να περιοριστεί στη συζήτηση.
Οι γονείς μπορούν να βοηθήσουν το παιδί να αποκτήσει μια πρώτη εικόνα του νέου περιβάλλοντος.
Μια επίσκεψη στο σχολείο πριν από την έναρξη, μια διαδρομή μέχρι το σχολείο ώστε να γίνει ο χώρος πιο οικείος ή ακόμη και ένα παιδικό βιβλίο με θέμα την πρώτη μέρα στο σχολείο μπορούν να λειτουργήσουν βοηθητικά.
Στόχος είναι το νέο περιβάλλον να μην παραμένει κάτι εντελώς άγνωστο.
«Δεν χρειάζεται να δίνουμε λύση για όλα»
Ένα ακόμη συχνό λάθος των γονέων είναι η προσπάθεια να προλάβουν κάθε δυσκολία που μπορεί να αντιμετωπίσει το παιδί.
Η αγωνία τους είναι απολύτως κατανοητή. Ωστόσο, όπως εξηγεί η κ. Καραγιάννη, το να δίνει ο γονιός λύση σε κάθε πρόβλημα μπορεί τελικά να στερήσει από το παιδί κάτι πολύ σημαντικό: την αυτοπεποίθηση ότι μπορεί να τα καταφέρει.
«Ο γονέας που δίνει κάθε λύση στο παιδί, του αφαιρεί από την αυτοπεποίθησή του και δεν βοηθάει στο άγχος του για το σχολείο», υπογραμμίζει.
Ο ρόλος του γονέα είναι να βρίσκεται δίπλα στο παιδί συναισθηματικά, αλλά παράλληλα να του επιτρέπει να συμμετέχει στην επίλυση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει.
Γιατί αυτοπεποίθηση δεν σημαίνει ότι το παιδί πιστεύει πως όλα είναι εύκολα.
«Η αυτοπεποίθηση είναι η δεξιότητα του ότι, ακόμα και αν καταλαβαίνω ότι κάτι με δυσκολεύει και δεν ξέρω πώς να το κάνω, κάπως θα βρω τον τρόπο να τα καταφέρω», εξηγεί.
Τι να κάνει ο γονιός όταν το παιδί «ξεσπά»
Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες το άγχος του παιδιού μπορεί να εκφραστεί με έντονο τρόπο. Κλάμα, φωνές, θυμός ή άρνηση είναι συμπεριφορές που μπορεί να δυσκολέψουν και τον ίδιο τον γονιό.
Εκεί, σύμφωνα με την ψυχολόγο, χρειάζεται πρώτα να ρυθμίσει ο ενήλικας το δικό του συναίσθημα.
«Τη στιγμή που το παιδί τα χάνει, αρχίζει και φωνάζει και εκφράζεται με έντονο τρόπο, εκείνη είναι η στιγμή που χρειάζεται ο γονιός να κάνει ένα βήμα πίσω, να πάρει μια ανάσα και να καταλάβει ο ίδιος πώς νιώθει», αναφέρει.
Δεν είναι πάντα εύκολο
Ο γονεϊκός ρόλος είναι απαιτητικός και οι ενήλικες έχουν τα δικά τους προβλήματα, πιέσεις και συναισθήματα.
Γι’ αυτό και η συναισθηματική αυτορρύθμιση του γονέα αποτελεί βασικό κομμάτι της διαδικασίας.
Και ο γονιός χρειάζεται υποστήριξη
Στη συζήτηση μπαίνει έτσι και μια διάσταση που συχνά περνά σε δεύτερο πλάνο:
η ανάγκη των ίδιων των γονέων να μιλούν για τις δυσκολίες τους.
«Είναι σημαντικό να μην ανησυχούμε μόνοι μας», σημειώνει η κ. Καραγιάννη, επισημαίνοντας την αξία του να μοιράζεται ο γονιός την ανησυχία του με ανθρώπους που εμπιστεύεται.
Ένας φίλος, ένας συγγενής, ο άλλος γονιός ή, όταν χρειάζεται, ένας ειδικός ψυχικής υγείας μπορεί να αποτελέσει ένα ασφαλές πλαίσιο για να εκφραστεί η δυσκολία χωρίς κριτική.
«Να έχω έναν άνθρωπο δικό μου που νιώθω ασφάλεια και να μιλήσω για αυτό. Να πω ότι ως γονέας κι εγώ δυσκολεύομαι», αναφέρει.
Όπως εξηγεί, πολλοί άνθρωποι έχουν μάθει να εσωτερικεύουν τα συναισθήματά τους, να τα κρατούν μέσα τους και να αποφεύγουν να «επιβαρύνουν» τους άλλους.
Αυτό, όμως, μπορεί να μεταφερθεί και στον γονεϊκό ρόλο.
Η μετάβαση στην Α΄ Δημοτικού είναι μια μεγάλη
αλλαγή τόσο για το παιδί όσο και για την οικογένεια.
Δεν υπάρχει ανάγκη το παιδί να είναι απολύτως ατάραχο, να μην φοβάται ή να γνωρίζει από πριν πώς θα αντιμετωπίσει κάθε δυσκολία. Αυτό που χρειάζεται είναι να αισθάνεται ότι οι γονείς του είναι διαθέσιμοι, ότι ακούν τα συναισθήματά του και ότι το εμπιστεύονται.
«Αυτό το οποίο χρειάζεται το παιδί είναι υποστήριξη και η αίσθηση της ασφάλειας», τονίζει η κ. Καραγιάννη.
Και αυτή η ασφάλεια ξεκινά από τον ίδιο τον γονιό.
Ο στόχος, επομένως, δεν είναι να μεγαλώσουμε ένα παιδί που δεν φοβάται ποτέ. Είναι να το βοηθήσουμε να μάθει ότι μπορεί να φοβάται, να δυσκολεύεται, να ζητά βοήθεια και τελικά να βρίσκει τον δικό του τρόπο να τα καταφέρνει.
Γιατί η πρώτη Δημοτικού δεν είναι μόνο η αρχή μιας νέας σχολικής βαθμίδας. Είναι και ένα από τα πρώτα σημαντικά βήματα προς την αυτονομία.

Μια νέα αρχή με χαμόγελο, παρά τις δυσκολίες – «Οι εκπαιδευτικοί θα δώσουν το καλύτερο»
Μια νέα σχολική χρονιά ξεκινά και μαζί της ανοίγει ένα καινούργιο κεφάλαιο για τα παιδιά που περνούν για πρώτη φορά την πόρτα του Δημοτικού. Τα πρωτάκια καλούνται να γνωρίσουν ένα νέο περιβάλλον, να προσαρμοστούν στη σχολική καθημερινότητα και να κάνουν τα πρώτα τους βήματα στη νέα αυτή περίοδο της ζωής τους.
Για τον κ. Νίκο Θεοδωρόπουλο, γραμματέα του Συλλόγου Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Πάτρας, που μίλησε στο PatraPress, η έναρξη της σχολικής χρονιάς έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς το σχολείο υποδέχεται όχι μόνο τα παιδιά της Α΄ Δημοτικού αλλά και τα μικρότερα παιδιά της προσχολικής ηλικίας που κάνουν τα πρώτα τους βήματα στο νηπιαγωγείο.

«Εμείς που θα είμαστε στα σχολεία μας, εννοείται ότι θα καλωσορίσουμε τα παιδιά, ειδικά τα πρωτάκια μας στα δημοτικά σχολεία», σημειώνει, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι το καλωσόρισμα αφορά συνολικά τα παιδιά που εισέρχονται στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση.
Ο ίδιος θέλησε να κρατήσει και μια θετική πλευρά μέσα στη συζήτηση για την έναρξη της χρονιάς. Παρά τις δυσκολίες που υπάρχουν, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, οι εκπαιδευτικοί θα βρίσκονται στις θέσεις τους για να υποδεχθούν τους μαθητές και να στηρίξουν τη σχολική διαδικασία.
«Ελπίζουμε να έχουμε υγεία, να μην γίνει τίποτα, να πάνε όλα καλά, να κυλήσει […] ομαλά η σχολική χρονιά», αναφέρει.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στους ίδιους τους εκπαιδευτικούς, θέλοντας να στείλει ένα μήνυμα εμπιστοσύνης προς τους γονείς και τους μαθητές.
«Οι εκπαιδευτικοί θα είναι, όσοι είναι στις θέσεις τους, θα δίνουν πάντα το καλύτερο για τα παιδιά μας», τονίζει.
«Σχολεία παιδείας και όχι μόνο δράσεων»
Ο κ. Θεοδωρόπουλος ανοίγει, παράλληλα, και μια ευρύτερη συζήτηση για τον ρόλο του σχολείου και για το τι χρειάζονται σήμερα τα παιδιά.
Όπως επισημαίνει, η σχολική καθημερινότητα έχει επιβαρυνθεί σημαντικά από δράσεις, προγράμματα και γραφειοκρατικές διαδικασίες, με αποτέλεσμα, κατά την άποψή του, να υπάρχει κίνδυνος να απομακρύνεται το σχολείο από τον βασικό παιδαγωγικό του ρόλο.
«Είμαστε σχολεία παιδείας και όχι σχολεία δράσεων», αναφέρει χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας την ανάγκη να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στο παιδαγωγικό κομμάτι.
Για τον ίδιο, η σχολική χρονιά δεν αφορά μόνο την κάλυψη ενός προγράμματος μαθημάτων, αλλά και τη διαμόρφωση ενός περιβάλλοντος μέσα στο οποίο τα παιδιά θα μπορούν να μεγαλώνουν, να μαθαίνουν και να κοινωνικοποιούνται.

Η νέα σχολική χρονιά είναι για τα «πρωτάκια» μια σημαντική καινούργια αρχή, γεμάτη εμπειρίες και προκλήσεις.
Με τη στήριξη της οικογένειας, την εμπιστοσύνη των γονιών και τη φροντίδα των εκπαιδευτικών, η μετάβαση στο Δημοτικό μπορεί να γίνει πιο ομαλή και ασφαλής.
Το πρώτο κουδούνι, άλλωστε, δεν σηματοδοτεί μόνο την έναρξη των μαθημάτων, αλλά και το ξεκίνημα ενός νέου σημαντικού κεφαλαίου στη ζωή κάθε παιδιού.






