“Εάν αποσυνθέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις.”
Οδυσσέας Ελύτης
Το ελληνικό ελαιόλαδο είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας, του πολιτισμού και της ταυτότητας της χώρας μας. Αποτελεί βασικό πυλώνα της αγροτικής οικονομίας, στηρίζει χιλιάδες οικογένειες παραγωγών και δίνει ζωή στην ελληνική ύπαιθρο.
Κι όμως, παρά τη διεθνώς αναγνωρισμένη ποιότητά του, η Ελλάδα εξακολουθεί να μην αξιοποιεί τη δυναμική αυτού του εθνικού πλεονεκτήματος και κεφαλαίου.
Η χώρα μας συγκαταλέγεται στις μεγαλύτερες ελαιοπαραγωγούς χώρες του κόσμου και παράγει εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο υψηλής ποιότητας.
Ωστόσο, ένα μεγάλο μέρος της παραγωγής εξακολουθεί να εξάγεται χύμα, χωρίς τυποποίηση και χωρίς ελληνική ταυτότητα, επιτρέποντας σε άλλες χώρες να αποκομίζουν την υπεραξία
μέσω της εμπορίας και των ισχυρών εμπορικών σημάτων που έχουν δημιουργήσει.
Την ίδια στιγμή, η ελληνική ελαιοκομία αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις.
Ο κατακερματισμός της παραγωγής, η απουσία μακροπρόθεσμου στρατηγικού σχεδιασμού, η περιορισμένη σύνδεση της παραγωγής με την έρευνα και την καινοτομία αλλά και οι ολοένα εντονότερες επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, διαμορφώνουν ένα περιβάλλον που απαιτεί άμεσες πολιτικές αποφάσεις.
Άλλες μεσογειακές χώρες επένδυσαν συστηματικά στην τεχνολογία, στην παραγωγικότητα, στην ποιότητα, στην τυποποίηση και στη διεθνή προώθηση των προϊόντων τους.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί χωρίς έναν
συνεκτικό εθνικό σχεδιασμό για έναν από τους σημαντικότερους παραγωγικούς της κλάδους.
Για τον λόγο αυτό καταθέσαμε στη Βουλή ερώτηση προς τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, ζητώντας την άμεση εκπόνηση μιας ολοκληρωμένης εθνικής στρατηγικής για την ελληνική ελαιοκομία. Στο επίκεντρο αυτής της προσπάθειας πρέπει να βρίσκεται η δημιουργία ενός μόνιμου Εθνικού Συμβουλίου Ελαιοκομίας, στο οποίο θα συμμετέχουν η Πολιτεία, η επιστημονική κοινότητα, οι συνεταιρισμοί, οι παραγωγοί, οι μεταποιητικές επιχειρήσεις και οι εξαγωγικοί φορείς.
Ένας τέτοιος θεσμός μπορεί να χαράξει μακροπρόθεσμη πολιτική, να παρακολουθεί την εξέλιξη του κλάδου, να θέτει μετρήσιμους στόχους για την παραγωγή, την τυποποίηση και τις εξαγωγές, να ενισχύει την προστιθέμενη αξία του ελληνικού ελαιόλαδου και να συνδέει την παραγωγή με την έρευνα, τη σύγχρονη γεωπονική
γνώση και την καινοτομία.
Παράλληλα, απαιτείται η δημιουργία ενός διαφανούς μηχανισμού παρακολούθησης της αλυσίδας αξίας «από το χωράφι έως το ράφι», ώστε να γνωρίζουμε που δημιουργείται η υπεραξία και να διασφαλίζεται δίκαιη κατανομή του εισοδήματος προς όφελος των παραγωγών. Χρειάζονται επίσης επενδύσεις σε αρδευτικές
υποδομές, εκσυγχρονισμός των καλλιεργειών, αποτελεσματική αντιμετώπιση των φυτο-υγειονομικών κινδύνων, προσαρμογή στις νέες κλιματικές συνθήκες και ουσιαστική αναβάθμιση της εκπαίδευσης και της κατάρτισης των ελαιοπαραγωγών.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να αρκείται στον ρόλο του προμηθευτή εξαιρετικής πρώτης ύλης, αφήνοντας άλλους να καρπώνονται το μεγαλύτερο μέρος της αξίας.
Το ελληνικό ελαιόλαδο μπορεί να αποτελέσει έναν από τους ισχυρότερους πυλώνες της αγροτικής ανάπτυξης, της εξωστρέφειας και της εθνικής οικονομίας. Αυτό, όμως,
προϋποθέτει πολιτική βούληση, σχέδιο και συνέπεια.
Οι παραγωγοί μας δεν ζητούν προνόμια.
Ζητούν μια Πολιτεία που θα πιστέψει στις δυνατότητές τους και θα τους δώσει τα εργαλεία να πρωταγωνιστήσουν στις διεθνείς
αγορές.
Είναι καιρός να αποκτήσει η ελληνική ελαιοκομία τη στρατηγική που της αξίζει.
Η Ελλάδα χρειάζεται, επιτέλους, πυξίδα σε έναν τομέα που θα μπορούσε να έχει ισχυρό προβάδισμα.
Ανδρέας Παναγιωτόπουλος
Βουλευτή Αχαΐας













