Η ανάγκη άμεσης συγκρότησης μιας ολοκληρωμένης εθνικής στρατηγικής για τον ελληνικό ελαιοκομικό τομέα αναδεικνύεται με ερώτησή που κατατέθηκε με πρωτοβουλία του Βουλευτή Αχαΐας Ανδρέα Παναγιωτόπουλου.
Στην ερώτηση επισημαίνεται ότι το ελαιόλαδο αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ελληνικά αγροτικά προϊόντα, με ισχυρό οικονομικό, κοινωνικό, περιβαλλοντικό και πολιτιστικό αποτύπωμα.
Η ελαιοκαλλιέργεια στηρίζει χιλιάδες παραγωγούς και αγροτικές περιοχές της χώρας, ενώ το ελληνικό εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο αναγνωρίζεται διεθνώς για την υψηλή του ποιότητα και τα μοναδικά χαρακτηριστικά του.
Ωστόσο, όπως υπογραμμίζεται, η Ελλάδα δεν έχει καταφέρει μέχρι σήμερα να μετατρέψει αυτό το σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα σε αντίστοιχη οικονομική αξία.
Παρά την ποιότητα του προϊόντος, ο ελληνικός ελαιοκομικός τομέας αντιμετωπίζει σοβαρές διαρθρωτικές αδυναμίες, όπως η περιορισμένη τυποποίηση, η μεγάλη εξάρτηση από τις εξαγωγές χύμα ελαιολάδου, ο κατακερματισμός της παραγωγής, η απουσία σταθερού μηχανισμού στρατηγικού σχεδιασμού και η ανεπαρκής αξιοποίηση των δυνατοτήτων των διεθνών αγορών.
Επισημαίνεται επίσης ότι άλλες ελαιοπαραγωγές χώρες έχουν επενδύσει συστηματικά στην παραγωγικότητα, στην έρευνα, στην τεχνολογία, στην τυποποίηση και στη δημιουργία ισχυρών εμπορικών σημάτων, με αποτέλεσμα να ενισχύουν σημαντικά τη θέση τους στη διεθνή αγορά.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην ανάγκη δημιουργίας ενός μόνιμου θεσμικού μηχανισμού συντονισμού, όπως ένα Εθνικό Συμβούλιο Ελαιοκομίας, με τη συμμετοχή της Πολιτείας, της επιστημονικής κοινότητας, των παραγωγικών φορέων, των συνεταιρισμών και της μεταποιητικής και εξαγωγικής δραστηριότητας.
Ένας τέτοιος φορέας, θα μπορούσε να αποτελέσει τον κεντρικό πυρήνα σχεδιασμού και εφαρμογής μιας μακροπρόθεσμης πολιτικής για την ελαιοκομία, με στόχο:
● τη συλλογή και αξιοποίηση δεδομένων για την πορεία του κλάδου,
● τον καθορισμό μετρήσιμων στόχων για την παραγωγή, την τυποποίηση και τις εξαγωγές,
● την ενίσχυση της προστιθέμενης αξίας του ελληνικού προϊόντος,
● την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής,
● τη σύνδεση της παραγωγής με την έρευνα, την καινοτομία και τη σύγχρονη γεωπονική γνώση.
Παράλληλα, ζητείται από την κυβέρνηση συγκεκριμένες απαντήσεις για τη δημιουργία μηχανισμού παρακολούθησης της αλυσίδας αξίας «από το χωράφι έως το ράφι», ώστε να υπάρχει μεγαλύτερη διαφάνεια στο κόστος παραγωγής, μεταποίησης και εμπορίας, αλλά και για τις πολιτικές που προτίθεται να εφαρμόσει προκειμένου να ενισχυθεί η τυποποίηση και η ανάπτυξη ελληνικών brands στις διεθνείς αγορές.
Τίθεται επίσης το ζήτημα της ενίσχυσης της παραγωγικής βάσης, μέσω επενδύσεων σε αρδευτικά έργα, εκσυγχρονισμό των καλλιεργειών, αντιμετώπιση των φυτοϋγειονομικών κινδύνων και προσαρμογή στις νέες κλιματικές συνθήκες, καθώς και την ανάγκη αναβάθμισης της εκπαίδευσης και της κατάρτισης στον τομέα της ελαιοκομίας.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να περιορίζεται στον ρόλο του παραγωγού εξαιρετικής ποιότητας πρώτης ύλης, χωρίς να απολαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της αξίας που δημιουργείται στις διεθνείς αγορές.
Το ελληνικό ελαιόλαδο μπορεί και πρέπει να αποτελέσει έναν ισχυρό πυλώνα ανάπτυξης της αγροτικής οικονομίας, αρκεί να υπάρξει συνεκτικός σχεδιασμός, σταθερή πολιτική βούληση και μακροπρόθεσμη στρατηγική.
Με τη συγκεκριμένη κοινοβουλευτική παρέμβαση ερωτάται η κυβέρνηση αν θα προχωρήσει σε συγκεκριμένες πρωτοβουλίες για τη βιώσιμη ανάπτυξη του ελληνικού ελαιοκομικού τομέα, την ενίσχυση των παραγωγών και τη διασφάλιση της διεθνούς θέσης του ελληνικού ελαιόλαδου πριν είναι πολύ αργά.










