...
Popular Now
«Οι ιστορικές παρεμβάσεις Αντώνη Σαμαρά και Μαρίας Καρυστιανού»

«Οι ιστορικές παρεμβάσεις Αντώνη Σαμαρά και Μαρίας Καρυστιανού»

Το 9o Συνέδριο Circle the Med – The Mediterranean Forum

Το 9o Συνέδριο Circle the Med – The Mediterranean Forum

Bιωματικές δράσεις για την οδική ασφάλεια σε μαθητές της Ναυπακτίας ΦΩΤ0

Bιωματικές δράσεις για την οδική ασφάλεια σε μαθητές της Ναυπακτίας ΦΩΤ0

«Οι ιστορικές παρεμβάσεις Αντώνη Σαμαρά και Μαρίας Καρυστιανού»

«Οι ιστορικές παρεμβάσεις Αντώνη Σαμαρά και Μαρίας Καρυστιανού»

Νίκος Ι. Νικολόπουλος – Οι ιστορικές παρεμβάσεις Αντώνη Σαμαρά και Μαρίας Καρυστιανού και η μετακίνηση των τεκτονικών πλακών του πολιτικού συστήματος

 

Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική ζωή ενός τόπου όπου οι εξελίξεις δεν αποτυπώνονται απλώς σε δημοσκοπήσεις, κομματικές ανακοινώσεις ή κοινοβουλευτικές αντιπαραθέσεις. Υπάρχουν στιγμές που κάτι βαθύτερο αρχίζει να κινείται κάτω από την επιφάνεια της κοινωνίας. Σαν να μετακινούνται αργά αλλά βίαια οι τεκτονικές πλάκες ενός ολόκληρου πολιτικού και ιστορικού οικοδομήματος.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα. Η ομοβροντία της Μαρίας Καρυστιανού από τη Θεσσαλονίκη και ο πολιτικός πολυβολισμός του Αντώνη Σαμαρά από το βήμα της Βουλής δεν ήταν δύο ασύνδετα γεγονότα. Δεν ήταν δύο ειδήσεις της επικαιρότητας που θα σβήσουν μέσα στον θόρυβο της επόμενης ημέρας. Ήταν δύο σημεία καμπής. Δύο διαφορετικές φωνές, από δύο εντελώς διαφορετικές αφετηρίες, που συναντήθηκαν πάνω στο ίδιο ιστορικό έδαφος: την κρίση εμπιστοσύνης της ελληνικής κοινωνίας προς το σημερινό σύστημα εξουσίας.
Ο λόγος και των δύο υπήρξε σοβαρός, μεστός, χωρίς θεατρινισμούς. Ο ένας, ο Αντώνης Σαμαράς, μίλησε με το βάρος ενός πρώην πρωθυπουργού, ενός ανθρώπου που γνωρίζει το κράτος, τα εθνικά μέτωπα, την παράταξη και τις ιστορικές ευθύνες. Η άλλη, η Μαρία Καρυστιανού, μίλησε με το βάρος μιας μάνας που μετέτρεψε τον αβάσταχτο προσωπικό πόνο σε δημόσια απαίτηση δικαιοσύνης. Ο ένας έθεσε το ζήτημα της εθνικής και θεσμικής αποσύνθεσης. Η άλλη έθεσε το ζήτημα της ηθικής επαναθεμελίωσης μιας κοινωνίας που δεν αντέχει άλλο να ζει χωρίς αλήθεια.
Και οι δύο, τελικά, έδωσαν φωνή στον Έλληνα που παλεύει καθημερινά μέσα στην Ελλάδα. Στον άνθρωπο που δεν βγάζει τον μήνα. Στον γονιό που στερείται για να μεγαλώσει τα παιδιά του. Στον εργαζόμενο που ζει σε συνθήκες εξάντλησης και ανασφάλειας. Στον νέο που βλέπει μπροστά του όχι προοπτική αλλά διαφυγή. Στην οικογένεια που αισθάνεται εγκαταλελειμμένη. Στον πολίτη που δεν ζητά θαύματα, αλλά κράτος, ευθύνη, δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια.
Η βαθύτερη παρεξήγηση του σημερινού πολιτικού συστήματος είναι ότι εξακολουθεί να πιστεύει πως η κοινωνία απλώς θυμώνει. Δεν καταλαβαίνει ότι η κοινωνία έχει περάσει σε άλλο στάδιο. Δεν θυμώνει μόνο. Αποσύρει σιωπηλά την πίστη της από το ίδιο το κράτος. Και αυτό είναι ιστορικά πολύ πιο σοβαρό.

Οι κοινωνίες αντέχουν τη φτώχεια. Αντέχουν τις δυσκολίες. Αντέχουν ακόμη και τις ήττες. Εκείνο που δεν αντέχουν για πολύ είναι να αισθάνονται ότι ζουν σε μια χώρα όπου οι θεσμοί λειτουργούν ως μηχανισμοί απόστασης και όχι προστασίας. Όπου η Δικαιοσύνη αντιμετωπίζεται με καχυποψία. Όπου η ακρίβεια γίνεται μόνιμη συνθήκη. Όπου η νέα γενιά φεύγει. Όπου η περιφέρεια αδειάζει. Όπου η πολιτική μοιάζει περισσότερο με διαχείριση εικόνας παρά με εθνικό σχέδιο.
Γι’ αυτό και όποιος σήμερα κοιτά αφ’ υψηλού το φαινόμενο Καρυστιανού ως μια ακόμη έκρηξη αγανάκτησης, μάλλον δεν έχει καταλάβει τι πραγματικά κινείται κάτω από την επιφάνεια της χώρας.

📍 ⏳ Άλλες ειδήσεις για ΕΛΛΑΔΑ

Η Μαρία Καρυστιανού δεν είναι απλώς ένα νέο πολιτικό πρόσωπο. Είναι σύμπτωμα μιας βαθύτερης ιστορικής εξάντλησης. Είναι η μορφή μέσα από την οποία ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας αναγνωρίζει τον εαυτό του: πονεμένο, προδομένο, αλλά όχι παραιτημένο.
Η ίδια δεν εμφανίστηκε μέσα από κομματικούς σωλήνες. Δεν αναδείχθηκε από μηχανισμούς. Δεν τη δημιούργησαν επικοινωνιολόγοι. Τη δημιούργησε η ίδια η ζωή. Τη δημιούργησε η τραγωδία των Τεμπών. Τη δημιούργησε η οργή μιας μάνας. Τη δημιούργησε η σιωπή ενός κράτους που για πολύ καιρό δεν έδωσε πειστικές απαντήσεις. Τη δημιούργησε η ανάγκη ενός λαού να ξαναβρεί λέξεις όπως αλήθεια, δικαιοσύνη, αξιοπρέπεια και ευθύνη.

Η ιδρυτική διακήρυξη του νέου κινήματος, με το μήνυμα ότι ξεκινά μια πορεία ελπίδας, είναι βαθιά ποτισμένη από το κλίμα κοινωνικής απογοήτευσης. Περισσότερο από κομματικό κείμενο, θυμίζει συλλογικό ξέσπασμα μιας κουρασμένης κοινωνίας που δεν ζητά άλλο ένα σύνθημα, αλλά μια διέξοδο. Δεν ζητά άλλη μια τεχνική διαχείριση της εξουσίας, αλλά επιστροφή σε βασικές αξίες: λαϊκή κυριαρχία, θεσμική αποκατάσταση, κοινωνική προστασία, παραγωγική ανασυγκρότηση, δημογραφική αφύπνιση, αξιοπρέπεια του ανθρώπου.
Το εντυπωσιακό δεν είναι ότι αυτές οι λέξεις ακούστηκαν. Το εντυπωσιακό είναι ότι ακούστηκαν σχεδόν ως κάτι εξωσυστημικό. Και εδώ βρίσκεται η τραγωδία της εποχής μας. Ότι όσα θα έπρεπε να αποτελούν το αυτονόητο λεξιλόγιο ενός κανονικού κράτους ακούγονται πλέον σαν ριζοσπαστική διεκδίκηση.

Η Μεταπολίτευση οικοδόμησε για δεκαετίες ένα κοινωνικό συμβόλαιο. Υποσχέθηκε ότι, παρά τις αδικίες, η χώρα θα κινείται προς τα εμπρός. Ότι τα παιδιά θα ζουν καλύτερα από τους γονείς. Ότι η δημοκρατία θα βαθαίνει. Ότι οι θεσμοί θα ωριμάζουν. Ότι η Ελλάδα, με δυσκολίες αλλά και με ελπίδα, θα προχωρά. Αυτό το συμβόλαιο σήμερα έχει ραγίσει. Και το πολιτικό σύστημα δείχνει να μην το αντιλαμβάνεται, επειδή εξακολουθεί να διαβάζει την κοινωνία με όρους εκλογικής διαχείρισης, τηλεοπτικής κυριαρχίας και επικοινωνιακών ποσοστών.
Όμως μια κοινωνία μπορεί για αρκετό καιρό να σωπαίνει χωρίς να συμφιλιώνεται. Και η ελληνική κοινωνία εδώ και χρόνια σωπαίνει πολύ περισσότερο απ’ όσο φαίνεται.

Από την άλλη πλευρά, η παρέμβαση του Αντώνη Σαμαρά στη Βουλή είχε ιστορικό βάρος όχι μόνο για όσα είπε, αλλά για το πότε, πού και απέναντι σε ποιον τα είπε. Ένας πρώην πρωθυπουργός της Νέας Δημοκρατίας, από το βήμα της Βουλής, εξαπέλυσε μια από τις σκληρότερες επιθέσεις που έχουν ακουστεί τα τελευταία χρόνια κατά του Κυριάκου Μητσοτάκη. Και δεν το έκανε για δευτερεύοντα ζητήματα. Το έκανε για τα εθνικά θέματα, την εξωτερική πολιτική, τις υποκλοπές, τη θεσμική λειτουργία και τη φυσιογνωμία της ίδιας της παράταξης.
Όταν ο Αντώνης Σαμαράς είπε «Για όνομα του Θεού! Πόσο πια θα εξευτελίσετε τους θεσμούς αλλά ακόμα και αυτήν την έρημη Νέα Δημοκρατία; Τι φοβάστε κ. Μητσοτάκη;», δεν απηύθυνε απλώς κοινοβουλευτική κριτική. Έσπασε δημόσια το εσωτερικό ταμπού της Κεντροδεξιάς. Και όταν τόνισε ότι «η Ελλάδα δεν είναι ιδιοκτησία σας» και ότι ο πρωθυπουργός δεν είναι ούτε κυβερνήτης ούτε ηγεμόνας, η σύγκρουση έπαψε να είναι εσωκομματική. Έγινε ευθεία αμφισβήτηση ολόκληρου του μοντέλου εξουσίας του σημερινού Μαξίμου.

Ο Σαμαράς δεν μίλησε ως πολιτικός του παρελθόντος. Μίλησε σαν άνθρωπος που θεωρεί ότι η χώρα εισέρχεται σε επικίνδυνη ιστορική φάση. Η επιμονή του στη Γαλάζια Πατρίδα, στον τουρκικό αναθεωρητισμό, στην αποτυχία της πολιτικής κατευνασμού, στις εθνικές υποχωρήσεις και στην ανάγκη εθνικής αφύπνισης δείχνει ότι πίσω από την παρέμβασή του υπάρχει μια βαθύτερη στρατηγική αντίληψη: ότι η Ελλάδα οδηγείται σε εθνική κρίση ενώ το πολιτικό της σύστημα λειτουργεί σαν να διαχειρίζεται απλώς επικοινωνιακές ισορροπίες.
Η φράση του «Το πρόβλημα δεν είναι στο τηλέφωνο που χτυπάει στις 3 το πρωί. Είναι ότι δεν το σηκώνει κανείς» ήταν ίσως η πιο σκληρή πολιτική αποδόμηση της σημερινής διακυβέρνησης. Διότι δεν κατηγόρησε απλώς την κυβέρνηση για λάθη. Την κατηγόρησε για απουσία ιστορικής εγρήγορσης. Την κατηγόρησε ότι δεν αντιλαμβάνεται το μέγεθος των εθνικών κινδύνων. Την κατηγόρησε ότι έχει χάσει επαφή με την πραγματική Ελλάδα.

Η Τουρκία δεν κρύβει πλέον τις επιδιώξεις της. Μιλά ανοιχτά για Γαλάζια Πατρίδα, αμφισβητεί ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα, κρατά ενεργό το casus belli, επιχειρεί να μετατρέψει το Αιγαίο σε χώρο διαπραγμάτευσης και συνεκμετάλλευσης. Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η Ελλάδα δεν μπορεί να απαντά με αμηχανία, ούτε με την ψυχολογία του κατευνασμού. Χρειάζεται εθνική στρατηγική, αποτροπή, διεθνοποίηση του προβλήματος, καθαρές κόκκινες γραμμές και σύνδεση των ευρωτουρκικών σχέσεων με τον απόλυτο σεβασμό των κυριαρχικών δικαιωμάτων Ελλάδας και Κύπρου.
Αυτό είναι το βαθύτερο νόημα της παρέμβασης Σαμαρά. Ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να συμπεριφέρεται σαν ουδέτερος παρατηρητής σε μια κρίση που αφορά την ίδια την ιστορική της συνέχεια. Το Αιγαίο δεν είναι απλώς ενεργειακός διάδρομος. Δεν είναι μόνο πεδίο διεθνούς δικαίου. Είναι ο χώρος όπου συμπυκνώθηκε η ελληνική εμπειρία της ελευθερίας, της επιβίωσης και της εθνικής ταυτότητας. Όταν μια κοινωνία αρχίζει να αντιμετωπίζει αυτόν τον χώρο σαν τεχνικό ζήτημα διαχείρισης, τότε ίσως η μεγαλύτερη απειλή δεν έρχεται μόνο από τον απέναντι αναθεωρητισμό, αλλά και από την εσωτερική εξάντληση της ιστορικής της συνείδησης.
Έτσι λοιπόν, οι δύο παρεμβάσεις δεν είναι αντίθετες. Είναι συμπληρωματικές μέσα στη μεγάλη εικόνα της πολιτικής αναδιάταξης. Η Μαρία Καρυστιανού εκφράζει την ανάγκη ηθικής και κοινωνικής αναγέννησης. Ο Αντώνης Σαμαράς εκφράζει την ανάγκη εθνικής και θεσμικής αφύπνισης. Η μία μιλά από την πληγή της κοινωνίας. Ο άλλος από την αγωνία της ιστορικής ευθύνης. Και οι δύο, με διαφορετικό τρόπο, συναντούν το ίδιο ερώτημα: μπορεί η Ελλάδα να συνεχίσει έτσι;
Η απάντηση, όσο κι αν ενοχλεί τους βολεμένους, είναι όχι.
Δεν μπορεί μια χώρα να πορεύεται με θεσμούς που δεν εμπνέουν εμπιστοσύνη. Δεν μπορεί μια κοινωνία να αντέχει επ’ άπειρον την ακρίβεια, την ανασφάλεια, τη φυγή των νέων και την αίσθηση αδικίας. Δεν μπορεί η πολιτική να λειτουργεί μόνο ως μηχανισμός εικόνας. Δεν μπορεί η εθνική στρατηγική να αντικαθίσταται από επικοινωνιακές ισορροπίες. Δεν μπορεί η Δημοκρατία να επιβιώνει όταν ο πολίτης αισθάνεται ότι η αλήθεια θάβεται, η ευθύνη διαχέεται και η δικαιοσύνη καθυστερεί.
Εδώ βρίσκεται το πραγματικό πολιτικό αποτέλεσμα των δύο ομιλιών. Δεν παράγουν απλώς επικοινωνιακό θόρυβο. Παράγουν πολιτικό χώρο. Ανοίγουν ρήγματα. Νομιμοποιούν δημόσια την αμφισβήτηση ενός συστήματος που εμφανιζόταν μέχρι χθες πανίσχυρο. Δίνουν λόγο και μορφή σε κοινωνικά στρώματα που ένιωθαν πολιτικά άστεγα.

Για τη Νέα Δημοκρατία, ειδικά, η παρέμβαση Σαμαρά είναι υπαρξιακή πρόκληση. Δεν αφορά μόνο έναν πρώην αρχηγό ή έναν πρώην πρωθυπουργό. Αφορά το ερώτημα τι είναι σήμερα η Νέα Δημοκρατία. Είναι ακόμη η παράταξη του Κωνσταντίνου Καραμανλή, της εθνικής ευθύνης, της δημοκρατικής ευπρέπειας και της ευρωπαϊκής θωράκισης της πατρίδας; Ή έχει μεταβληθεί σε πολιτικό μόρφωμα χωρίς ιδεολογική πυξίδα, προσαρμοσμένο στις ανάγκες ενός κλειστού πρωθυπουργικού συστήματος;
Το ερώτημα αυτό δεν μπορεί πλέον να κρυφτεί κάτω από τα χαλιά της κομματικής πειθαρχίας. Η βάση της παράταξης ακούει. Οι παραδοσιακοί ψηφοφόροι ακούνε. Οι άνθρωποι που νιώθουν ότι η πατρίδα, η οικογένεια, η πίστη, η ασφάλεια και η κοινωνική συνοχή έχουν εγκαταλειφθεί από τον δημόσιο λόγο, ακούνε. Και όταν οι άνθρωποι αυτοί αισθανθούν ότι υπάρχει άλλη φωνή που εκφράζει τις αγωνίες τους, τότε οι πολιτικές μετακινήσεις δεν μετριούνται μόνο με αριθμούς. Μετριούνται με ρήγματα συνείδησης.

Αντίστοιχα, η παρουσία της Μαρίας Καρυστιανού δημιουργεί έναν άλλο χώρο: τον χώρο της ηθικής αντιπροσώπευσης. Τον χώρο εκείνων που δεν ξεκινούν από ιδεολογικά εγχειρίδια αλλά από μια βασική απαίτηση: να υπάρξει δικαιοσύνη. Να υπάρξει αλήθεια. Να υπάρξει κράτος που να σέβεται τον πολίτη. Να υπάρξει πολιτική που να μη φοβάται την ανθρώπινη ψυχή.
Δεν μιλώ ως οπαδός ούτε ως μέλος του νέου κόμματος της κυρίας Καρυστιανού. Το έχω πει καθαρά και έντιμα: ως Πρόεδρος των Ελλήνων Χριστιανοδημοκρατών δεν λειτουργώ με όρους προσωπικής πολιτικής επιβίωσης ούτε με λογικές πανικού. Θα μελετήσουμε προγράμματα, διακηρύξεις, θέσεις και προτεραιότητες. Θα περιμένουμε και τις οριστικές αποφάσεις του Αντώνη Σαμαρά, γύρω από το όνομα του οποίου υπάρχει επίσης έντονη πολιτική και κοινωνική κινητικότητα. Μετά θα τοποθετηθούμε δημόσια, υπεύθυνα και καθαρά.
Όμως άλλο πράγμα η θεσμική και πολιτική αξιολόγηση και άλλο η ανθρώπινη αναγνώριση. Και σήμερα οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι η Μαρία Καρυστιανού κατάφερε μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα να κερδίσει την εμπιστοσύνη μεγάλου μέρους της κοινωνίας, διότι μίλησε από καρδιάς. Δεν χρειαζόταν χαρτιά για να εκφράσει τον πόνο, την αγωνία και την ελπίδα. Δεν χρησιμοποίησε την πολιτική ως ρόλο. Τη βίωσε ως ευθύνη.
Γι’ αυτό και το σημερινό πολιτικό σύστημα φοβάται. Όχι απλώς ένα νέο κόμμα. Όχι απλώς μια νέα υποψηφιότητα. Φοβάται το ενδεχόμενο να ξυπνήσει ξανά μια κοινωνική ψυχή που νόμιζαν ότι είχε σιωπήσει. Φοβάται ότι η οργή θα αποκτήσει μορφή. Ότι η απογοήτευση θα αποκτήσει κατεύθυνση. Ότι η αμφισβήτηση θα γίνει πολιτική δύναμη.
Από εδώ και πέρα, τίποτα δεν θα είναι όπως πριν. Η κυβερνητική φθορά δεν είναι πια απλώς ζήτημα ποσοστών. Είναι ζήτημα ηθικής νομιμοποίησης. Το πολιτικό σύστημα δεν αμφισβητείται μόνο εκλογικά. Αμφισβητείται κοινωνικά, θεσμικά, εθνικά και ηθικά. Και όταν ένα σύστημα χάνει την ηθική του νομιμοποίηση, οι εξελίξεις επιταχύνονται με τρόπο που κανείς δεν μπορεί να ελέγξει απόλυτα.

Αυτό νοηματοδοτούν οι δύο ομιλίες. Ότι η Ελλάδα μπαίνει σε νέα πολιτική περίοδο. Ότι οι παλιοί διαχωρισμοί δεν αρκούν πλέον. Ότι το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος θα κυβερνήσει, αλλά με ποιο ήθος, ποια εθνική συνείδηση, ποια κοινωνική ευαισθησία και ποια θεσμική ευθύνη.
Η κοινωνία δεν αναζητά απλώς καλύτερη διαχείριση. Αναζητά επαναθεμελίωση. Αναζητά ανθρώπους που να νιώθουν αυτά που λένε. Αναζητά πολιτική με ψυχή. Αναζητά πατρίδα που να μη φοβάται. Αναζητά δικαιοσύνη που να μην καθυστερεί. Αναζητά κράτος που να προστατεύει και όχι να συγκαλύπτει.
Οι τεκτονικές πλάκες μετακινούνται ήδη. Το ετοιμόρροπο πολιτικό σύστημα τρίζει. Και όσοι συνεχίζουν να κυβερνούν σαν να μη συμβαίνει τίποτα, ίσως πολύ σύντομα βρεθούν μπροστά σε μια πραγματικότητα που δεν θα μπορούν ούτε να ελέγξουν ούτε να ερμηνεύσουν.

Η Ελλάδα δεν παραδίδεται. Η Ελλάδα δεν ξεχνά. Η Ελλάδα δεν φοβάται. Η Ελλάδα δεν παζαρεύει την κυριαρχία της. Και, κυρίως, η Ελλάδα δεν μπορεί να συνεχίσει χωρίς αλήθεια, χωρίς δικαιοσύνη, χωρίς αξιοπρέπεια και χωρίς ελπίδα.
Αυτό είναι το μήνυμα των δύο ιστορικών ομιλιών. Και αυτό είναι το προμήνυμα όσων έρχονται.

Νίκος Ι. Νικολόπουλος
Πρόεδρος Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος Ελλάδος
πρώην Υφυπουργός και πρώην Βουλευτής

Ακολουθήστε μας στις προτιμώμενες πηγές της Google:

Follow us on Google

FOLLOW: Google News Facebook Viber X