Η Ιστορία δεν είναι ένα ουδέτερο κεφάλαιο βιβλίου. Είναι μνήμη, βίωμα και, για πολλούς, ακόμη ανοιχτή πληγή.
Γι’ αυτό η επιλογή ενός νέου πολιτικού φορέα να επαναφέρει το όνομα «ΕΛΑΣ» δεν μπορεί να θεωρηθεί μια απλή συμβολική αναφορά.
Πρόκειται για μια ονομασία που εξακολουθεί να διχάζει, καθώς δεν παραπέμπει μόνο στην Εθνική Αντίσταση αλλά και σε τραυματικές εμπειρίες που σημάδεψαν χιλιάδες ελληνικές οικογένειες.
Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει τη συμβολή του ΕΛΑΣ, όπως και του ΕΔΕΣ, στον αγώνα κατά της γερμανικής κατοχής. Η κοινή τους δράση στον Γοργοπόταμο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της εθνικής μας ιστορίας.
Το ίδιο, όμως, δεν μπορεί να αποσιωπηθεί ότι σε πολλές περιοχές της Ελλάδας το όνομα «ΕΛΑΣ» είναι συνδεδεμένο με διώξεις, εκτελέσεις και πράξεις βίας που αποδίδονται σε ένοπλα τμήματά του κατά τα τελευταία χρόνια της Κατοχής και την περίοδο που ακολούθησε 1944-1948.
Η Βαλιμή, ο Φενεός κ. α περιοχές αποτελούν τραγικές περιπτώσεις που παραμένουν χαραγμένες στη συλλογική μνήμη.
Η Ιστορία δεν υπηρετείται με επιλεκτική μνήμη. Ούτε με εξιδανικεύσεις ούτε με αποσιωπήσεις.
Όποιος επιλέγει να επαναφέρει ένα τόσο ιστορικά φορτισμένο όνομα οφείλει να αναλαμβάνει και το βάρος όλων όσων αυτό συμβολίζει – όχι μόνο των σελίδων που προκαλούν υπερηφάνεια, αλλά και εκείνων που προκαλούν πόνο.
Γι’ αυτό τίθενται δύο απλά ερωτήματα:
Πώς αντιμετωπίζονται οι ιστορικά τεκμηριωμένες μαρτυρίες για διώξεις, κακοποιήσεις και εκτελέσεις αμάχων;
Με ποια ηθική και ιστορική λογική επανέρχεται σήμερα στον δημόσιο λόγο ένα όνομα που για πολλούς Έλληνες παραμένει συνώνυμο προσωπικών τραγωδιών;
Ο διάλογος για την Ιστορία δεν απαιτεί λήθη. Απαιτεί αλήθεια. Και η αλήθεια δεν μπορεί να είναι επιλεκτική.
Αν θέλουμε πραγματικά να τιμούμε την ιστορική μνήμη, οφείλουμε να θυμόμαστε ολόκληρη την Ιστορία, όχι μόνο το μέρος που μας βολεύει.
Ανδρέας Σταματακόπουλος
ΔΗΜΟΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΑΙΓΙΑΛΕΙΑΣ


