Με ιδιαίτερα αιχμηρή παρέμβαση στην Ολομέλεια της Βουλής, κατά τη συζήτηση του σχεδίου νόμου «Εφαρμογή του Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο και λοιπές διατάξεις του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου», ο βουλευτής Αχαΐας της ΝΙΚΗΣ, Σπυρίδων Τσιρώνης, ξεκαθάρισε ότι η ΝΙΚΗ καταψηφίζει το νομοσχέδιο, θεωρώντας το επικίνδυνο για την εθνική ασφάλεια, την κοινωνική συνοχή και τις αντοχές της χώρας.
Από την αρχή της ομιλίας του, ο κ. Τσιρώνης έθεσε το πολιτικό πλαίσιο χωρίς περιθώρια παρερμηνείας, τονίζοντας ότι η στάση της ΝΙΚΗΣ δεν υπαγορεύεται από ιδεολογική εμμονή, αλλά από εθνική ευθύνη. Όπως εξήγησε, το Κίνημα έχει αποδείξει πως στηρίζει όσα μέτρα κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση στο μεταναστευτικό, όταν αυτά υπηρετούν πραγματικά την αποτροπή και την προστασία της χώρας.
Ο βουλευτής Αχαΐας παρουσίασε την εικόνα των ροών με βάση τα στοιχεία που δημοσιοποιεί το ίδιο το Υπουργείο, επισημαίνοντας ότι οι αριθμοί παραμένουν αμείλικτοι. Οι αφίξεις συνεχίζονται στα νησιά του Ανατολικού και Βορείου Αιγαίου, στην Κρήτη και σε άλλες περιοχές, ενώ ο συνολικός αριθμός των παραμενόντων κινείται σταθερά σε υψηλά επίπεδα. Την ίδια ώρα, οι επιστροφές και οι απελάσεις παραμένουν εξαιρετικά περιορισμένες, δημιουργώντας ένα αρνητικό ισοζύγιο που, όπως υπογράμμισε, το νομοσχέδιο δεν αντιμετωπίζει, αλλά θεσμοθετεί και διαιωνίζει.
Στο πιο σκληρό πολιτικό σημείο της τοποθέτησής του, ο κ. Τσιρώνης χαρακτήρισε το Σύμφωνο παγίδα για την Ελλάδα, περιγράφοντας έναν ευρωπαϊκό μηχανισμό που μετατρέπει τις χώρες πρώτης εισόδου, όπως η Ελλάδα, η Ιταλία, η Ισπανία, η Μάλτα και η Κύπρος, σε «αποθήκες ψυχών».
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε και στην οικονομική διάσταση του μεταναστευτικού. Όπως είπε, το άμεσο κόστος υποδοχής φτάνει στα 270 έως 500 εκατομμύρια ευρώ ετησίως, ενώ με την επιβάρυνση σε υγεία, παιδεία, αστυνόμευση, δικαιοσύνη, διοίκηση και σωφρονιστικό σύστημα, το συνολικό κόστος μπορεί να αγγίζει τα 850 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο. Ο κ. Τσιρώνης υπενθύμισε ότι έχει καταθέσει σχετική Ερώτηση για την επιβάρυνση των κρατικών υποδομών από την παρουσία μεταναστών, χωρίς να λάβει ποτέ απάντηση.
Στο επιχείρημα ότι οι σχετικές δαπάνες καλύπτονται από ευρωπαϊκούς πόρους, απάντησε ότι «διπλά το πληρώνουν οι Έλληνες, μία φορά ως Ευρωπαίοι φορολογούμενοι μέσω του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού και άλλη μία μέσα από τις τοπικές υποδομές, τα νοσοκομεία που ασφυκτιούν, τα σχολεία που δυσκολεύονται να ανταποκριθούν και τις δημόσιες υπηρεσίες που επιβαρύνονται καθημερινά».
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ απέρριψε εκ προοιμίου την εύκολη κατηγορία περί ρατσισμού, σημειώνοντας ότι αυτά που περιέγραψε αποτελούν στατιστικά δεδομένα και πραγματικότητα. Στάθηκε επίσης στην επιβάρυνση από τη μαύρη εργασία και στην εκροή συναλλάγματος προς τρίτες χώρες, ζητώντας να ειπωθεί επιτέλους ξεκάθαρα ποιος πληρώνει την πολιτική που παρουσιάζεται ως ανθρωπισμός, ενώ στην πράξη μετακυλίει το βάρος στις ελληνικές κοινωνίες.
Ο κ. Τσιρώνης αποδόμησε και τον λεγόμενο μηχανισμό ευρωπαϊκής αλληλεγγύης, τονίζοντας ότι πολλές χώρες έχουν ήδη ξεκαθαρίσει πως δεν πρόκειται να δεχθούν μετεγκαταστάσεις. Αναφέρθηκε στην αυστηροποίηση πολιτικών από κράτη της Βόρειας Ευρώπης και στη στάση μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών, επισημαίνοντας ότι, όταν οι ισχυροί της Ευρώπης αποσύρονται από την πραγματική κατανομή βαρών, η Ελλάδα μένει ξανά στην πρώτη γραμμή με άδεια χέρια και βαριές συνέπειες.
Απέναντι σε αυτή την πολιτική, ο βουλευτής Αχαΐας ανέφερε τη θέση της ΝΙΚΗΣ για μια καθαρή εθνική στρατηγική τριών αξόνων: αποθάρρυνση, αποτροπή, απέλαση. Όπως τόνισε, «πρέπει να κοπούν τα κίνητρα, να δημιουργηθούν αντικίνητρα και να υπάρξει άμεση απέλαση όσων δεν δικαιούνται να παραμένουν στη χώρα. Η Ελλάδα δεν μπορεί να γίνει πεδίο πειραματισμού ούτε για ιδεοληψίες ούτε για την κυβερνητική ανικανότητα».
Κλείνοντας, ο Σπύρος Τσιρώνης έδωσε τον πυρήνα της πολιτικής θέσης της ΝΙΚΗΣ, συνδέοντας το μεταναστευτικό με την πατρίδα, τον λαό, τη δημογραφική συνέχεια και την κοινωνική συνοχή, για να καταλήξει με τη θέση που συμπυκνώνει την πολιτική γραμμή της ΝΙΚΗΣ: «Πρώτα η Ελλάδα, πρώτα οι Έλληνες».

