Δύο πρώην δόκιμες μοναχές αποφάσισαν να εγκαταλείψουν το μοναστήρι στη Βραζιλία για να παντρευτούν. Πλέον λένε πως η νέα τους αποστολή είναι «να είμαστε εδώ για να ακούμε ιστορίες και να βοηθάμε ανθρώπους».
Η Φρανσίλια Κόστα και η Λουίζα Σιλβέριο στην αρχή δεν συμπαθούσαν η μία την άλλη. Η Λουίζα θυμάται τη στιγμή που είδε τη Φραν για πρώτη φορά. «Πω πω, τι σνομπ καλόγρια, τι αηδιαστική καλόγρια!», είπε στο BBC News Brasil. Το αίσθημα της αντιπάθειας ήταν αμοιβαίο. «Ξέρεις όταν δεν σου αρέσει κάποιος; Χωρίς κανένα λόγο; Και εγώ σκεφτόμουν το ίδιο για εκείνη. Πώς μπορεί ένα κορίτσι να είναι τόσο σνομπ;», είπε από την πλευρά της η Φρανσίλια Φραν.
Οι δυο τους μπήκαν στο μοναστήρι στα 20 τους για παρόμοιους λόγους. Η Λουίζα θυμάται πως ένιωθε ένα «κενό» από την την εφηβεία της στο Μίνας Ζεράις και ένα κάλεσμα να εκπληρώσει μια αποστολή. Η Φραν μεγάλωσε με πολύ θρήσκους παππούδες στην ενδοχώρα του Πιαουί και ένιωθε ότι είχε μια θρησκευτική αποστολή στη ζωή της.
Με τον καιρό, η αμοιβαία αντιπάθεια ξεπεράστηκε και οι δύο καλόγριες έγιναν φίλες. «Μπήκαμε στο μοναστήρι με έναν σκοπό και αυτός ο σκοπός ήταν να υπηρετήσουμε τον Θεό», λέει η Λουίζα.
Φεύγοντας από το μοναστήρι
Μετά από μερικά χρόνια και για διαφορετικούς προσωπικούς λόγους που σχετίζονταν με την ψυχική υγεία, τόσο η Λουίζα όσο και η Φρανσίλια αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την μοναστική ζωή. Η Λουίζα έχασε τη γιαγιά της από τη μητέρα της και από τότε, άρχισε να αντιμετωπίζει έντονα επεισόδια άγχους, τα οποία οδήγησαν σε διάγνωση κατάθλιψης. Εκείνη την περίοδο, βρισκόταν σε ένα στάδιο της θρησκευτικής της εκπαίδευσης που απαιτούσε ένα πολύ έντονο πρόγραμμα εκτός της κοινότητας. Με τη θεραπεία και τη διαδικασία κατανόησης της ψυχικής της υγείας, συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να φροντίσει τον εαυτό της και πήρε την απόφαση να εγκαταλείψει το μοναστήρι.
Η Φρανσίλια ακολούθησε μια παρόμοια πορεία. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας του κορωνοϊού, άρχισε να νιώθει υπερβολικούς φόβους, ότι θα κολλήσει τον ιό, ότι θα μεταδώσει την ασθένεια ή ότι θα λάβει άσχημα νέα από συγγενείς και φίλους. Εκείνη την περίοδο, της διαγνώστηκε σύνδρομο πανικού, μια διαταραχή που χαρακτηρίζεται από ξαφνικές και έντονες κρίσεις πανικού, συνοδευόμενες από σωματικά και συναισθηματικά συμπτώματα. Στο πλαίσιο της θεραπείας, κατά τη διάρκεια των συνεδριών ψυχοθεραπείας, άρχισε να αναρωτιέται για τη ρουτίνα της στο μοναστήρι.
Μοναχές εγκατέλειψαν μοναστήρι της Βραζιλίας και παντρεύτηκαν: «Η σεξουαλικότητα μας και η πίστη μας δεν διαχωρίζονται»
Φρανσίλια και Λουίζα
«Η θρησκευτική ζωή είναι μια πολύ όμορφη ζωή, αλλά πρέπει να έχεις σωματική και ψυχική υγεία. Δεν αρκεί μόνο να ξέρεις να προσεύχεσαι, δεν αρκεί να έχεις κλίση. Και σε εκείνο το σημείο που βρισκόμουν, η ψυχική μου υγεία είχε ήδη χαθεί», λέει.
Όμως η Φρανσίλια ένιωθε πανικό μόνο και μόνο στη σκέψη ότι θα έφευγε από το μοναστήρι. Μέσα από τις συζητήσεις της με τη Λουίζα βρήκε το θάρρος να κάνει το αποφασιστικό βήμα.
«Και η Λουίζα έπρεπε να φροντίσει την ψυχική της υγεία. Και όταν αποφάσισε να φύγει, ήταν ένα σοκ για μένα. Σκέφτηκα: “Θεέ μου! Ένα κορίτσι αυτής της ηλικίας έχει τη δύναμη να σκεφτεί να ξαναρχίσει τη ζωή της οπουδήποτε, ενώ εγώ δεν μπορώ να σκεφτώ να ξαναρχίσω, παρόλο που έχω ζήσει πολύ περισσότερο έξω από εδώ παρά εδώ μέσα”», συμπλήρωσε.
Νέα ζωή
Σύντομα οι δύο τους βρέθηκαν αντιμέτωπες με διάφορα πρακτικά προβλήματα. Η Φρανσίλια έπρεπε να αγοράσει καινούργια ρούχα για να μπορέσει να βγει από το μοναστήρι. «Δεν ξέρεις αν θα καταφέρεις να σπουδάσεις ή αν θα βρεις δουλειά, γιατί είναι δύσκολο. Η ζωή εδώ έξω δεν είναι εύκολη», λέει η Λουίζα.
«Φαντάσου σε μια συνέντευξη για δουλειά, ο άνθρωπος ρωτάει: ποια είναι η εκπαίδευσή σου; “Θεολογία”. Πού θα πάω να δουλέψω;», είπε από την πλευρά της η Φρανσίλια.
Οι δύο γυναίκες δυσκολεύονταν να πληρώσουν το ενοίκιο και τότε ως φίλες αποφάσισαν να συγκατοικήσουν. Και η φιλία τους μετατράπηκε σε έρωτα.
Η Φρανσίλια ήταν αυτή που πήρε την πρωτοβουλία. Αποφάσισε να ανοίξει την καρδιά της στη Λουίζα αφού είδε μια ρομαντική κωμωδία «Amor em Verona» στην οποία οι πρωταγωνιστές αρχικά μισούν ο ένας τον άλλον και στη συνέχεια ερωτεύονται. Το συναίσθημα μεταξύ των δύο ήταν αμοιβαίο, και η φιλία μετατράπηκε σε σχέση, η οποία κατέληξε σε γάμο.
Μοναχές εγκατέλειψαν μοναστήρι της Βραζιλίας και παντρεύτηκαν: «Η σεξουαλικότητα μας και η πίστη μας δεν διαχωρίζονται»
Και οι δύο παραμένουν πολύ πιστές καθολικές και λένε ότι το αίσθημα αποστολής που τις οδήγησε να μπουν στο μοναστήρι στο παρελθόν συνεχίζεται τώρα αλλού: στα κοινωνικά δίκτυα.
Μοιράζονται στα κοινωνικά δίκτυα την καθημερινότητά τους και τις λεπτομέρειες αυτής της ασυνήθιστης πορείας, από το μοναστήρι στον γάμο.
Με την πάροδο του χρόνου, άρχισαν να λαμβάνουν όλο και περισσότερες ερωτήσεις από διάφορους χρήστες του διαδικτύου, τόσο από χριστιανούς με απορίες σχετικά με τη σεξουαλικότητά τους, όσο και από άτομα που ανήκουν στη LGBTQI+ κοινότητα, αλλά φοβούνται να πλησιάσουν την πίστη.
«Αυτό ενίσχυσε πραγματικά την επιθυμία μας να μιλήσουμε ανοιχτά για την ιστορία μας, για τη σεξουαλικότητά μας, για την πίστη μας που είχε απόλυτο νόημα και που σήμερα βοηθά πολλούς ανθρώπους», λέει η Λουίζα.
Εκτός από τα social media, η Λουίζα δραστηριοποιείται στον τομέα των ακινήτων παρέχοντας συμβουλευτικές υπηρεσίες, ενώ η Φρανσίλια ασχολείται με τη διαχείριση και τη στρατηγική του ψηφιακού μάρκετινγκ.
Μοναχές εγκατέλειψαν μοναστήρι της Βραζιλίας και παντρεύτηκαν: «Η σεξουαλικότητα μας και η πίστη μας δεν διαχωρίζονται»
«Το μοναστήρι δεν ήταν μια απόδραση από την σεξουαλικότητα»
«Αυτό ακούμε πιο συχνά: “Α, μπήκαν στο μοναστήρι για να ξεφύγουν από τη σεξουαλικότητα, και μετά έφυγαν επειδή αναζήτησαν κάτι άλλο”. Αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι έτσι», λέει η Λουίζα. «Εκείνη την εποχή ήμασταν επικεντρωμένες στο να υπηρετούμε τον Θεό, να ακολουθούμε πραγματικά τα βήματα που Εκείνος χάραξε», ανέφερε.
Πριν μπουν στο μοναστήρι και οι δύο θεωρούσαν τον εαυτό τους αμφιφυλόφιλες. «Αυτό δεν μας οδήγησε να φοβόμαστε τον Θεό ή να φοβόμαστε να είμαστε εκεί μέσα», είπε.
«Δεν ήθελα να συνάψω σχέση με κανέναν. Ήθελα πραγματικά να ζήσω την αγαμία, να ακολουθήσω τη θρησκεία, την εκκλησία. Δεν σκεφτόμουν καθόλου την πιθανότητα να βγω έξω και να συνάψω σχέση με κάποιον», λέει η Λουίζα.
Η Φρανσίλια συμφωνεί: «Δεν είχα χρόνο να σκεφτώ τίποτα άλλο πέρα από αυτό. Αυτή ήταν και η δυσκολία του να αφήσω τη ζωή εκεί μέσα. Το να μπω ήταν πολύ εύκολο, το να βγω ήταν το πιο δύσκολο πράγμα που αντιμετώπισα».
Αργότερα, όταν πήγαν να ζήσουν μαζί και ανακάλυψαν τα ερωτικά συναισθήματα που ένιωθαν η μία για την άλλη, προέκυψαν άλλα διλήμματα θρησκευτικής φύσεως για το πώς θα συνέχιζαν να ασκούν την πίστη τους μέσα σε έναν καθολικισμό που δεν αναγνωρίζει τη σχέση τους.
Η απάντηση, λέει η Λουίζα, ήρθε σιγά-σιγά: «Είναι κάτι για το οποίο εγώ και η Φρανσίλια μιλάμε πολύ εδώ στο σπίτι: δεν μπορείς να διαχωρίσεις τον Ιησού ως άνθρωπο και τον Ιησού ως Θεό. Είναι ένας και ο ίδιος. Και η σεξουαλικότητά μας και η πίστη μας δεν πρέπει να διαχωρίζονται, γιατί είναι μέσα μας. Είμαστε ένα ζευγάρι που έχει πίστη, δεν υπάρχει τρόπος να το διαχωρίσουμε αυτό».


