Η σεισμική δραστηριότητα αποτελεί διαχρονικό χαρακτηριστικό του ελληνικού χώρου και επηρεάζει έντονα περιοχές όπως το Ιόνιο, η Δυτική Ελλάδα, ο Κορινθιακός Κόλπος και η Αχαΐα, ωστόσο η ένταση ενός σεισμού δεν είναι από μόνη της εκείνη που καθορίζει τις συνέπειες. Το πραγματικό μέγεθος της καταστροφής συνδέεται άμεσα με την ποιότητα και τα χαρακτηριστικά του κτιριακού αποθέματος, το οποίο στην Ελλάδα παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανομοιογενές.
Πολυκατοικίες προηγούμενων δεκαετιών, κατασκευασμένες με παλαιότερους αντισεισμικούς κανονισμούς, συνυπάρχουν με νεότερα κτίρια υψηλότερων προδιαγραφών, δημιουργώντας μια σύνθετη εικόνα ως προς την πραγματική αντοχή των κατασκευών.
Σε αρκετές περιοχές, το παλιό κτιριακό απόθεμα αυξάνει την έκθεση σε ζημιές, ανεξάρτητα από το επίπεδο της σεισμικής δραστηριότητας, αναδεικνύοντας τις αδυναμίες που εξακολουθούν να υπάρχουν σε μεγάλο μέρος των κτιρίων. Το ερώτημα, επομένως, δεν αφορά μόνο το πού θα εκδηλωθεί ένας ισχυρός σεισμός, αλλά κυρίως το πού οι επιπτώσεις του ενδέχεται να είναι πιο έντονες.
Όπως αναφέρει στο protothema.gr ο καθηγητής Αντισεισμικών Κατασκευών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, Κωνσταντίνος Σπυράκος, τα τελευταία χρόνια ομάδες επιστημόνων έχουν ανοίξει τη συζήτηση για την αναθεώρηση του αντισεισμικού πλαισίου στην Ελλάδα, στο πλαίσιο και της επικαιροποίησης των ευρωπαϊκών κανονισμών. Σύμφωνα με τον ίδιο, εξετάζεται ένας νέος χάρτης σεισμικής επικινδυνότητας, ο οποίος θα επαναπροσδιορίσει τις μέγιστες σεισμικές επιταχύνσεις και κατ’ επέκταση τις απαιτήσεις σχεδιασμού των κατασκευών.
📍 ⏳ Το Χρονικό της Είδησης: Αχαΐα
Οι «κόκκινες» περιοχές
Σύμφωνα με τον καθηγητή, οι υψηλότερες απαιτήσεις αντισεισμικού σχεδιασμού εντοπίζονται σήμερα στην Κεφαλονιά, τη Ζάκυνθο και γενικότερα στα νησιά του Ιονίου, λόγω της έντονης σεισμικής δραστηριότητας που καταγράφεται στην περιοχή.
Την ίδια στιγμή, όπως επισημαίνει, οι αλλαγές που προκύπτουν από τον νέο σεισμολογικό χάρτη οδηγούν σε αυστηρότερες προδιαγραφές και για τη Δυτική Ελλάδα, τον Κορινθιακό Κόλπο, τη Βόρεια Πελοπόννησο και ιδιαίτερα την Αχαΐα, όπου η αυξημένη σεισμικότητα συνδυάζεται με σημαντική παρουσία παλαιότερων και πιο ευάλωτων κατασκευών. Η Πάτρα και ευρύτερα η Αχαΐα θεωρούνται περιοχές με αυξημένη ανάγκη για ελέγχους και παρεμβάσεις, καθώς διαθέτουν μεγάλο ποσοστό κτιρίων που έχουν ανεγερθεί με παλαιότερους αντισεισμικούς κανονισμούς.
Η επικαιροποίηση αυτή, σύμφωνα με τον καθηγητή, βασίζεται σε σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα και στον νέο ευρωπαϊκό αντισεισμικό κανονισμό, με στόχο μια πιο ρεαλιστική αποτύπωση του σεισμικού κινδύνου στη χώρα.
Παράλληλα, υπενθυμίζει ότι ο πρώτος αντισεισμικός κανονισμός στην Ελλάδα θεσπίστηκε το 1959, ενώ σήμερα ισχύει ο Ελληνικός Αντισεισμικός Κανονισμός του 2000, όπως αναθεωρήθηκε το 2003. Για την αποτίμηση και ενίσχυση υφιστάμενων κατασκευών εφαρμόζονται πλέον ο Κανονισμός Επεμβάσεων (ΚΑΝ.ΕΠΕ.) και ο ΚΑΔΕΤ για τις κατασκευές από φέρουσα τοιχοποιία, με τις πιο πρόσφατες αναθεωρήσεις τους το 2022.






