Οι τελευταίες εξελίξεις στη διεθνή πολιτική σκηνή αναδεικνύουν το πόσο
εύθραυστες είναι οι ισορροπίες στο παγκόσμιο προσκήνιο. Η έναρξη πολεμικών
επιχειρήσεων των ΗΠΑ και του Ισραήλ έναντι του Ιράν, απαιτεί ψύχραιμη και
κριτική ανάλυση των βασικών παραγόντων που την προκάλεσαν.
O πρώτος λόγος για την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων, αποτελεί η
καταστροφή του πυρηνικού οπλοστασίου του Ιράν. Tο πυρηνικό πρόγραμμα του
Ιράν, αποτέλεσε αντικείμενο επαναδιαπραγμάτευσης μεταξύ του Προέδρου των
ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και του Ιράν μέσω διπλωματικών συνομιλίων. Παρόλο που
είχε δοθεί ένα χρονικό περιθώριο 10 – 12 ημερών, η πολεμική επίθεση εναντίον
του Ιράν ξεκίνησε μέσα σε δύο μέρες, γεγονός που δεν προκαλεί έκπληξη αν
αναλογιστεί κανείς τις μέχρι τώρα κινήσεις του Προέδρου των Ηνωμένων
Πολιτειών οι οποίες προκαλούν έντονο προβληματισμό καθώς φαίνεται να
ενεργεί με τρόπο που παρακάμπτει τις καθιερωμένες αρχές του διεθνούς δικαίου
και δημιουργεί ερωτήματα σχετικά με τη σταθερότητα του διεθνούς συστήματος.
Ο δεύτερος λόγος είναι η αλλαγή καθεστώτος του Ιράν το οποίο αδιαμφισβήτητα
αποτελείται από ένα καταπιεστικό, θεοκρατικό, πολιτικό καθεστώς το οποίο
λειτουργεί με γνώμονα τη Σαρία. Στο πλαίσιο αυτό, οι πολίτες βρίσκονται
αντιμέτωποι με τον περιορισμό βασικών ελευθεριών και δικαιωμάτων, την
καταπάτηση δικαιωμάτων των γυναικών, την επιβολή της θανατικής ποινής, την
επιβολή και την τήρηση αυστηρών θρησκευτικών και κοινωνικών κανόνων από
την αστυνομία ηθών, τον περιορισμό της έκφρασης των πολιτών και την βίαιη
καταστολή τους από τις εσωτερικές δυνάμεις ασφαλείας.
Πέρα από αυτούς τους λόγους, η χρονική συγκυρία της στρατιωτικής επέμβασης
στο Ιράν φαίνεται να συμπίπτει με μια περίοδο κατά την οποία οι Ηνωμένες
Πολιτείες αντιμετωπίζουν σημαντικές εσωτερικές προκλήσεις. Αυτό που
επικρατεί, είναι ένα γερό ταρακούνημα της εκλογικής βάσης που εξέλεξε τον
Ντόναλντ Τραμπ, καθώς προεκλογικά ο Πρόεδρος είχε διακηρύξει τρεις κύριες
θέσεις: τη δημοσίευση των αρχείων Epstein, να επαναφέρει την οικονομία σε
ισχυρή πορεία και τέλος (όχι μόνο) να μην εμπλακεί η χώρα σε πολέμους αλλά
να σταματήσει και τους ήδη υπάρχοντες. Μέχρι στιγμής, ωστόσο, δεν φαίνεται να
έχουν γίνει ουσιαστικά βήματα προς την υλοποίηση των δεσμεύσεων. Οι κινήσεις
που έχει ακολουθήσει φαίνεται να επιβαρύνουν την οικονομική κατάσταση των
πολιτών καθώς η επιβολή των δασμών οδηγούν στην αύξηση των τιμών, που ο
ίδιος ο λαός των ΗΠΑ αναγκάζεται να πληρώνει. Όσον αφορά τη δημοσίευση των
αρχείων Epstein, παρά το γεγονός ότι αποτελούσε βασική προεκλογική θέση,
τώρα που κατέχει την εξουσία, φαίνεται ότι η ολοκληρωτική δημοσίευσή τους έχει
καθυστερήσει, ενώ όσα αρχεία έχουν δει το φως της δημοσιότητας έχουν
προκαλέσει αντιδράσεις σχετικά τις αμφιλεγόμενες σχέσεις του Epstein με τον
Πρόεδρο, δημιουργώντας σύγχυση και κλονισμό στην εκλογική του βάση.
📍 ⏳ Ειδήσεις για : ΗΠΑ
Από την Αρχαία Ελλάδα γνωρίζουμε ότι όταν ένας τύραννος θέλει να κρατήσει
τον λαό απασχολημένο και αποπροσανατολισμένο από τα πραγματικά και
καθημερινά προβλήματα, ξεκινάει πολέμους, αξιοποιώντας τις εξωτερικές
συγκρούσεις, για να καλύψει τις αδυναμίες του καθεστώτος. Παρόλο που ο
Ντόναλντ Τραμπ δεν είναι τύραννος αλλά εκλεγμένος ηγέτης, ακολουθεί την ίδια
πρακτική κατά την οποία ο αποπροσανατολισμός του αμερικανικού λαού φαίνεται
να γίνεται μέσω της στρατιωτικής επέμβασης στο Ιράν. Το γεγονός αυτό
συγκρούεται με την τρίτη προεκλογική του δέσμευση, στην οποία είχε διακηρύξει
ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα εμπλεκόταν σε κανέναν πόλεμο,
υπογραμμίζοντας έτσι την ασυμφωνία μεταξύ λόγων και πράξεων.
Παράλληλα, η τρέχουσα προβολή των επιτυχημένων στρατιωτικών επιχειρήσεων των ΗΠΑ, φαίνεται να χρησιμοποιείται για να ενισχύσει την ρητορική της επέμβασης και να
χρησιμοποιηθεί ως ένα μελλοντικό εργαλείο στην προσωπική προβολή του
Ντόναλντ Τραμπ ως «σωτήρας του Ιρανικού λάου» και «αυτός που σταμάτησε
πολέμους».
Όσον αφορά την αλλαγή του ισλαμικού καθεστώτος του Ιράν είναι γεγονός ότι
μια αλλαγή θα μπορούσε να επιφέρει μόνο θετικές εξελίξεις και να δώσει μια
ανάσα ελευθερίας στους πολίτες της χώρας. Όπως φαίνεται και από τα γεγονότα
που διαδραματίστηκαν στη Βενεζουέλα, η μετάβαση από ένα αυταρχικό και
καταπιεστικό καθεστώς (όπως το παρουσιάζουν οι ΗΠΑ, ενώ στην
πραγματικότητα δεν έχει αλλάξει κάτι) μπορεί να δημιουργήσει ευκαιρίες για
αποκλιμάκωση των εντάσεων και μεγαλύτερη προστασία των αμάχων στην
περιοχή. Η συγκεκριμένη θέση προσφέρει ένα ιδιαίτερο πλεονέκτημα στις ΗΠΑ
και το Ισραήλ, καθώς θεωρείται ότι, υπό το πρόσχημα της αλλαγής καθεστώτος,
η διεθνής κοινότητα θα αντιδράσει περιορισμένα κατά του πολέμου στο Ιράν.
Παρά ταύτα, η επέμβαση ενός κράτους στα εσωτερικά ενός άλλου, όπως συνέβη
και στη Βενεζουέλα, παραβιάζει τις αρχές του διεθνούς δικαίου και συνιστά
παράνομη πρακτική.
Η διεθνής κοινότητα πρέπει να επιδιώκει την αλλαγή μέσω
ειρηνικών και νόμιμων ενεργειών, χωρίς τη παραβίαση της κυριαρχίας των
κρατών.
Η συζήτηση γύρω από την αποτελεσματικότητα του διεθνούς δικαίου
επανέρχεται διαρκώς στο προσκήνιο, καθώς εντείνεται η αντίληψη ότι οι συνεχείς
παραβιάσεις του υπονομεύουν την αξία και την δυναμική του. Στο σύγχρονο
γεωπολιτικό περιβάλλον, στρατιωτικές επιχειρήσεις από ισχυρά κράτη – όπως οι
βομβαρδισμοί του Ισραήλ στο Ιράν και το Λίβανο, οι επεμβάσεις των ΗΠΑ και
Ρωσίας, η ενδεχόμενη επέμβαση της Κίνας στη Ταϊβάν – ενισχύουν τον
προβληματισμό για το αν οι διεθνείς κανόνες τηρούνται στη πράξη. Ωστόσο,
αυτό που είναι σημαντικό να αντιληφθούμε ως πολίτες, είναι η θεμελιώδη
σημασία του διεθνούς δικαίου. Οι βασικές αρχές του δημιουργήθηκαν στον
απόηχο δύο τραγικών γεγονότων στην ιστορία της ανθρωπότητας, των δύο
Παγκοσμίων Πολέμων. Το σύστημα αυτό διέπεται από κανόνες που αποσκοπούν
στην διασφάλιση και διατήρηση της ειρήνης και στη διαχείριση των διεθνών
διαφορών με θεσμικό τρόπο. Παρά την ύπαρξη διεθνών δικαιοδοτικών οργάνων,
ικανών να επιβάλλουν κυρώσεις σε περίπτωση παραβίασης, η παρέμβαση τους
εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη βούληση των ίδιων των κρατών να
προσφύγουν σε αυτά για την επίλυση των διαφορών τους. Σε αυτό το πλαίσιο,
σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν και τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας
του ΟΗΕ, τα οποία μπορούν να λειτουργήσουν ως εργαλείο συλλογικής δράσης.
4
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η διεθνής αντίδραση στην επέμβαση κατά
του Ιράκ, με σκοπό την απελευθέρωση του Κουβέιτ το 1990 – 1991. Υπό το
πρίσμα αυτό, τα γεγονότα που εκτυλίσσονται σήμερα στο Ιράν κρίνονται ως
πρακτικές που δεν μπορούν να δικαιολογηθούν με βάση τις αρχές του διεθνούς
δικαίου.
Η εξέλιξη της κρίσης στη Μέση Ανατολή, μετά το βομβαρδισμό της Τεχεράνης και
της εξόντωσης του ανώτατου πολιτικό – θρησκευτικού ηγέτη, καθώς και τον
βομβαρδισμό του Συμβουλίου το οποίο θα εξέλεγε τον επόμενο, δημιουργεί ένα
ρευστό περιβάλλον. Παρόλο το πλήγμα που δέχτηκε η κορυφή της εξουσίας, η
δομή της εξαρτάται από βαθιά ριζωμένους θεσμούς, καθιστώντας την πιθανότητα
κατάρρευσης του καθεστώτος, χωρίς άμεση και εκτεταμένη χερσαία στρατιωτική
επέμβαση, χαμηλή. Αντιθέτως, η απώλεια της ηγεσίας ενδέχεται να οδηγήσει σε
περαιτέρω σκλήρυνση της στάσης της Τεχεράνης. Με την ηγεσία τους
εξοντωμένη και γνωρίζοντας πως και η επόμενη είναι στόχος, τους καθιστά
αναλώσιμους αλλά και ιδιαίτερα επικίνδυνους, αυξάνοντας την πιθανότητα
υιοθέτησης ακραίων πρακτικών. Παράλληλα, σε αντίθεση με τις περιπτώσεις του
Ιράκ, του Αφγανιστάν και τη Λιβύης, το ιρανικό κράτος είναι προετοιμασμένο για
αυτή την επέμβαση. Η ιστορικά διαμορφωμένη αντίληψη περί εξωτερικής
απειλής, με κύριο αντίπαλο τις Ηνωμένες Πολιτείες, έχει καλλιεργήσει μία
κοινωνία και ένα πολιτικό σύστημα προετοιμασμένο για εκτεταμένη σύγκρουση.
Επιπλέον, ιδιαίτερη σημασία αποκτά και το επιχειρησιακό περιβάλλον. Το Ιράν
φαίνεται να διαθέτει ορισμένα συγκριτικά πλεονεκτήματα που απορρέουν κυρίως
από τη γεωγραφία. Καθώς ο πόλεμος λαμβάνει χώρα στη περιοχή του, το Ιράν
δρα εντός της γεωγραφικής του περιφέρειας, γεγονός που του προσδίδει
αυξημένη ευχέρεια σε επίπεδο ανεφοδιασμού. Αντιθέτως, οι ΗΠΑ επιχειρούν εξ
αποστάσεως – παρά την παρουσία ναυτικών δυνάμεων, όπως είναι τα δύο
αεροπλανοφόρα και των πολλαπλών στρατιωτικών βάσεων σε Χώρες του
Κόλπου – ενώ το Ισραήλ καλείται να αντιμετωπίσει πολλαπλά μέτωπα,
περιορίζοντας την συγκέντρωση ισχύος. Ακόμη ένα προβάδισμα για το Ιράν
αποτελεί η χρήση χαμηλού κόστους εξοπλισμού η οποία του επιτρέπει
ευκολότερη αναπλήρωση απωλειών, σε αντίθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες οι
οποίες χρησιμοποιούν, ναι μεν τεχνολογικά προηγμένα μέσα αλλά ιδιαίτερα
δαπανηρά.
Σύμφωνα με ισχυρισμούς αναλυτών, υπάρχει η άποψη πως το Ιράν μπορεί να
επιδιώξει κλιμάκωση μέσω πλήγματος σε κρίσιμες υποδομές των Κρατών του
Κόλπου, όπως διυλιστήρια πετρελαίου και εγκαταστάσεις αφαλάτωσης.
Υποδομές οι οποίες ουσιαστικά αποτελούν πηγή ζωής στα κράτη αυτά. Στην
περίπτωση αυτή, οι επιπτώσεις μιας τέτοιας εξέλιξης θα ήταν άμεσες και θα
πρέπει να προσμένουμε σε μία παγκόσμια οικονομική κρίση.
Οι Χώρες του Κόλπου βασίζουν τα εισοδήματα τους στην εξαγωγή του πετρελαίου. Με τον
βομβαρδισμό των διυλιστηρίων και το κλείσιμο των στενών του Ορμούζ, οι
εξαγωγές του πετρελαίου θα μειωθούν και τα έσοδα των πετρελαιοπαραγωγών
κρατών θα επηρεάσουν τις διεθνείς επενδυτικές ροές. Σημαντικό μέρος των
κεφαλαίων που συσσωρεύονται από τα πετρελαϊκά έσοδα διοχετεύεται σε
παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές, και επενδύεται στα αμερικανικά
χρηματιστήρια και σε δυναμικούς τομείς όπως η τεχνική νοημοσύνη. Επομένως,
με την απότομη μείωση αυτών των ροών θα μπορούσε να προκληθεί έντονη
αστάθεια στα χρηματιστήρια και κλονισμό στις παγκόσμιες αγορές, εντείνοντας
την οικονομική αβεβαιότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, η ενεργειακή διάσταση της
σύγκρουσης ενδέχεται να μετατραπεί σε εργαλείο πίεσης για την λήξη των
στρατιωτικών επιχειρήσεων των ΗΠΑ και του Ισραήλ, αν το Ιράν δεν καταφέρει
με άλλο τρόπο να τερματίσει τον πόλεμο.
Σε ότι αφορά τη στάση της Ελλάδας απέναντι στη συγκεκριμένη διεθνή κρίση, η
αποστολή F-16 και φρεγατών στη Κύπρο μπορεί να αξιολογηθεί ως μια θετική
διπλωματική κίνηση, η οποία ενισχύει την αποτρεπτική παρουσία στη περιοχή.
Ωστόσο, σε επικοινωνιακό επίπεδο, ο χρονισμός της, να γίνει ακριβώς μετά τη
πτώση του μη επανδρωμένου αεροσκάφους στις Βρετανικές βάσεις, μπορεί να
δώσει διφορούμενες εντυπώσεις. Από την άλλη πλευρά, ένα θετικό πρόσημο της
κίνησης αυτής είναι η έμπρακτη αλληλεγγύη που φαίνεται να υπάρχει ανάμεσα
στην Ελλάδα και την Κύπρο, ενώ ταυτόχρονα λειτουργεί ως μήνυμα προς τα
ευρωπαϊκά κράτη για την ανάγκη ενίσχυσης της ασφάλειας στο
νοτιοανατολικότερο άκρο της Ευρώπης. Μέχρι πρότινος καθοριστική παρέμενε,
ωστόσο, η επιλογή της Ελλάδας να μην εμπλακεί ενεργά στις πολεμικές
επιχειρήσεις, περιορίζοντας έτσι τον κίνδυνο άμεσης στοχοποίησης της χώρας
μας. Ενεργός εμπλοκή θα μπορούσε να περιλαμβάνει ακόμη και επιχειρησιακές
διευκολύνσεις, όπως ο ανεφοδιασμός αμερικανικών αεροσκαφών, κάτι που θα
άλλαζε ουσιαστικά τη θέσης της χώρας στη σύγκρουση. Όμως η αναχαίτηση δύο
ιρανικών πυραύλων από την ελληνική συστοιχία Patriot, στη Σαουδική Αραβία,
για την προστασία διυλιστηρίου πετρελαίου, αλλάζει τα δεδομένα.
Σύμφωνα με τον πρώην αρχηγό των Φρουρών της Επανάστασης, μία τέτοια ενέργεια
θεωρείται ενεργή εμπλοκή στη σύρραξη. Αν και παραμένει απίθανο, κυρίως λόγω
απροθυμίας αυτή τη στιγμή και άλλων προτεραιοτήτων, η προσβολή ελληνικού
εδάφους από το Ιράν, η ελληνική συστοιχία μαζί με τους Έλληνες στρατιωτικούς
θα μπορούσαν να αποτελέσουν μελλοντικό στόχο. Παρόλα αυτά, σε περίπτωση
που το Ιράν, προχωρήσει σε ακραίες ενέργειες όπως η χρήση βαλλιστικών
πυραύλων σε ευρύτερη περιφερειακή κλίμακα, τότε οι επιπτώσεις θα μπορούσαν
να καταστούν απρόβλεπτες, επηρεάζοντας ακόμη και χώρες που δεν
συμμετέχουν άμεσα στις επιχειρήσεις.
Καταληκτικά, το μεγαλύτερο ζητούμενο παραμένει η ταχεία λήξη του πολέμου στη
Μέση Ανατολή.
Βλέποντας την έλλειψη αυτοέλεγχου από τον Αμερικανό
Πρόεδρο, το βάρος πέφτει στην αμερικανική κοινωνία και το Κογκρέσο, όπου με
μία ανατροπή των πολιτικών δεδομένων στις ενδιάμεσες εκλογές που θα
καθορίσουν την πλειοψηφία στα δύο νομοθετικά σώματα (Βουλή των
Αντιπροσώπων και Γερουσία), θα αναλάβουν τον κρίσιμο ρόλο να περιορίσουν
αποφάσεις που θα μπορούσαν να κλιμακώσουν περαιτέρω την ένταση. Η ανάγκη
αυτή δεν είναι μόνο πολιτική, αλλά και ανθρωπιστική, καθώς κάθε νέα κλιμάκωση
υπενθυμίζει τα ολέθρια διδάγματα του παρελθόντος και τονίζει τη σημασία της
προσεκτικής διαχείρισης των συγκρούσεων για την αποφυγή καταστάσεων που
απειλούν τη διεθνή ασφάλεια.
Πέτρος Σολδάτος
Μεταπτυχιακός Φοιτητής Αφρικανικών
Σπουδών – Πανεπιστήμιο Λέιντεν – Ολλανδία










